Η ακρίβεια «πνίγει» όλο και περισσότερο τα ελληνικά νοικοκυριά που βλέπουν ή μάλλον που δεν βλέπουν το εισόδημά τους από τα μέσα του μήνα και μετά, με τις βασικές ανάγκες να μετατρέπονται σε μια δύσκολη εξίσωση. Τι να «κόψεις», τι να κρατήσεις; Να επιβιώνεις ή να ζεις;
Την ώρα που οι καταναλωτές αναζητούν προσφορές, συγκρίνουν τιμές και στρέφονται σε φθηνότερα προϊόντα για να περιορίσουν τις δαπάνες τους, χιλιάδες Έλληνες βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια διπλή πραγματικότητα: από τη μία, τη διαρκή προσπάθεια εξοικονόμησης και, από την άλλη, την αδυναμία κάλυψης ακόμη και στοιχειωδών αναγκών, όπως η θέρμανση, η στέγαση και η υγειονομική περίθαλψη.
Το 2025, το 27,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα, σχεδόν 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι, βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Η χώρα κατέλαβε τη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω από τη Βουλγαρία, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώθηκε στο 20,9%.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το ποσοστό των ατόμων που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα αυξήθηκε στο 27,5% το 2025 από 26,9% το 2024, δηλαδή κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες.
Από τις 24 περιφέρειες της Ε.Ε., στις οποίες τουλάχιστον το 31,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού το 2025, οι τέσσερις βρίσκονται στην Ελλάδα.
Τη δυσμενέστερη εικόνα εμφανίζει η Πελοπόννησος, όπου ο δείκτης φτάνει στο 38,1%, και ακολουθούν τα Ιόνια Νησιά με 35,7%, η Κεντρική Μακεδονία με 33% και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη με 31,6%.
Η ακρίβεια έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες οργανώνουν την καθημερινότητά τους. Η αναζήτηση προσφορών, η σύγκριση τιμών και η στροφή στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αποτελούν πλέον σταθερές πρακτικές για χιλιάδες νοικοκυριά.
Για ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού, ωστόσο, η προσπάθεια περιορισμού των δαπανών δεν αρκεί, καθώς το διαθέσιμο εισόδημα δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και τις βασικές ανάγκες.
Την πίεση στα οικογενειακά οικονομικά καταγράφουν οι έρευνες της Circana και της Brands Mirror. Σύμφωνα με τη Circana, το 74% των καταναλωτών δυσκολεύεται να διαχειριστεί τα οικονομικά του ή χρειάζεται να τα ελέγχει με ιδιαίτερη προσοχή. Παράλληλα, το 57% δηλώνει προβληματισμένο από τη σχέση μισθών και κόστους ζωής.
Η πίεση αυτή αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις αγορές. Η τιμή αποτελεί το σημαντικότερο κριτήριο επιλογής για το 92% των καταναλωτών, σύμφωνα με τη Brands Mirror, ενώ οι προσφορές ακολουθούν με 79,1%. Την ίδια στιγμή, το 63% αγοράζει συχνά προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αναζητώντας οικονομικότερες εναλλακτικές.
Η μέση μηνιαία δαπάνη στα σούπερ μάρκετ φτάνει τα 347 ευρώ, επιβαρύνοντας σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Οι καταναλωτές αξιοποιούν εφαρμογές, κουπόνια και ψηφιακά εργαλεία για να εξοικονομήσουν χρήματα, ενώ περιορίζουν άλλες δαπάνες, όπως η ένδυση και η διασκέδαση.
Το ζητούμενο πλέον είναι τι θα γίνει για να σταματήσει η οικονομική «ασφυξία» που βιώνουν χιλιάδες νοικοκυριά. Οι αυξήσεις στους μισθούς δεν αρκούν όταν τα χρήματα εξανεμίζονται, ενώ οι έκτακτες ενισχύσεις προσφέρουν -στην καλύτερη περίπτωση- μια προσωρινή ανάσα. Χρειάζονται ουσιαστικά μέτρα για την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, τον έλεγχο της αγοράς, τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την εξασφάλιση προσιτής στέγασης.
Δεν μπορεί η ευθύνη να πέφτει διαρκώς στους πολίτες, που καλούνται να «κόβουν» από παντού για να τα βγάλουν πέρα. Η αντιμετώπιση της ακρίβειας και της φτώχειας απαιτεί πολιτικές με πραγματικό αντίκρισμα στην καθημερινότητα, όχι απλώς εξαγγελίες και αριθμούς που ευημερούν στα χαρτιά.