Τα αδέρφια Δημήτρης και Αντώνης Δομαλάκης από τον Κρουσώνα, όρθωσαν τα κατοχικά χρόνια το μεγαλείο της ψυχής τους. Άκουσαν την προσταγή της πατρίδας. Έτσι μεγάλωσαν στην οικογένεια των Φασουλάκηδων-Δομαλάκηδων του Κρουσώνα. Μ’αυτά τα νάματα γαλουχήθηκαν.
Πώς θα μπορούσαν αντέξουν τους Γερμανούς που είχαν σκλαβώσει την πατρίδα τους ; Τι κι αν είχαν πολυμελείς οικογένειες κι οι δυο τους ; Ο δρόμος του αγώνα ανοιγόταν μπροστά τους.
Δίπλα στον Καπετάν Αντώνη Γρηγοράκη-Σατανά και στους λιγοστούς πρώτους συντρόφους τους, ορκίστηκαν πίστη στην λευτεριά. Και πήραν τα όπλα. Πρώτα στη μάχη της Κρήτης και στο τέλος της στα υπερήφανα κρητικά βουνά στην ένοπλη αντίσταση. Ο εχθρός ορατός. Οι δοσίλογοι αόρατοι.
Η αντίσταση του Κρουσώνα ήταν ιδιαίτερη. Δεν είχαν να αντιπαλέψουν μόνον τους Γερμανοϊταλούς αλλά και ένα πλήθος δοσιλόγων, προσκυνημένων και γερμανόφιλων. Αυτός ο αγώνας είναι δύσκολος. Τα σπίτια των αδερφών Δομαλάκηδων κάηκαν αφού πρώτα λεηλατήθηκαν.
Οι γερμανοί άρχισαν μια τιτάνια καταδίωξη, μαζί με τους προδότες «φίλους» τους, μετά τις εκτελέσεις του Μιχάλη και Κωστή Τζουλιά. Ο κατοχικός στρατός δε εξαιρούσε τους συγγενείς. Μαζί με τα αδέλφια καταδιώκονταν και η αδερφή τους Σοφία και η μητέρα τους Μαρία. Τα βουνά της Κρήτης, τα μιτάτα, οι σπηλιές και τα φιλόξενα σπίτια των φίλων τους στο Μυλοπόταμο και στο Αμάρι, ήταν πλέον τα καταφύγιά τους.
Στις 5 Ιουνίου 1943 κατάφεραν τελικά να αποχωρήσουν από την Κρήτη για την Μέση Ανατολή. Ο Αντώνης και ο Δημήτρης Δομαλάκης, η μητέρα τους Μαρία και η αδερφή τους Σοφία. Η μητέρα τους ήταν η μόνη ηλικιωμένη γυναίκα που φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή από την Κρήτη τα χρόνια 1941-1944. Κατατάχτηκαν στον Ελληνικό Στρατό.
Η μητέρα και η αδερφή τους νοσοκόμες σε νοσοκομείο του Καϊρου. Προσωπικοί φίλοι του Υπουργού Στρατιωτικών Σοφοκλή Βενιζέλου, βοήθησαν στην καταστολή του κινήματος του ναυτικού τον Απρίλιο του 1944.
Στις 5 Μαΐου 1944 επέστρεψαν στην Κρήτη. Ο Αρχηγός τους Αντώνης Γρηγοράκης ή Σατανάς είχε πεθάνει στο Κάιρο και η Ανταρτική Ομάδα Σατανά είχε πλέον έξι συναρχηγούς. Τους Αντώνη και Δημήτρη Δομαλάκη, Χαράλαμπο Γιανναδάκη, Ιωάννη Ανδρεαδάκη, Μενέλαο Ξυλούρη και Νικόλαο Βιδάκη ή Τσικαλά.
