1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →
Ελισάβετ Γιαννούση: Δεν γίνεται οι γονείς να τρώνε πιτόγυρα και να λένε στο παιδί τους «εσύ θα φας ψάρι»
Η σωστή διατροφή είναι οικογενειακή υπόθεση

Πάρα πολλά παιδιά στην Κρήτη, όπως συμβαίνει και στην υπόλοιπη Ελλάδα, είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα και εμφανίζουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, αυξημένη αρτηριακή πίεση, ή διαταραχές των λιπιδίων, αλλά «δεν γίνεται οι γονείς τους να τρώνε πιτόγυρα και να λένε στα παιδιά τους, πάχυνες, χρειάζεσαι δίαιτα, εσύ θα φας ψάρι».

Αυτό επισημαίνει μιλώντας στην «Π» η πρόεδρος της Παγκρήτιας Παιδιατρικής Εταιρείας Ελισάβετ Γιαννούση, σημειώνοντας ότι σήμερα τα παιδιά που είναι τα πιο παχύσαρκα της Ευρώπης «βρίσκονται καθηλωμένα σε μια οθόνη και τρώνε».

Η διευθύντρια της Παιδιατρικής Κλινικής του Ρεθύμνου τονίζει ότι η λανθασμένη διατροφή ξεκινάει, συχνά, από τη βρεφική ηλικία.

Το ιδανικό είναι τα παιδιά να θηλάζουν μέχρι την ηλικία των 6 μηνών και οι γονείς πρέπει να προσέχουν στη συνέχεια τη διατροφή του παιδιού όσον αφορά στη ζάχαρη, το αλάτι, τις υπερβολικές ποσότητες φαγητού.

«Οι γονείς έχουν αρχίσει λίγο να ενημερώνονται» σημειώνει η παιδίατρος, σχολιάζοντας ότι ακόμη από την ενδομήτρια ζωή, η διατροφή της μητέρας επηρεάζει το παιδί.

«Ένα παχύσαρκο παιδί, πέρα από το ψυχολογικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει, καθώς δέχεται μπούλινγκ στο σχολείο, δυσκολεύεται να αθληθεί, επιβαρύνει το αναπνευστικό του σύστημα, την καρδιά του.

Αλλά δεν το μαλώνεις το παιδί που έγινε παχύσαρκο, γιατί δεν φταίει εκείνο. Είναι ευθύνη της οικογένειάς του.

Οι περισσότεροι γονείς κατανοούν το πρόβλημα, αλλά το να λένε στο παιδί τους “δεν σου είπα να μην τρως” είναι λάθος.

Το σωστό είναι να αλλάξει όλη η οικογένεια τις διατροφικές της συνήθειες, να περιορίσει το junk food και να βάλει στο τραπέζι σπιτικά υγιεινά φαγητά, κάτι που δεν είναι πάντα εύκολο λόγω των απαιτητικών ρυθμών της ζωής.

Δεν γίνεται όμως οι γονείς να τρώνε πιτόγυρο και να λένε στο παιδί τους “εσύ θα φας ψάρι”».

Η κα Γιαννούση προσθέτει ότι η άσκηση μια ώρα την ημέρα είναι απαραίτητη για τα παιδιά και προσθέτει ότι θα πρέπει να βοηθήσει και η Πολιτεία τις οικογένειες προς αυτή την κατεύθυνση με χώρους αθλητισμού, όπου θα μπορούν τα παιδιά να γυμνάζονται δωρεάν.

Παχύσαρκα ή υπέρβαρα σχεδόν 4 στα 10 παιδιά

Σοβαρές προειδοποιήσεις για τις επιπτώσεις της παιδικής παχυσαρκίας απευθύνει η Ένωση Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Αττικής, τονίζοντας ότι τα προβλήματα υγείας μπορούν να εκδηλωθούν από πολύ μικρή ηλικία, ακόμη και χωρίς εμφανή συμπτώματα.

Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, η παχυσαρκία αποτελεί μια χρόνια και πολυπαραγοντική νόσο που δεν αντιμετωπίζεται πρόχειρα. Απαιτεί εξατομικευμένη φροντίδα, μακροχρόνια παρακολούθηση και, πάνω από όλα, ενεργό ρόλο και συμμετοχή από το οικογενειακό περιβάλλον, πάντα χωρίς κανενός είδους στιγματισμό για το παιδί.

Η εικόνα της χώρας μας στον «χάρτη» της παιδικής παχυσαρκίας αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα στοιχεία της ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας COSI του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την περίοδο 2022-2024.

Στην ηλικία των 7 ετών: Περίπου το 37% των παιδιών στην Ελλάδα καταγράφονται ως υπέρβαρα ή παχύσαρκα, με το 18% να αφορά αποκλειστικά περιπτώσεις παχυσαρκίας. Τα νούμερα αυτά ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των συμμετεχουσών χωρών, ο οποίος διαμορφώνεται στο 25% και 11% αντίστοιχα για παιδιά ηλικίας 7-9 ετών.

Στην εφηβεία το πρόβλημα παραμένει εξίσου έντονο. Σύμφωνα με την πανελλήνια έρευνα HBSC του ΕΠΙΨΥ (2022), το 22,2% των μαθητών ηλικίας 11, 13 και 15 ετών βρέθηκε στην κατηγορία του υπέρβαρου ή παχύσαρκου, σημειώνοντας αύξηση σε σύγκριση με το 19% που καταγράφηκε το 2018.

Οι κίνδυνοι για την υγεία

Με αφορμή και τις νέες κατευθυντήριες οδηγίες του ΠΟΥ, η Ένωση υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη για έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση. Η παιδική και εφηβική παχυσαρκία συνδέεται στενά με σοβαρές παθολογικές καταστάσεις που εκδηλώνονται από νωρίς, όπως ο προδιαβήτης και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, η αυξημένη αρτηριακή πίεση, οι διαταραχές των λιπιδίων, καθώς και προβλήματα όπως η λιπώδης διήθηση του ήπατος.

Στις πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνονται επίσης η αποφρακτική υπνική άπνοια, τα ορθοπαιδικά προβλήματα και ο μυοσκελετικός πόνος. Στις έφηβες μπορεί να εμφανιστούν διαταραχές της εμμήνου ρύσεως και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

«Οι παραπάνω επιπλοκές δεν εμφανίζονται σε κάθε παιδί» διευκρινίζουν οι ειδικοί της Ένωσης. Και συνεχίζουν: «Η πιθανότητά τους, όμως, καθιστά αναγκαία την έγκαιρη κλινική αξιολόγηση. Μακροπρόθεσμα, η παχυσαρκία συνδέεται επίσης με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων και ορισμένων καρκίνων στην ενήλικη ζωή όπως του ενδομητρίου, μαστού, παχέος εντέρου και ορθού, οισοφάγου στομάχου, ήπατος-ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα, χοληδόχου κύστης, παγκρέατος, νεφρού».

Και βέβαια, στη μακρά λίστα των επιπτώσεων, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς να συμπεριλάβει και την ψυχική επιβάρυνση, εξ αιτίας για παράδειγμα των πειραγμάτων στο σχολείο και της πιθανής κοινωνικής απομόνωσης.

Χρειάζονται δομημένες παρεμβάσεις

Στις 7 Οκτωβρίου 2026, ο ΠΟΥ δημοσίευσε τις πρώτες παγκόσμιες οδηγίες του για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της παχυσαρκίας σε παιδιά και εφήβους. Βασική θέση τους είναι ότι η φροντίδα πρέπει να είναι εξατομικευμένη, να ανταποκρίνεται στην ηλικία και στις ανάγκες κάθε παιδιού και να στοχεύει όχι μόνο στο βάρος, αλλά και στη συνολική υγεία και ποιότητα ζωής.

Ο Οργανισμός συστήνει δομημένες παρεμβάσεις που συνδυάζουν διατροφική υποστήριξη, σωματική δραστηριότητα και αλλαγές συμπεριφοράς, με συμμετοχή των γονέων ή φροντιστών. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η ψυχική υγεία πρέπει να αποτελεί μέρος της αντιμετώπισης και ότι απαιτείται μακροχρόνια παρακολούθηση.

Η Ένωση επισημαίνει ότι ο παιδίατρος αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς για την παρακολούθηση της ανάπτυξης και την έγκαιρη αναγνώριση προβλημάτων και προσθέτει ότι η αντιμετώπιση δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην προσπάθεια του παιδιού και της οικογένειας.

Χρειάζεται συνεργασία της Πολιτείας, των σχολείων και των επαγγελματιών υγείας, ώστε όλα τα παιδιά να έχουν πρόσβαση σε ποιοτική διατροφή, ασφαλείς χώρους άσκησης και κατάλληλες υπηρεσίες υγείας, ανεξάρτητα από τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς τους.