Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου μάς καλεί να θυμηθούμε πώς το «ΟΧΙ» του 1940 έγινε πράξη με την επιστράτευση, την αναχώρηση των στρατιωτών και την κινητοποίηση των πόρων μιας ολόκληρης κοινωνίας. Στην Κρήτη, ο πόλεμος άρχισε μέσα στις πόλεις και στα χωριά, πριν οι άνδρες της V Μεραρχίας αντικρίσουν την Τρεμπεσίνα.
Μαζί με τους εφέδρους αναχώρησαν και επιταγμένα άλογα και μουλάρια, απαραίτητα για τη μεταφορά των εφοδίων στα βουνά. Πίσω έμειναν οικογένειες που στερούνταν συγχρόνως τους ανθρώπους τους και πολύτιμα μέσα της αγροτικής εργασίας.
Η προσφορά αυτή αποκτά το πλήρες νόημά της όταν παρακολουθήσουμε ολόκληρη τη διαδρομή της Μεραρχίας από την κινητοποίηση του φθινοπώρου στις μάχες του χειμώνα, και από εκεί στην υποχώρηση και στον δύσκολο επαναπατρισμό. Οι επιζώντες δεν επέστρεψαν όλοι μαζί, ούτε όλοι σώθηκαν μετά το τέλος των επιχειρήσεων. Για πολλούς, η προσδοκία της επιστροφής μετατράπηκε σε παρατεταμένο εγκλωβισμό, ενώ για άλλους έσβησε στην πείνα και στην αιχμαλωσία.
Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940, η επιστράτευση κινητοποίησε την Κρήτη. Η V Μεραρχία περιλάμβανε το 14ο Σύνταγμα Πεζικού Χανίων, το 43ο Ηρακλείου και το 44ο Ρεθύμνου, μαζί με πυροβολικό και υπηρεσίες υποστήριξης. Στη σύνθεσή της συναντιούνταν έφεδροι που άφηναν οικογένειες και εργασίες, μαζί με μόνιμους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. Η δύναμη που καταγράφεται κατά τη μεταφορά της ανερχόταν σε 566 αξιωματικούς και 18.662 οπλίτες.
Τη Μεραρχία διοικούσε ο υποστράτηγος Γεώργιος Παπαστεργίου, τον οποίο διαδέχθηκε στα μέσα Απριλίου 1941 ο συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγκωνας. Στη διοίκηση του 14ου Συντάγματος καταγράφονται ο Θεόφιλος Κόντης και, στη συνέχεια, ο συνταγματάρχης Νικόλαος Σπένδος.
Το 43ο Σύνταγμα διοικούσε ο συνταγματάρχης Νικόλαος Παπανικολάου. Οι διαδοχές χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη, ώστε κάθε φάση της εκστρατείας να συνδέεται με τη διοίκηση της αντίστοιχης περιόδου.
Για το 44ο Σύνταγμα Ρεθύμνου, ο δημοσιευμένος κατάλογος διοικητών αναφέρει τον Ιωάννη Ζερβό, από τις 28 Οκτωβρίου έως τις 14 Νοεμβρίου 1940, τον Ξ. Θεϊακό, από τις 15 Νοεμβρίου έως τις 22 Φεβρουαρίου 1941, και κατόπιν τον Παναγιώτη Γούλα, από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τη διάλυση του Συντάγματος. Οι αλλαγές καλύπτουν την οργάνωση και τη μεταφορά της μονάδας, τις χειμερινές επιχειρήσεις και την τελική υποχώρηση.
Οι εφημερίδες των Χανίων αποτυπώνουν την άμεση αλλαγή της καθημερινότητας. Στις 29 Οκτωβρίου ο «Εσπερινός Ταχυδρόμος» και η «Εθνική Φωνή» δημοσίευαν ανακοινώσεις επιστράτευσης, ενώ οι Αρχές έδιναν οδηγίες συσκότισης και προστασίας από αεροπορικές επιδρομές. Ο ενθουσιασμός συνυπήρχε με την αγωνία της αναχώρησης. Η πολεμική προσπάθεια απαιτούσε γρήγορη παρουσίαση των εφέδρων, συγκρότηση των μονάδων και μεταφορά τους έξω από το νησί.
