Από τις πρώτες επαναστατικές διακηρύξεις ανεξαρτησίας των Ελλήνων το 19ο αι. επικράτησαν στις διεθνείς σχέσεις οι βυζαντινές καταβολές μας. Δεν ήταν περίεργο, αφού το οθωμανικό καθεστώς που προηγήθηκε βρέθηκε κυρίως στα όρια του χριστιανικού Βυζαντίου.
Οι Χάρτες του Ρήγα και των πρώτων επαναστατών στόχευαν στη δημιουργία βαλκανικού, κατά βάση χριστιανικού κράτους. Φιλικές σχέσεις εξακολούθησαν να αναπτύσσονται ένα αιώνα μετά, όταν δημιουργήθηκαν τα εθνικά κράτη της Μέσης Ανατολής.
Η Ελλάδα συμπορεύθηκε με τους λαούς που αποτίναξαν τον ζυγό του Νέο-Τουρκικού κράτους, και ιδιαίτερα με τα ομόθρησκα στρώματα των πληθυσμών τους. Όπως όμως το ελληνικό Κίνημα Ανεξαρτησίας σκόνταψε στις αντιδράσεις της Ιερής Συμμαχίας, έτσι και τα αναδυόμενα κράτη της Μ. Ανατολής μπήκαν στο «κόσκινο» βλέψεων των μεγάλων κρατών για τα πετρέλαιά τους.
Τα νέα κράτη που ξεπήδησαν στα Βαλκάνια και τη Μ. Ανατολή επηρεάστηκαν από τον βαθμό που εξυπηρετούσαν τις μεγάλες δυνάμεις να τα προσεταιριστούν και να εκμεταλλευτούν τους πόρους τους.
Μικρότερες οντότητες σε σχετικά άγονες γεωγραφικές περιοχές βρέθηκαν αρχικά έξω από το στόχαστρο των επίδοξων προστατών. Στην κατηγορία αυτή ανήκαν η σημερινή Β. Μακεδονία στα Βαλκάνια και η Παλαιστίνη στη Μ. Ανατολή.
Η πληθυσμιακά μικρή χώρα που αναγνωρίστηκε από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ως Βόρεια Μακεδονία κατοικείται από σλαβικής καταγωγής πληθυσμό με μια αλβανόφωνη μειονότητα.
Το κίνημα του πανσλαβισμού που υποκίνησε η Ρωσία τούς βρήκε συχνά να ζητούν ελληνική στήριξη. Με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο χώρος τους ονομάστηκε Δημοκρατία της Μακεδονίας. Οι παραδοσιακές ελληνικές παρατάξεις που ενεργούσαν από τότε σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις του προτέκτορα, δεν διατύπωσαν καμιά αντίρρηση για το όνομα.
Διάλυση της Δημοκρατίας αυτής, εξάλλου, θα ήταν προθάλαμος δημιουργίας της Μεγάλης Αλβανίας. Η ανάγκη της συγκεκριμένης οντότητας να έχει ξεχωριστή ταυτότητα για να αποφύγει την ενσωμάτωση σε μεγαλύτερο κράτος παρακίνησε τον λαό της να διεκδικούν συγγένεια με τη Μακεδονία του Μ. Αλεξάνδρου.
Η προπαγάνδα αυτή ανατράπηκε γρήγορα με βάση τα ιστορικά, γλωσσολογικά και ανασκαφικά δεδομένα. Εθισμένη, όμως, η ελληνική Πολιτεία να επικεντρώνεται στην εφαρμογή της πολιτικής ασφάλειας των ΗΠΑ για τα μεγάλα θέματα, αμελεί να επεξεργάζεται και σε τομείς αδιάφορους για τον προστάτη μια συγκροτημένη εθνική πολιτική. Τρανό παράδειγμα η στάση απέναντι στην Αλβανία, με την οποία τυπικά παραμέναμε σε εμπόλεμη κατάσταση ως την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος.
Η στροφή προς τη Δύση της Αλβανίας δεν συνοδεύτηκε από καμιά συμφωνία για τα λείψανα των στρατιωτών μας, που πολέμησαν τον Μουσολίνι στα βουνά της. Ούτε καν για τα συμφέροντα της μεγαλύτερης ελληνικής μειονότητας εκτός χώρας, που ζει εκεί από αιώνες.
