Έχουν τελειώσει το πανεπιστήμιο, έκαναν όνειρα για μια δουλειά πάνω στο αντικείμενό τους, όμως κίνησαν για αλλού κι αλλού η ζωή τους πάει. Κυρίως στο εξωτερικό, που αναγνωρίζονται για την αξία τους, χωρίς «μπάρμπα από την Κορώνη», αλλά και για καλύτερες αμοιβές.

Η μεγαλύτερη πανελλαδική έρευνα που έχει διεξαχθεί ποτέ για το ζήτημα των δεξιοτήτων ιδιωτικών υπαλλήλων, είναι ταυτόχρονα αποκαλυπτική και απογοητευτική, τονίζοντας τη σημασία της διασύνδεσής τους με την εργασιακή ποιότητα και τη συνεχή κατάρτιση.

Πρόκειται για ποσοτική έρευνα, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις, στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία, σε δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Η μελέτη αναδεικνύει ότι οι εργαζόμενοι διαθέτουν σημαντικό απόθεμα γνώσεων και εμπειρίας. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι η αξιοποίηση αυτού του κεφαλαίου μέσα από ποιοτικές θέσεις εργασίας και επαγγελματική εξέλιξη, ώστε η αναβάθμιση δεξιοτήτων να συμβάλει στην παραγωγική ανασυγκρότηση και στη μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα πιο ανθεκτικό και δίκαιο αναπτυξιακό μοντέλο.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας αφορά την αυτοπεποίθηση των εργαζομένων. Το 65% θεωρεί ότι διαθέτει ακριβώς το επίπεδο δεξιοτήτων που απαιτεί η θέση του, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις (29%) δηλώνει ότι έχει υψηλότερα προσόντα από αυτά που ζητά ο εργοδότης του. Μόλις ένα ισχνό 3,6% αισθάνεται ότι υστερεί έναντι των απαιτήσεων.

Οι λόγοι για τους οποίους οι εργαζόμενοι δέχονται θέσεις κατώτερες των δυνατοτήτων τους αντανακλούν τα δομικά προβλήματα της οικονομίας:

  • Το 39% οδηγήθηκε εκεί από την πιεστική ανάγκη για άμεση εύρεση εργασίας.
  • Το 20,8% έθεσε ως προτεραιότητα την εργασιακή σταθερότητα.
  • Το 20,4% επεσήμανε την έλλειψη διαθέσιμων θέσεων στον τομέα της εξειδίκευσής του.

Στην αντίπερα όχθη, για το μικρό ποσοστό εκείνων που νιώθουν ότι υπολείπονται των απαιτήσεων, ως κύριος υπεύθυνος αναδεικνύεται η έλλειψη εργασιακής εμπειρίας (47,9%), ακολουθούμενη από την απουσία προγραμμάτων κατάρτισης (18,3%) και τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις (10,8%).

Όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να επιλέξουν ποιες δεξιότητες θα ήθελαν περισσότερο να βελτιώσουν, σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 48,6%, αναδεικνύει τις ψηφιακές δεξιότητες ως πρώτη προτεραιότητα. Ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες με 27,9%, οι γνωστικές δεξιότητες με 24,2%, οι διοικητικές και οργανωτικές δεξιότητες με 21,4% και οι τεχνικές δεξιότητες με 20,6%. Η εικόνα δείχνει ότι οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων όχι μόνο τεχνικά, αλλά και οργανωτικά, γνωστικά και κοινωνικά.

Παρά την έντονη δημόσια συζήτηση για την τεχνολογική αλλαγή, την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις νέες απαιτήσεις της εργασίας, μόνο περίπου ένας στους τέσσερις εργαζομένους, ποσοστό 24,1%, θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανόν να καταστούν παρωχημένες ορισμένες από τις δεξιότητες που συνδέονται με το επάγγελμά του μέσα στην επόμενη πενταετία.

Αντίθετα, σχεδόν ένας στους δύο (46,6%) θεωρεί μια τέτοια εξέλιξη λίγο ή καθόλου πιθανή.

Το εύρημα δείχνει ότι η αίσθηση επείγουσας τεχνολογικής απαξίωσης των δεξιοτήτων δεν είναι ακόμη γενικευμένη στους εργαζόμενους.

Η τυπική εκπαίδευση και η προηγούμενη εργασιακή εμπειρία φαίνεται να έχουν ισχυρή παρουσία στην καθημερινή εργασία.