Η τελική έκβαση του πολέμου έπρεπε να τους βρει στο νησί τους. Η πατρίδα τους είχε ανάγκη. Οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους έπρεπε να πληρώσουν το αντίτιμο που τους αναλογούσε. Ο αγώνας συνεχίστηκε ως την ημέρα που οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το Ηράκλειο, στις 11 Οκτωβρίου 1944 και συμπτύχτηκαν στα Χανιά. Όλη τους η δραστηριότητα στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο χωριό τους τον Κρουσώνα.
Έπρεπε να γιατρευτούν οι πληγές του και να ορθοποδήσει. Να ξαναχτίσουν οι ίδιοι τις οικογένειές τους. Τα σπίτια και τις λεηλατημένες περιουσίες τους. Και στο τέλος να κάνουν τον απολογισμό.
Η ελευθερία θέλει αγώνες και αίμα. Και ανθρώπους πρόθυμους. Μπροστάρηδες και οδηγούς. Χωρίς φόβο. Η Ελλάδα, η χώρα μας, αν υπάρχει σήμερα εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια, το οφείλει σε ανθρώπους που δεν υπέκυψαν, που δεν προσκύνησαν, που δεν υποτάχτηκαν.
Οι Δομαλάκηδες ανήκουν σ’αυτούς τους ανθρώπους. Εμείς οφείλουμε να γνωρίζουμε, να ακολουθούμε και να τιμούμε. Και να μην ξεχνούμε. Γιατί ο αγώνας τώρα, όσο ποτέ άλλοτε, συνεχίζεται. Και είναι πιο δύσκολος.
Ο Δημήτρης, ο γιος του Αντώνη Δομαλάκη, το έτος 2013 μας παρέδωσε φακέλους με τα αρχεία του πατέρα του. Ανασύραμε δύο έγγραφα, ένα ημιτελές με τη βιογραφία του Αντώνη Δομαλάκη και ένα άλλο με πλούσιες αναφορές στα χρόνια της κατοχής και του αγώνα που έδωσε ο Αντώνης Δομαλάκης με τους συντρόφους του, ώστε να μην επικρατήσουν οι ιδέες και οι απόψεις του φασισμού και του ναζισμού.
Στο χειρόγραφο με τις αναμνήσεις του, ο Αντώνης Δομαλάκης περιγράφει το κάλεσμα που του έκανε ο Αντώνης Γρηγοράκης Σατανάς για την ένταξή του στην Ανεξάρτητη Ανταρτική Ομάδα του χωριού του Κρουσώνα, τον οπλισμό που έφτασε στον Κρουσώνα, τις συνομιλίες με τον Τζων Πεντέλμπερυ, τη συμμετοχή του στη Μάχη της Κρήτης και το ανελέητο κυνηγητό του από τις κατοχικές δυνάμεις μετά την κατάληψη της Κρήτης.
Με σεβασμό στον μεγάλο αυτό αγωνιστή της λευτεριάς της Κρήτης, παρουσιάζουμε αυτά τα έγγραφα διατηρώντας την ορθογραφία και τη σύνταξη των πρωτότυπων :
Α. Βιογραφία του Αντώνη Δομαλάκη
«Ο Αντώνιος Δομαλάκης γεννήθηκε το 1905 στο χωριό Κρουσσώνας Μαλεβυζίου. Επαγγέλετο τον μικροεπιχειρηματίαν στο ίδιο χωριό, μετρίας μορφώσεως αλλά προικισμένος με γενναιότητα, εθνικόν παλμόν και θάρρος και μόνο όνειρό του το μεγαλείον της πατρίδος.