Παράλληλα επιτάχθηκαν ζώα μεταφοράς. Τα άλογα και τα μουλάρια ήταν καταγεγραμμένα από τις κρατικές υπηρεσίες και οι ιδιοκτήτες λάμβαναν χωριστές κλήσεις για την παράδοσή τους. Η επίταξη αφαίρεσε από την κρητική ύπαιθρο μέσα απαραίτητα στις μετακινήσεις και στις αγροτικές εργασίες.
Τα ζώα μεταφέρθηκαν με μεταγωγικά πλοία προς την ηπειρωτική χώρα και χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά πυρομαχικών και τμημάτων πυροβόλων σε δύσβατες περιοχές. Πολλά χάθηκαν στις μετακινήσεις και στις επιχειρήσεις. Ο ακριβής συνολικός αριθμός των ζώων που επιτάχθηκαν στην Κρήτη παραμένει αβέβαιος.
Αυτή η πλευρά της επιστράτευσης φανερώνει το κοινωνικό βάθος του «ΟΧΙ». Η άμυνα απαιτούσε στρατιώτες και όπλα, αλλά και μεταφορές, τροφή, εργασία και αντοχή στα μετόπισθεν. Για ένα αγροτικό νοικοκυριό, η αναχώρηση των ανδρών και η παράδοση ενός πολύτιμου ζώου σήμαιναν ταυτόχρονη μείωση της εργατικής δύναμης και των μέσων παραγωγής. Το κόστος του πολέμου μοιραζόταν ανάμεσα σε όσους έφευγαν και σε όσους παρέμεναν για να κρατήσουν όρθιο το σπίτι.
Τον Νοέμβριο του 1940 πραγματοποιήθηκε η μεταφορά της Μεραρχίας προς την ηπειρωτική Ελλάδα. Θαλάσσιες μετακινήσεις, σιδηροδρομικές διαδρομές και πεζοπορίες συνέδεσαν την Κρήτη με τη Μακεδονία και κατόπιν με το αλβανικό μέτωπο. Η μεταφορά ανθρώπων, ζώων, οπλισμού και εφοδίων αποτελούσε σύνθετη επιχείρηση. Η αναχώρηση από το νησί ήταν μόνον η αρχή μιας μακράς διαδρομής προς την πρώτη γραμμή, μέσα στον χειμώνα και με συνεχή καταπόνηση.
Στα τέλη Ιανουαρίου η Μεραρχία ανέλαβε αποστολές στην περιοχή Κλεισούρας-Τρεμπεσίνας. Η Κλεισούρα αποτελούσε σημαντική δίοδο, ενώ οι γύρω ορεινοί όγκοι επέτρεπαν τον έλεγχο των προσβάσεων. Η κατάληψη μιας κορυφής μπορούσε να βελτιώσει την ελληνική διάταξη, ενώ η απώλειά της μπορούσε να εκθέσει γειτονικά τμήματα. Έτσι εξηγείται η ένταση των αγώνων για υψώματα που σήμερα φαίνονται στον αναγνώστη απλώς αριθμοί επάνω σε έναν χάρτη.
Η επίσημη ιστορική παρουσίαση του Γενικού Επιτελείου Στρατού τοποθετεί στις 29 Ιανουαρίου την είσοδο της Μεραρχίας στον αγώνα, με το 14ο Σύνταγμα στην Τρεμπεσίνα. Η κατάληψη των υψωμάτων απαιτούσε αναβάσεις σε απότομο, χιονισμένο έδαφος, κάτω από εχθρικά πυρά.