Ανάλογα τραγελαφικά ακολούθησαν την ομαλή ενσωμάτωση στη βαλκανική οικογένεια των Βορειομακεδόνων, που μετατράπηκε σε εσωτερικό ελληνικό ζήτημα.
Σε αντίθεση με τα σλαβικά φύλα που παρέμειναν εκτός του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και μετά τον εκχριστιανισμό τους, οι Παλαιστίνιοι ενσωματώθηκαν όχι μόνο εκκλησιαστικά αλλά και γλωσσικά. Μεγάλοι υμνωδοί της Ορθοδοξίας, όπως ο Ανδρέας Κρήτης, ο Κοσμάς Μελωδός και ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ήταν Παλαιστίνιοι.
Ποιος μπορεί να διαχωρίσει την ποίηση και το γενικότερο έργο τους από άλλων Ελλήνων διανοητών; Στους χρόνους του Λέοντα Σοφού, η Παλαιστίνη είχε δεκαέξι επισκοπές και η περιοχή της Αιγύπτου -που πιθανότατα περιλάμβανε τη Γάζα- δεκαπέντε. Προέρχονταν από εδάφη υπό ισλαμική κυριαρχία.
Οι δεσμοί τους ακόμη και με τη νεώτερη Ελλάδα παρέμειναν ζωντανοί. Στην Κρήτη διατήρησαν μετόχια, περιουσιακά στοιχεία και ανθρώπινη παρουσία.
Καμιά ελληνική περιφέρεια εκτός Κωνσταντινουπόλεως, ούτε η Θεσσαλονίκη, η Κύπρος ή η Κρήτη δεν έχουν αναδείξει Βυζαντινούς διανοητές με ανάλογο ελληνόφωνο έργο όπως των Παλαιστινίων.
Για τους χρόνους μεταξύ 527-900 μ.Χ., ο Θεοχάρης Δετοράκης καταγράφει στο Β’ τόμο της Βυζαντινής Φιλολογίας τρεις σπουδαίους πνευματικούς άνδρες από τη Γάζα, καθώς και άλλους της περιοχής των Ιεροσολύμων, της σπουδαίας μονής του Αγίου Σάββα, και αλλού.
Συγκριτικά, για όλη τη βυζαντινή περίοδο καταχωρείται από την Κρήτη μόνο ο Άγιος Ανδρέας, που αναφέρθηκε νωρίτερα. Στη θητεία τού μέχρι πρόσφατα Αρχιεπισκόπου Κρήτης, Ειρηναίου, είχαν οργανωθεί τρεις μεγάλες αποστολές βοήθειας σε κρίσεις που περνούσαν οι Παλαιστίνιοι.
Θεωρώ πως στην τελευταία αποστολή αγνοούσε η Εκκλησία ότι συνοδευόταν από όργανα της ΕΥΠ που κατέγραφαν τους παραλήπτες για να κοινοποιήσουν τα ονόματά τους στις αρχές του Ισραήλ.
Η Αγγλικανική Εκκλησία αυτή την εβδομάδα αποφάσισε να συζητήσει έκθεση των Ορθοδόξων της Παλαιστίνης για τους διωγμούς του Ισραήλ, παρά τις αντιδράσεις του μεγάλου ραβίνου της Βρετανίας.
Αν και σήμερα η κρίση που περνούν οι Παλαιστίνιοι είναι υπαρξιακή, οι Εκκλησίες Ελλάδας και Κρήτης φαίνεται πως υιοθετούν το αφήγημα του ελληνικού κράτους, υπαγορευόμενο από τον προστάτη, ότι όλοι οι Παλαιστίνιοι είναι εξτρεμιστές μουσουλμάνοι.
Μέσα σε ¼ αιώνα, η Ελλάδα αποφάσισε να απεμπολήσει συγγένειες και φιλίες που διατήρησε ο ελληνισμός τα προηγούμενα 1.500 χρόνια. Η αποξένωσή μας αυτή από τη Μ. Ανατολή ευνοεί σε βάθος χρόνου μόνο την αναβίωση μιας μεγάλης Τουρκίας.
Ο Νίκος Λεβεντάκης είναι μηχανικός