Μόλις άρχισαν να απειλούν οι Γερμανοί την Κρήτη, άφησε μαγαζί, σπίτι, γυναίκα και εξ παιδιά για να εργασθεί στην Αντίσταση κατά των Γερμανών. Δεν είχαν πέσει ακόμα οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και ο Αντώνιος Δομαλάκης μαζί με τον Γρηγοράκη (Σατανά) και τον Άγγλο Ίλαρχο Πετλέμπουρυ μεταφέρουν και διανέμουν στον Κρουσώνα τριακόσια όπλα και συνιστούν το πρώτο ένοπλο τμήμα περιοχής Ηρακλείου που λαμβάνει μέρος στη Μάχη της Κρήτης και συγκεκριμένα στις θέσεις Χανίων Πόρτα – Καμίνια, όπου και φονεύεται ο Άγγλος Πετλέμπουρυ. Μετά που τέλειωσε η μάχη της Κρήτης, με Αρχηγό τον Γρηγοράκη (Σατανά), οργανώνουν την Αντίσταση του Κρουσώνα στη θέση Βρωμονερό μέχρι το Μάρτιο 1942.
Από τη λύσσα της εκδικήσεως του κατακτητή, έκαυσαν μέχρι απανθρακώσεως σπίτι και μαγαζί και φυλακίζουν τη γυναίκα του και δύο παιδιά του με απαίτηση των Γερμανών να παραδοθεί ο Αντώνης Δομαλάκης.
Αλλά και τότε δεν υπολόγισε οικογένεια παρά μόνο ησθάνθη την ανάγκη να πολεμήση με περισσότερο μίσος τους Γερμανούς κατακτητές.
Μετά τον Ιούλιο του 1942 καλείται από το Συμμαχικό Στρατηγείο στη Μέση Ανατολή μέρος της ομάδας του Σατανά που σ’αυτήν είναι και ο Αντώνης Δομαλάκης. Στη Μέση Ανατολή εκπαιδεύεται στην σχολή κομάντος Χάιφας.0,
Μετά το Θάνατο του Σατανά 23-9-1943 αναλαμβάνει την αρχηγίαν της ομάδος από 200 άνδρες περίπου εξαμελής επιτροπή στην οποία είναι και ο Αντώνης Δομαλάκης. Συγκεκριμένα το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 1943 μέχρι Ιούνιο 1944 είχε πολύπλευρη εναντίον των Γερμανών κατακτητών δραστηριότητα…».
Σχολιασμός : Η γυναίκα του Αντώνη Δομαλάκη ήταν η Στυλιανή (το γένος Πιτσικάκη, οι γονείς της ήταν ο Γεώργιος και η Ειρήνη Πιτσικάκη). Ο Αντώνης Δομαλάκης με τη Στυλιανή απέκτησαν οκτώ παιδιά. Τη Μαρία (Κεφάλα), την Ευστρατία (Δρακουλάκη), την Ευαγγελία (Χαλκιαδάκη), τη Γαρυφαλλιά (Πασπαλάκη), το Δημήτρη, την Ελένη (Μακρυδάκη), την Ειρήνη (Κλινάκη) και τη Σοφία (Σηφάκη)
Β. Αγώνας τα κατοχικά χρόνια
«Πριν ένα μήνα από την κατάληψη της Κρήτης με εκάλεσε ο Αντώνιος Γρηγοράκης με το γαμπρό του Φίλλιπο Μακατούνη να πάω στο σπίτι του που με ήθελε να μου πει για μια σοβαρή υπόθεση. Πήγα λοιπόν αμέσως και παρόντος του Ενωμοτάρχου Κρουσώνος Μαράκη Χρήστου και του Άγγλου Ταγματάρχου Πετλέμπουρη μου ενεπιστέφθησαν το Μυστικό του αγώνος και μου εζήτησαν τη συμπαράστασή μου.
Μου είπε ο Άγγλος Ταγματάρχης ότι θα μας στείλει τα όπλα στο σταθμό Χωροφυλακής. Ύστερα από λίγες ημέρες μας έστειλαν τα όπλα εις το Σταθμό Χωροφυλακής Κρουσώνα δια μέσου του χωρίου Λουτρακίου τα οποία μετεφέρθησαν με ζώα. Ενθυμούμαι μάλιστα από αυτούς μερικά άτομα, το Νικόλαο Τακάκη, το Γεώργιο Χαρωνιτάκη και το Σοφοκλή Κρασαδάκη. Αυτοί μετέφεραν τα όπλα που είχε ξεφορτώσει το αυτοκίνητο στο χωριό τους.