Ακολουθούσαν η οργάνωση της άμυνας και η αντιμετώπιση αντεπιθέσεων. Τον Φεβρουάριο οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν προς το Σεντέλι και την Πούντα Νορντ. Στην ίδια παρουσίαση καταγράφεται η κατάληψη της Πούντα Νορντ από το 44ο Σύνταγμα στις 16 Φεβρουαρίου, ύστερα από σκληρό αγώνα μέσα σε χιονοθύελλα, με τη σύλληψη περίπου διακοσίων Ιταλών αιχμαλώτων.
Την εμπειρία αυτών των επιχειρήσεων φωτίζουν τα Ημερολόγια πολέμου του Γεωργίου Ι. Κάββου, υπολοχαγού του 43ου Συντάγματος και διοικητή λόχου πολυβόλων. Οι καταγραφές του παρακολουθούν από τον Ιανουάριο του 1941 τη δράση των Κρητών στο αλβανικό μέτωπο. Η αξία τους βρίσκεται στην οπτική του συμμετέχοντος. Οι επιχειρήσεις αποκτούν συγκεκριμένο χρόνο, τόπο και ανθρώπινο περιεχόμενο. Πίσω από κάθε επιτυχία βρίσκονται οι άνδρες που έπρεπε να κινηθούν, να ταχθούν και να αντέξουν στις θέσεις τους.
Ιδιαίτερα σκληρός υπήρξε ο αγώνας στο ύψωμα 1.178 του ορεινού συγκροτήματος Σεντέλι. Στη δημοσιευμένη σύνθεση του Μιχάλη Παπαηλιάκη, η οποία αξιοποιεί τις μαρτυρίες του Γεωργίου Κάββου και του Ιωάννη Βερνάρδου, περιγράφονται οι επανειλημμένες ιταλικές αντεπιθέσεις του Φεβρουαρίου.
Τα ξημερώματα της 14ης Φεβρουαρίου, μία από αυτές ανάγκασε τις ελληνικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν το ύψωμα, το οποίο ανακατέλαβαν ύστερα από νέες αντεπιθέσεις. Για το τριήμερο 13-15 Φεβρουαρίου καταγράφονται δεκαπέντε ιταλικές αντεπιθέσεις. Ο ταγματάρχης Ευάγγελος Κουρής και ο υπολοχαγός Γ. Κάββος συνέβαλαν στον συντονισμό της άμυνας και στην εμψύχωση των ανδρών.
Ο Κουρής διοικούσε το ΙΙ Τάγμα του 43ου Συντάγματος, με άνδρες κυρίως από το Ηράκλειο, ενώ ο Ιωάννης Βερνάρδος ήταν επικεφαλής του Ι Τάγματος του ίδιου Συντάγματος. Στο 44ο Σύνταγμα, ο ταγματάρχης Αριστείδης Παναγιωτάκης διοικούσε το Ι Τάγμα. Τα ονόματα αυτά συνδέονται με την άμεση ευθύνη για τους στρατιώτες: τη διάταξη των τμημάτων, τη διατήρηση της συνοχής, την τροφοδοσία και την αντιμετώπιση των απωλειών.
Στις 9 Μαρτίου άρχισε η μεγάλη ιταλική εαρινή επίθεση. Οι περιγραφές του Γ. Κάββου και του Ι. Βερνάρδου, όπως παρουσιάζονται στη σχετική ιστορική σύνθεση, αποδίδουν την ένταση των βομβαρδισμών με τη λέξη «κόλαση». Οι στρατιώτες έπρεπε να αντέξουν την προπαρασκευή του πυροβολικού και της αεροπορίας και αμέσως κατόπιν να αντιμετωπίσουν το επιτιθέμενο πεζικό. Η πολύμηνη καταπόνηση δεν είχε καταργήσει την ικανότητά τους να υπερασπίζονται τις θέσεις που είχαν κατακτήσει με αίμα.
