Πόσο και πού φτάνει ο μισθός; Πόσα χρήματα μένουν τελικά στην τσέπη μας όταν πληρωθούν οι βασικές ανάγκες του μήνα;

Για πολλά νοικοκυριά, η απάντηση γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Ο μισθός μπορεί να παραμένει ίδιος ή να αυξάνεται ελάχιστα, όμως οι καθημερινές ανάγκες απαιτούν περισσότερα χρήματα.

Τα ερωτήματα αυτά δεν έχουν την ίδια απάντηση για όλους. Έχουν όμως γίνει από τα πιο χαρακτηριστικά ερωτήματα της σημερινής καθημερινότητας. Και η απάντηση σε αυτό αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο το πραγματικό βάρος της ακρίβειας στη ζωή μας.

Γιατί, για τον μέσο πολίτη, τους περισσότερους από μας δηλαδή, η ακρίβεια δεν αποτελεί έναν απλό οικονομικό δείκτη. Μεταφράζεται σε λιγότερα χρήματα για διασκέδαση, διακοπές, αποταμίευση και προσωπικές ανάγκες. Οι οικογένειες αναγκάζονται να περιορίσουν τις αγορές τους, να αναζητούν προσφορές και να κάνουν προσεκτικότερο προγραμματισμό των εξόδων τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η μέση μηνιαία δαπάνη ενός νοικοκυριού στην Ελλάδα ανέρχεται σε 1.725 ευρώ. Από το ποσό αυτό, το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνεται σε βασικές ανάγκες.

Τα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά απορροφούν το 20,7% του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση για όσους νοικιάζουν σπίτι. Όταν ένα σημαντικό μέρος του μισθού κατευθύνεται στο ενοίκιο, απομένουν λιγότερα χρήματα για το σούπερ μάρκετ, τους λογαριασμούς, τις μετακινήσεις και τις υπόλοιπες ανάγκες της οικογένειας.

Η στέγαση αντιστοιχεί στο 14,4% της μέσης μηνιαίας δαπάνης, ενώ στα νοικοκυριά που νοικιάζουν σπίτι το ενοίκιο φτάνει κατά μέσο όρο το 17,1% του προϋπολογισμού.

Οι μεταφορές απορροφούν το 13,3% των δαπανών.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η ανισότητα: το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών διαθέτει το 55,9% των δαπανών του για τρόφιμα και στέγαση, ενώ το πλουσιότερο 20% το αντίστοιχο ποσοστό είναι 24,7%.

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν 3,4% τον Ιούλιο του 2026, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η οποία υπολογίζει ότι η μέση δαπάνη των νοικοκυριών το 2024 αυξήθηκε κατά 1% σε πραγματικούς όρους, αφού ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) αποτελεί κάθε χρόνο σημαντικό σημείο αναφοράς για την οικονομική πολιτική. Οι πολίτες αναμένουν πλέον συγκεκριμένες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επιπτώσεις της ακρίβειας και να ενισχύσουν το διαθέσιμο εισόδημά τους.

Ωστόσο, η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε προσωρινά μέτρα και φιλοδωρήματα τύπου pass. Απαιτούνται ουσιαστικές λύσεις που θα συμβάλουν στη συγκράτηση των τιμών, στην αύξηση των εισοδημάτων και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής.

Η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν αφορά μόνο την προστασία του καταναλωτή. Αφορά την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, τη συγκράτηση των τιμών και τη δημιουργία συνθηκών ώστε οι πολίτες να μπορούν να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες χωρίς να περιορίζουν συνεχώς την ποιότητα της ζωής τους.

Η οικονομία μπορεί να βελτιώνεται σε επίπεδο αριθμών, όμως η πραγματική εικόνα αποτυπώνεται στην καθημερινότητα. Και στο τέλος κάθε μήνα, ο πιο απλός και ίσως πιο αποκαλυπτικός οικονομικός δείκτης παραμένει το ίδιο το πορτοφόλι του πολίτη: πόσα χρήματα έμειναν τελικά στην τσέπη;