Εκαλέσαμε μερικούς νέους της εμπιστοσύνης μας και μαζί με ένα Λοχαγό Άγγλο παρέλαβαν μέρος του οπλισμού και έφυγαν για τη Νίδα του Ψηλορείτη. Να φρουρήσουνε το οροπέδιο με την υπόδειξη του Ταγματάρχου Πετλέμπουρυ διότι είχε πληροφορίες ότι θα έπεφταν εις την Νίδα οι Γερμανοί και θα χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο το λεκανοπέδιο τούτο.
Ύστερα από λίγες ημέρες που πέσανε οι αλεξιπτωτιστές, πήραμε με πολλούς συγχωριανούς μου τον οπλισμό μαζί με τον αείμνηστο Χρήστο Μαράκη Ενωμοτάρχη και κατεβήκαμε στον αγώνα. Η πρώτη μάχη δόθηκε στο Μετόχι των Κωνσταντινήδηδων.
Κατά τη μάχη εφονεύθηκαν και εξουδετερώθηκαν τα πρώτα φυλάκια του εχθρού. Εγώ και ο αδελφός μου ο Δημήτρης (Δομαλάκης) και ο Γεώργιος Κοκοσάλης, μαζί και ο Δημήτρης Μπελαντάκης και ο Γωνιανάκης ο Γιώργης, καταλάβαμε το Μετόχι. Πήραμε τα πρώτα όπλα του εχθρού και τα μετάλλια του φονευθέντος αξιωματικού τα οποία φυλάσσει ο αδελφός μου μέχρι σήμερα.
Κατά την μάχην είχαμε απώλειες. Εφονεύθη ο Νικόλαος Αγιομυργιανάκης και τραυματίσθηκε ο Αστρινάκης Νικόλαος. Κατά τη μάχη είχαμε μαζί μας και αόπλους με ρόπαλα. Κατά τη δεύτερη ημέρα του αγώνος έγινε επίθεση στο Μετόχι των Κεφαλογιάννηδων που ένας άοπλος χωριανός μου αλλά πολύ ψύχραιμος κατέβασε την σημαία του εχθρού από το δένδρο που είχανε υψώσει.
Κατά την μάχη αυτήν ετραυματίσθη ο Μανόλης Πουλορίνης. Την επομένη δε ημέραν εσυνεχίσαμε τον αγώνα προς την περιφέρεια του Εσταυρωμένου. Εκεί ετραυματίσθη ο Μαγκουσάκης από τον Άγιο Μύρωνα και ο Διαμαντάκης από τις Ασίτες.
Εσυνεχίσαμε τον αγώνα μέχρι την κατάληψη της Κρήτης. Μόλις επληροφορηθήκαμε την παράδοσιν της πόλεως και είδαμε τις πρώτες γερμανικές φάλαγγες που έρχονταν από τα Χανιά, επιστρέψαμε στο χωριό μας. Συνεπεία της δράσεώς μου εξεδόθη από την Γερμανική Αρχή ένταλμα συλλήψεως.
Επληροφορήθηκα αμέσως τούτο διότι ο τότε Υπασπιστής της Διοικήσεως Χωροφυλακής Ιερωνυμίδης Αλκιβιάδης μου έστειλε μια επιστολή δια ενός συγγενούς μου για να ενημερωθώ. Μόλις κατελήφθη το Ηράκλειον με εκάλεσε ο Ενωμοτάρχης Κρουσσώνος Μαράκης και μου παρέδωσε τον οπλισμόν που είχαν μαζέψει εις τον Σταθμόν Χωροφυλακής Κρουσσώνος.
