Πριν λίγες μέρες διαβάσαμε σε όλα τα ΜΜΕ την είδηση ότι μητροπολίτης τέθηκε σε αργία γιατί έδειχνε τα γεννητικά του όργανα σε περαστικούς στη μέση του δρόμου, σε μια γειτονιά της Αθήνας.
Τα περισσότερα μέσα δεν συγκρατήθηκαν και, εκτός από το όνομα, δημοσίευσαν τη φωτογραφία του και τον «έριξαν στα θηρία» της ψηφιακής αρένας.
Λίγα σεβάστηκαν το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι το πιθανότερο ψυχικά ασθενής ή έχει κάποιο νευρολογικό νόσημα και περιορίστηκαν σε μια φωτογραφία αρχείου που έδειχνε ένα δισκοπότηρο.
Σήμερα, στην εποχή της απόλυτης ψηφιακής κυριαρχίας, η ανθρωποφαγία έχει εκδημοκρατιστεί.
Δεν χρειάζεται πλέον να είσαι εκδότης σκανδαλοθηρικού εντύπου για να καταστρέψεις μια ζωή.
Αρκεί ένα smartphone, ένας λογαριασμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και λίγα δευτερόλεπτα οργής.
Αυτό που κάποτε ορίζαμε ως «κίτρινο Τύπο», γιατί εστίαζε στον εντυπωσιασμό, το σκάνδαλο και την παραβίαση της ιδιωτικότητας, έχει πιάσει μόνιμα «στασίδι» στο διαδίκτυο.
Τα social media μετέτρεψαν τον αναγνώστη σε συνδημιουργό και, κυρίως, σε δικαστή.
Η ανάγκη για «κλικ» οδηγεί τα παραδοσιακά και τα νέα μέσα σε έναν διαρκή διαγωνισμό υπερβολών και ακρότητας.
Μια ημιτελής δήλωση, μια άτυχη στιγμή ή μια προσωπική τραγωδία μετατρέπονται ακαριαία σε δημόσιο θέαμα.
Το θύμα της ημέρας ρίχνεται στην ψηφιακή αρένα και το πλήθος περιμένει το σύνθημα.
Ο λόγος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γίνεται στις μέρες μας τόσο εύκολα τοξικός.
Πίσω από ένα πληκτρολόγιο ή ένα ψεύτικο προφίλ, ο καθένας νιώθει απρόσβλητος, παντοδύναμος. Οι αναστολές που επιβάλλει η δια ζώσης επικοινωνία εξαφανίζονται.
Όταν επιτίθεσαι σε μια οθόνη, ξεχνάς ότι στην άλλη πλευρά υπάρχει ένας πραγματικός άνθρωπος με συναισθήματα.
Ο τοξικός λόγος συχνά προσδιορίζεται ως «απόδοση Δικαιοσύνης». Οι χρήστες νιώθουν ότι υπερασπίζονται το καλό, κατακρεουργώντας τον «κακό» της ημέρας, χωρίς να περιμένουν στοιχεία ή δικαστικές αποφάσεις.
«Η ανθρωποφαγία στα social media δεν είναι ένδειξη ευαισθησίας ή Δικαιοσύνης. Είναι η σύγχρονη εκδοχή του λιντσαρίσματος στην πλατεία του χωριού, με τη διαφορά ότι η πλατεία τώρα είναι παγκόσμια», διάβασα κάπου, κι έτσι ακριβώς είναι.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη χειρότερη όταν ο τοξικός λόγος ξεφεύγει από την απλή κριτική και μετατρέπεται σε καθαρή ανθρωποφαγία. Δεν ασκείται κριτική στις πράξεις ή τις απόψεις κάποιου, αλλά επιχειρείται η πλήρης εκμηδένιση της προσωπικότητάς του.
Η οικογένειά του, το παρελθόν του, η εμφάνισή του, τα κιλά του, ο γάμος του, όλα γίνονται βορά στον βωμό των likes και των shares.
Οι αλγόριθμοι των πλατφορμών, σχεδιασμένοι να προωθούν ό,τι προκαλεί έντονα συναισθήματα, πριμοδοτούν την οργή.
Ένα ψύχραιμο, λογικό σχόλιο δεν έχει ενδιαφέρον. Ένα επιθετικό, ειρωνικό ή χυδαίο σχόλιο θα αποθεωθεί, θα συγκεντρώσει αλληλεπιδράσεις και θα αναδειχθεί. Η τοξικότητα, επομένως, επιβραβεύεται ψηφιακά.
Υπάρχει αντίδοτο στην ανθρωποφαγία και τη χυδαιότητα; Ναι, υπάρχει. Η άρνηση να συμμετέχεις.
Το να μην κάνεις share ή like σε ένα περιεχόμενο που εξευτελίζει έναν άνθρωπο είναι η πρώτη πράξη αντίστασης.
Ας κάνουμε μια απλή ερώτηση στον εαυτό μας. «Πώς θα ένιωθα αν ήμουν εγώ στη θέση του;»
Η ανθρώπινη φύση, όλοι το ξέρουμε, έχει τις σκοτεινές πτυχές της. Αυτό όμως που συμβαίνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ξεπερνάει όλα τα όρια και έχουμε και εμείς ευθύνη που ένας χώρος διαλόγου και γνωριμίας με πολλούς ενδιαφέροντες ανθρώπους, καταλήγει να μετατρέπεται καθημερινά σε ψηφιακό «Κολοσσαίο», όπου γίνονται θηριωδίες.