Στην ίδια αναμέτρηση εντάσσεται η εποποιία του υψώματος 731, χωρίς να πρέπει να συγχέονται οι μονάδες. Το ίδιο το ύψωμα υπερασπίστηκαν αρχικά οι άνδρες του ΙΙ Τάγματος του 5ου Συντάγματος Πεζικού Τρικάλων, της Ι Μεραρχίας, υπό τον ταγματάρχη Δημήτριο Κασλά.
Η V Μεραρχία Κρητών πολεμούσε στον δικό της τομέα, στην περιοχή Τρεμπεσίνας-Σεντέλι. Το 5ο Σύνταγμα Τρικάλων και η V Μεραρχία Κρητών ήταν διαφορετικοί σχηματισμοί. Οι αγώνες τους συνέβαλαν στην ευρύτερη ελληνική αντίσταση που ματαίωσε την επιδιωκόμενη ιταλική διάσπαση.
Το ημερολόγιο του Γ. Κάββου φωτίζει και την ψυχική κατάσταση των μαχητών λίγο πριν από τη γερμανική εισβολή. Σε δημοσιευμένο απόσπασμα της καταγραφής της 5ης Απριλίου εκφράζεται η απόφαση να κρατήσουν το ύψωμα με κάθε θυσία. Την επομένη σημειώνει τη γερμανική επίθεση και καταλήγει: «Η Ελλάς όμως θα ζήση. Ζήτω η Πατρίς».
Οι απώλειες της Μεραρχίας υπήρξαν βαρύτατες. Στις δημοσιευμένες ιστορικές συνθέσεις επανέρχεται ο απολογισμός των 1.141 νεκρών, 2.025 τραυματιών, 2.553 παγόπληκτων και 434 ασθενών. Συνολικά 6.153 καταγεγραμμένες απώλειες. Πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων που χάθηκαν ή τέθηκαν εκτός μάχης.
Πίσω από τους αριθμούς υπήρχαν συγκεκριμένες ζωές, όπως εκείνη του Ανδρέα Ζερβάκη από τον Σκινιά Μονοφατσίου, που τραυματίστηκε βαριά στις 9 Μαρτίου στην Τρεμπεσίνα και παρέμεινε ανάπηρος. Η επιστροφή ενός στρατιώτη δεν σήμαινε πάντοτε αποκατάσταση της προηγούμενης ζωής του.
Η γερμανική εισβολή της 6ης Απριλίου απείλησε να αποκόψει τις ελληνικές δυνάμεις στην Αλβανία. Η διαταγή σύμπτυξης της 12ης Απριλίου επέβαλε την εγκατάλειψη θέσεων που είχαν κατακτηθεί με μεγάλες θυσίες. Οι στρατιώτες άφηναν πίσω τους τον τόπο όπου είχαν πολεμήσει και τους τάφους των συμπολεμιστών τους.
Ακολούθησαν οι συνθηκολογήσεις και ο αφοπλισμός. Η στρατηγική κατάρρευση επέβαλλε την αποχώρηση σε ανθρώπους που είχαν ακόμη τη θέληση να αντισταθούν.
Για τους Κρήτες άρχιζε τότε το πρόβλημα της επιστροφής στα πάτρια εδάφη. Η επίσημη στρατιωτική παρουσίαση αναφέρει ότι η Μεραρχία έφθασε τον Μάιο στην Πελοπόννησο και διαλύθηκε, ενώ οι Γερμανοί απαγόρευσαν την κάθοδό της στην Κρήτη. Ορισμένοι αξιωματικοί και οπλίτες κατόρθωσαν να περάσουν στο νησί με διαθέσιμα θαλάσσια μέσα. Άλλοι παρέμειναν στην Πελοπόννησο ή κατέληξαν στην Αθήνα. Όταν άρχισε η γερμανική αεραπόβαση στην Κρήτη, πολλοί έμπειροι στρατιώτες της βρίσκονταν μακριά της.