Τα παρέλαβα και τα έκρυψα σε κρύπτες. Σε λίγες ημέρες μετέθεσαν τον Ενωμοτάρχη εις Άγιον Μύρωνα και από εκεί τον έστειλαν στην Αγυιά και τον ετουφέκισαν.
Συνεπεία της δράσεώς μου μετά την κατάληψιν της Κρήτης, οι Γερμανοί μου ανατίναξαν με δυναμίτες το σπίτι μου και το μαγαζί μου και εκατέστρεψαν όλα τα υπάρχοντά μου. Συνέλαβαν πολλούς συγγενείς μας και τους κρατούσαν όμηρους και άλλους ετουφέκισαν και άλλους έστειλαν εις τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας.
Τον πρώτο μου θείο Μιχαήλ Κων. Σαββάκη εξαφάνισαν στη Γερμανία και ετουφέκισαν το θείο μου Λεωνίδα Βιδάκη και τον εξάδελφόν μου Ξυλούρη ως επίσης τον εξάδελφον Βασίλειον Σαββάκην του Εμμανουήλ.
Πληροφορηθείς της διάθεσης του εχθρού εναντίον μου, παρέλαβα τα πέντε παιδιά μου ανήλικα και την σύζυγόν μου, την μητέρα μου, την αδελφήν μου Σοφία και του αδελφού μου την σύζυγον και μετέφερα εις Αξόν Μυλοποτάμου. Τη βοηθεία φίλων μου αγνών πατριωτών ετύχαμε υποστηρίξεως τα μέλη της οικογενείας μας κρυπτόμενοι εις τα βουνά της ως άνω περιοχής.
Ύστερα από πέντε μήνες και από διαταγής του εχθρού ότι όποιος θα επαραδίδετο θα ετύγχανε αμνηστίας, αναγκάστηκα να στείλω τα μέλη της οικογενείας μου να παραδοθούνε στον εχθρόν διότι ήτο δύσκολον να τροφοδοτούνται από τους ως άνω φίλους και πατριώτας του χωριού Αξός που τον σπουδαιότερον ρόλον έπαιξαν ο Αντώνιος Τζαγκαράκης, Δαφέρμος Σαράντος, Δημήτρης Κουτάντος. Μη θέλοντας να θέσω αντιμέτωπους του εχθρού, έστειλα και παραδόθησαν εις τα στρατεύματα που τους κακομεταχειρίσθηκαν με μεγάλη βαρβαρότητα.
Εν συνεχεία ήρθα εις επαφή με διαφόρους φίλους και αγωνιστάς και οργάνωσα πολλούς στον αγώνα πληροφοριοδότες για να μαθαίνω τις κινήσεις του εχθρού. Συνάντησα το Μανόλη Ντακάκη ο οποίος μου είπε ότι έχουνε πάρει όπλα του εχθρού και θένε να τα παραδώσουνε και είναι μέσα στο Ηράκλειο.
Τα έχει ο Μιχαήλ Βρέντζος. Πήρα μαζί μου τον Κρασαδάκη Σοφοκλήν και το Μανόλη Ντακάκη για να πάρομε τα τουφέκια από το Ηράκλειο. Τα παραλάβαμε τα όπλα μέσα σε τσουβάλια από άχερο και μας εβοήθησε και ο Μιχάλης ο Βρέντζος και τα μετέφερα με το κάρο στον Ξεροπόταμον. Από εκεί πήραμε και οι τρεις το κάρο με τον οπλισμό και τα μεταφέραμε εις Λουτράκι και τα έκρυψε ο Ντακάκης Εμμανουήλ.
Ο Εμμανουήλ Ντακάκης εβοήθησε με μεγάλο κίνδυνο της ζωής του τον αγώνα και αυτός και η οικογένειά του. Μας ετροφοδοτούσε και μας έδινε χρήσιμες πληροφορίες αυτός και οι δύο αδελφοί του που εγνώριζαν την αποστολήν μας. Συνεπεία της δράσεώς του συνελήφθη και ετουφεκίσθη παρά των Γερμανών.
