Ενώ ο μεγαλοπρεπής Ιούνιος ο Θεριστής, ο μήνας του αμίλητου νερού του Κλήδονα και των μεγάλων φωτιών του Άη Γιάννη μάς εισάγει σιγά-σιγά στη ζώνη των 30 βαθμών, θεωρητικά θα έπρεπε να «παρελαύνουν» στο μυαλό μας τα σχέδια της καλοκαιρινής μας απόδρασης, τα λυτρωτικά μακροβούτια και οι «δροσερές» καταφυγές.

Όμως, οι ανέμελες ονειροπολήσεις μοιάζουν με είδος πολυτελείας για τους πολλούς, αν σκεφτεί κανείς τη νέα έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) που δείχνει ότι το 68% των νοικοκυριών δηλώνει ότι δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα.

Τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι τα νοικοκυριά, με εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος, δαπανούν περίπου το 60% των διαθέσιμων πόρων τους για στεγαστικές ανάγκες, ενώ σχεδόν 4/5 νοικοκυριά που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας καθυστερούν πληρωμές ενοικίων, στεγαστικών δανείων ή λογαριασμών κοινής ωφέλειας.

Η άνοδος των ενοικίων μετά το 2018 επιβάρυνε δυσανάλογα τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος. Η στεγαστική επισφάλεια συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προοπτικές.

Παρά τη σημαντική αύξηση των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι πιθανότητες εκπαιδευτικής ανέλιξης εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της οικογένειας.

Η έντονη εξάρτηση από την παραπαιδεία και οι δυσκολίες ολοκλήρωσης των σπουδών περιορίζουν τον εξισωτικό ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος. Το ποσοστό των ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%.

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη. Μόλις περίπου το 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης.

Σε όλα τα παραπάνω προστίθενται και άλλα, όπως το ότι η παραπαιδεία παραμένει βασικό εργαλείο προετοιμασίας για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και στην υγεία τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά χρόνιων παθήσεων και πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες περίθαλψης.

Κομβική σημείωση ότι η ποιότητα της εργασίας, η πρόσβαση σε καλή εκπαίδευση, οι ανισότητες στην υγεία, η επάρκεια των υπηρεσιών μακροχρόνιας φροντίδας και η ολοένα αυξανόμενη πίεση από το κόστος στέγασης επηρεάζουν καθοριστικά το πραγματικό επίπεδο ευημερίας των νοικοκυριών και τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.

Μέσα σε αυτό το αποπνικτικό σκηνικό, που ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί ότι η καθημερινή επιβίωση γίνεται στην καλύτερη περίπτωση μια άσκηση θάρρους, έρχεται το πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με την εμπνευσμένη διάταξη του άρθρου 56 που αφορά στη μισθοδοσία Αρχιεπισκόπου, Μητροπολιτών, Αρχιερέων, και προβλέπει ότι αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού του μισθού όλων των παραπάνω και ορίζεται στο 90% των αποδοχών του γενικού γραμματέα του Υπουργείου.

Εφόσον λοιπόν ο μισθός του γενικού γραμματέα του Υπουργείου φτάνει τα 5.745 ευρώ μικτά μηνιαίως, ο μισθός ενός Μητροπολίτη, από περίπου 2.400 ευρώ που είναι σήμερα, εκτινάσσεται στα 5.170 ευρώ μικτά τον μήνα.

Προφανώς, είναι αναρίθμητοι οι «εξάψαλμοι» που μπορεί να εμπνεύσει αυτή η διάταξη, που σε κάθε περίπτωση αποτελεί άλλο ένα κυβερνητικό “success story”, το οποίο δομείται πάνω στη λογική της «τραμπάλας» του πολιτικού συστήματος, όπου η οικονομική καταβύθιση των πολλών είναι το μέσο για την οικονομική ανύψωση των λίγων.