Σε έναν δρόμο που παρουσιάζεται ως η βασική αρτηρία της Κρήτης, το αυτονόητο μοιάζει πλέον πολυτέλεια… να περάσει ένα ασθενοφόρο, ένα πυροσβεστικό ή ένα περιπολικό, χωρίς να χρειαστεί να δώσει μάχη με κώνους, στενώσεις και ουρές χιλιομέτρων.
Η καθημερινότητα στον ΒΟΑΚ, ειδικά στα σημεία όπου εκτελούνται έργα οδικής ασφάλειας, δεν θυμίζει σύγχρονο ευρωπαϊκό οδικό δίκτυο, αλλά μια πρόχειρη διαχείριση κυκλοφορίας που δοκιμάζει τα όριά της. Και δεν μιλάμε καν για τον νέο δρόμο, μιλάμε για παρεμβάσεις στον παλιό, πάνω στον οποίο, όπως έχει ήδη ανακοινωθεί, θα «πατήσει» σε μεγάλο βαθμό και ο νέος ΒΟΑΚ.
Η εικόνα είναι επαναλαμβανόμενη και ανησυχητικά ίδια… λωρίδες που εξαφανίζονται χωρίς σαφή προειδοποίηση, εργοταξιακές στενώσεις που μετά βίας χωρούν ένα όχημα, οδηγοί εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε μπάρες και κώνους, χωρίς καμία δυνατότητα ελιγμού.
Το είδαμε στο Ρέθυμνο πριν από λίγες ημέρες. Το είδαμε στα Μεγάλα Χωράφια. Το βλέπουμε ξανά και ξανά, σε διαφορετικά σημεία, με το ίδιο αποτέλεσμα… κυκλοφοριακή ασφυξία.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, η σειρήνα ενός ασθενοφόρου δεν ανοίγει δρόμο. Δεν μπορεί. Χάνεται μέσα σε ένα αδιέξοδο μποτιλιάρισμα, όπου δεν υπάρχει ούτε λωρίδα έκτακτης ανάγκης ούτε οργανωμένος τρόπος αντίδρασης.
Το ερώτημα είναι απλό – και δεν επιδέχεται υπεκφυγές! Αν αυτή τη στιγμή συμβεί ένα σοβαρό τροχαίο μέσα σε μια εργοταξιακή στένωση, σε πόσο χρόνο μπορεί να φτάσει η βοήθεια;
Και ακόμη πιο καίριο! Υπάρχει πραγματικό, εφαρμόσιμο σχέδιο για να φτάσει;
Γιατί η εικόνα που καταγράφεται καθημερινά λέει το αντίθετο. Δεν πρόκειται για μια απλή ταλαιπωρία οδηγών. Δεν είναι ζήτημα καθυστέρησης λίγων λεπτών σε μια μετακίνηση. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.
Γιατί, στον δρόμο, τα λεπτά δεν είναι όλα ίδια. Υπάρχουν λεπτά που σώζουν ζωές και λεπτά που τις κοστίζουν.
Και όταν ένα ολόκληρο οδικό δίκτυο λειτουργεί χωρίς να διασφαλίζει την άμεση διέλευση οχημάτων έκτακτης ανάγκης, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι βαθιά οργανωτικό και πολιτικό.
Τα έργα οδικής ασφάλειας είναι απαραίτητα. Κανείς δεν το αμφισβητεί. Αλλά η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Δεν μπορεί να αφορά μόνο το «αύριο» του δρόμου και να αγνοεί το «σήμερα» της ανθρώπινης ζωής.
Γιατί, αν δεν υπάρχει πρόβλεψη για το πιο κρίσιμο σενάριο -τη στιγμή της ανάγκης-, τότε ποια ακριβώς ασφάλεια εξυπηρετούν αυτά τα έργα;
Το πιο επικίνδυνο είναι ότι όλοι βλέπουν το πρόβλημα. Απλώς κανείς δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη πριν συμβεί το μοιραίο. Θα περιμένουμε, λοιπόν, να χαθεί μια ζωή μέσα σε ένα μποτιλιάρισμα για να αποδειχθεί αυτό που ήδη γνωρίζουμε; Ή θα υπάρξει, επιτέλους, παρέμβαση πριν το αυτονόητο μετατραπεί σε τραγωδία;