Ύστερα από την διοργάνωσιν εις το δυτικόν Μαλεβύζι έφυγα για τον Ψηλορείτη και εσυνάντησα τον αδελφόν μου Δημήτριον Δομαλάκην και Ιωάννη Ανδρεαδάκη και τον Νικόλαον Βιδάκην και τον Χαράλαμπον Γιανναδάκην καταδιωκόμενοι κι αυτοί από τις γερμανικές αρχές. Συναντήσαμεν εκεί τον Δράκο Μαρή, μείναμε μαζί στο μιτάτο του όστις μας ετροφοδοτούσε. Από εκεί μας είπε τι ανθρώπους θα συναντούσαμε που ήταν της εμπιστοσύνης.
Μας υπέδειξε τους Πολυζώνηδες (Κώστα Πολύζο) από τον Πλάτανο Αμαρίου. Αυτοί θα μας υπέθαλπταν όπως και έγινε. Μείναμε στο Αμάρι και με την συνεργασίαν των Πολυζώνηδων ήρθαμε εις επαφή με τους Μπρίκηδες και τους Κατσαντώνηδες, όλοι καλοί πατριώτες και πολύ φιλόξενοι. Κυριάκος Κατσαντώνης και Στέλιος Κατσαντώνης.
Εγνωριστήκαμε με όλους τους καλούς πατριώτες της επαρχίας Αμαρίου. Και συνεργαστήκαμε με τους Άγγλους διοργανωτές της κατασκοπείας και συμετάσχαμε σε όλες τις αποστολές του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής.
Έστειλε σύνδεσμο ο Στεφανογιάννης από τα Ανώγεια και μας έφερε μία επιστολή για την οικογένειά μας για να μάθουμε τι κάνουν τα μέλη της οικογενείας μας που ήταν στις φυλακές Ηρακλείου και είχαν αποδράσει. Και ζητούσανε να’ρθουν να μας βρουν. Αμέσως επέστρεψα προς τη μεριά Μυλοποτάμου εις το χωρίον Ανώγεια και συνάντησα τον υπεύθυνον της Οργανώσεως κύριον Στεφανογιάννην.
Και μου είπε προφορικώς ότι η μητέρα μου και η σύζυγός μου και η αδελφή μου βρισκόταν στην Αξό Μυλοποτάμου. Επήγα στην Αξό και εβρήκα την αδελφή μου με τη μητέρα μου, τις πήρα μαζί μου και μου είπαν πως η σύζυγός μου με τα παιδιά μου βρισκόταν στο Λουτράκι Μαλεβυζίου. Εγύρισα εκεί, αλλά η σύζυγός μου είχε συλληφθεί και βρισκόταν στις φυλακές. Έφυγα τότε για τα Ανώγεια μαζί με την μητέρα μου και την αδερφή μου.
Πληροφορηθείς ο εχθρός την απόδραση των μελών της οικογενείας μας, έκανε εξόρμηση σε όλα τα ορεινά χωριά για να τις συλλάβει και να μάθει που βρισκόμεθα. Εις την κύκλωσιν αυτήν εβρέθηκα στα Ανώγεια στο σπίτι του Στεφανογιάννη και συναντήθηκα με τον Καπετάν Μιχάλη τον Ξυλούρη, τον Παπα-Γιάννη το Σκουλά και έναν σύνδεσμο από το Αμάρι.
Μου είπαν ευχάριστες πληροφορίες ότι οι Γερμανοί έχαναν τον αγώνα και έμεινα ευχαριστημένος. Λόγω της μεγάλης κοπώσεως και της βροχής, παρέμεινα στα Ανώγεια και βρέθηκα κυκλωμένος τόσο εγώ όσο και η μητέρα και η αδερφή μου που είχαν δραπετεύσει από τις φυλακές…».
Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι Δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου
