Δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική εξέλιξη ο τελικός Κυπέλλου Ελλάδας στον Βόλο. Το σενάριο λες και το γράφει κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο ο ΟΦΗ, για να περνάει από τεστ αντοχής και… κοπώσεως τους φιλάθλους του.
Ποτέ και τίποτα δεν κέρδισε χωρίς κόπο, ιδρώτα, δάκρυα και αίμα. Είναι η ομάδα που αγαπιέται γιατί λυτρώνεται πάντα μέσα από τις δοκιμασίες της και τέτοιες έχει περάσει αρκετές τα τελευταία 26 χρόνια.
Λύπες, ταπείνωση, υποβιβασμοί, αλλά, μέσα από όλα αυτά, όχι μόνο άντεξε και έμεινε ζωντανή στο πέρασμα των χρόνων, αλλά κατάφερε να υψώσει ανάστημα ανάλογο του μεγέθους της και να φτάσει στις κορυφές του Ψηλορείτη.
Κάποιες γενιές στάθηκαν άτυχες, καθώς δεν πρόλαβαν την αρμάδα του Γκέραρντ και τις χρυσές εποχές του κυπέλλου, της 2ης θέσης και τις μεγάλες ευρωπαϊκές νύχτες.
Έζησαν τα δύσκολα χρόνια, κυρίως μετά την αποχώρηση του Ολλανδού, όταν, από το 2001 και μετά, η κρητική ομάδα άρχισε να φλερτάρει όλο και πιο έντονα με τον υποβιβασμό, αλλά και την οικονομική κατάρρευση.
Όλα αυτά, δυστυχώς, δεν αποφεύχθηκαν και από τα ψηλά βρέθηκε στα χαμηλά, αλλά ποτέ δεν εξαφανίστηκε από τον ποδοσφαιρικό χάρτη, γιατί είναι ο… ΟΦΗ. Μια ομάδα με έντονο το λαϊκό στοιχείο, που είχε πάντα ανεξαρτήτως καταστάσεων τη στήριξη του κόσμου, που δεν δίστασε να τα βάλει με θεούς και δαίμονες για να τη δει να στέκεται όρθια.
Και το έκανε γνωρίζοντας ότι αυτό μπορεί να κοστίσει, αλλά αυτή είναι και η διαφορά των φιλάθλων του από εκείνους που υποστηρίζουν τους τίτλους και τον εύκολο δρόμο για τη διάκριση.
Το σενάριο για τον τελικό στο Πανθεσσαλικό γράφτηκε από τα ίδια χέρια που έγραψαν και άλλες μεγάλες νίκες στο παρελθόν: επί του Λεβαδειακού το 2006 στο Παγκρήτιο, επί του Πλατανιά το 2019 στο Γεντί Κουλέ, του Αστέρα Τρίπολης πέρυσι στο ίδιο γήπεδο, αλλά και επί των Βοιωτών πρόσφατα στη Λιβαδειά.
Την πρώτη φορά εμφανίστηκε ο Νουαφόρ στο 92΄, με κεφαλιά, να του δίνει την παραμονή, την άλλη ο Ναμπί με φάουλ… απελπισίας στο 96΄ να τον κρατάει ξανά στην κατηγορία, πέρυσι ήρθε από το πουθενά ο Μπάκιτς, ως τερματοφύλακας, για να δώσει την πρόκριση στον τελικό, για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια και πρόσφατα ο Λαμπρόπουλος με κεφαλιά από το… Ηράκλειο να πετυχαίνει το γκολ της πρόκρισης επί του Λεβαδειακού με την ομάδα του να αγωνίζεται με 10 παίκτες από το 34΄.
Κάθε φορά ένας από μηχανής θεός, με διαφορετικό όνομα, τον πιάνει από το χέρι, τον οδηγεί εκ του ασφαλούς και τον λυτρώνει από δύσκολες καταστάσεις. Ένας τέτοιος από μηχανής θεός εμφανίστηκε και φέτος και τον οδήγησε στην κατάκτηση του κυπέλλου: το περίμεναν γενιές και γενιές που μεγάλωσαν με τις αφηγήσεις για το 87, το οποίο μνημονεύονταν εδώ και 39 χρόνια, αφού ήταν ο μοναδικός τίτλος αυτής της ομάδας.
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να σηκώσει το κύπελλο χωρίς να κοπιάσει, να πέσει, να σηκωθεί, να βρεθεί με την «πλάτη στον τοίχο». Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκαν τα πέναλτι του 87 ούτε ένας νέος… Σηφάκης.
Ένα πέναλτι ήταν αρκετό και ο Ισέκα έγινε το νέο σύμβολο, έστω κι αν ήρθε στον τελικό, όπως και τις περισσότερες φορές φέτος, από τον πάγκο.
Σάμπως και με τον Μύρο το ίδιο δεν είχε γίνει; Παγκίτης ήταν κι εκείνος, αλλά η έμπνευση του Ολλανδού, τον έστειλε στο ΟΑΚΑ να πάρει το κύπελλο. Το ίδιο έκανε και ο Κόντης, φέρνοντας ως αλλαγή στην παράταση τον Βέλγο, που πήρε τη μπάλα στο 105΄, κοίταξε μόνο ψηλά στον Χριστό που πιστεύει και έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα για το νικηφόρο 3-2.
Υπήρχε ένας που, μετά τη δεύτερη ισοφάριση του ΠΑΟΚ, να μην πίστεψε ότι αυτό είναι το τέλος του ονείρου; Με τον ΟΦΗ να έχει τέσσερις αναγκαστικές αλλαγές και εκτός αγώνα τους δύο σκόρερ του, Φούντα και Νους, αλλά και τους Χριστογεώργο και Κωστούλα.
Κι όμως, το χέρι του Χατσίδη (θα μπορούσες να το πεις και χέρι του… Θεού) στη μοναδική του επίθεση, στο… τρίτο ημίχρονο της παράτασης (μην ξεχνάμε ότι είχαμε και 15λεπτη καθυστέρηση στην κανονική διάρκεια), του έδωσε τη δυνατότητα να σκοράρει και να πάρει τη νίκη και μαζί το κύπελλο.
Αυτός είναι ο ΟΦΗ. Ο νέος Κυπελλούχος Ελλάδας. Που ξέρει να αγωνίζεται και να μάχεται σαν γνήσιος Κρητικός. Να πέφτει, να τσακίζεται, να πληγώνεται και να πορώνεται, να σηκώνεται και να περπατάει περήφανος. Με το κεφάλι ψηλά, ωραίος και πλέον και… Ευρωπαίος.