Για τους εγκλωβισμένους χωρίς συγγενική στήριξη ή άλλους πόρους, η κατοχική καθημερινότητα εξελίχθηκε σε νέο αγώνα επιβίωσης. Η πείνα και ο χειμώνας του 1941-1942 επιδείνωσαν δραματικά τη θέση τους. Ακόμη σκοτεινότερη υπήρξε η τύχη όσων συνελήφθησαν από τους Ιταλούς το καλοκαίρι του 1941 και μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο της Λάρισας. Εκεί υπέστησαν υποσιτισμό, ασθένειες, στερήσεις και κακομεταχείριση, χωρίς να έχουν κατορθώσει να ξαναδούν τις οικογένειές τους.
Οι αριθμοί των κρατουμένων και των θυμάτων διαφέρουν στις πηγές. Στο ρεπορτάζ της ΕΡΤ για τα αποκαλυπτήρια μνημείου στη Λάρισα, τον Μάιο του 2026, αναφέρονται περίπου 1.300-1.500 αιχμάλωτοι και περίπου 800 θάνατοι. Οι εκτιμήσεις χρειάζονται περαιτέρω ονομαστική και αρχειακή διασταύρωση. Η απόκλιση των αριθμών δεν μειώνει τη σημασία της κράτησης και της μαζικής απώλειας ζωών.
Η μνήμη όσων έμειναν στα βουνά της Αλβανίας βρίσκει σήμερα τόπο τιμής στα ελληνικά στρατιωτικά κοιμητήρια των Βουλιαράτων και της Κλεισούρας. Οι δύο χώροι, όμως, δεν περιλαμβάνουν το σύνολο των πεσόντων. Χιλιάδες στρατιωτικοί ενταφιάστηκαν πρόχειρα κοντά στα πεδία των μαχών ή στα στρατιωτικά νοσοκομεία, συχνά χωρίς επαρκή καταγραφή.
Λείψανα έχουν εντοπιστεί σε διάσπαρτες θέσεις της Βορείου Ηπείρου, στην περιοχή της Κορυτσάς, στο Δέλβινο, στη Χιμάρα και αλλού. Η γεωγραφία των ταφών ακολουθεί την έκταση των επιχειρήσεων και των διαδρομών διακομιδής των τραυματιών.
Στους Βουλιαράτες, η ιστορία του κοιμητηρίου συνδέεται με τη λειτουργία ελληνικού στρατιωτικού χειρουργείου και με τη φροντίδα των τάφων από ανθρώπους της ελληνικής μειονότητας, όπως ο Δημήτρης Μπάκος και κατόπιν ο γιος του Γιώργος. Στην Κλεισούρα έχουν ενταφιαστεί λείψανα που αναζητήθηκαν και ανακομίστηκαν από άλλες θέσεις του μετώπου. Οι τελετές της 28ης Οκτωβρίου στους δύο χώρους συνδέουν την επέτειο με την προσωπική θυσία των νεκρών.
Η αναζήτηση, η εκταφή, ο προσδιορισμός της ταυτότητας και ο ενταφιασμός αποτελούν αντικείμενο της ελληνοαλβανικής συμφωνίας που υπογράφηκε το 2009 και τέθηκε σε ισχύ το 2010. Η συστηματική εφαρμογή της ενεργοποιήθηκε το 2018, ύστερα από πολυετή καθυστέρηση.
Σύμφωνα με δημοσιευμένο απολογισμό έως το 2024, είχαν ερευνηθεί 63 από τα 67 καταγεγραμμένα σημεία ενδιαφέροντος στην Περιφέρεια Αργυροκάστρου, ενώ οι εργασίες επεκτείνονταν προς την Πρεμετή, με επόμενες περιοχές έρευνας την Αυλώνα και την Κορυτσά. Η ύπαρξη πληροφοριών για λείψανα δεν σημαίνει ότι έχουν ολοκληρωθεί παντού οι εκταφές.
Η προσπάθεια παραμένει ανολοκλήρωτη μέχρι σήμερα. Η ανεύρεση των οστών δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναγνώριση του νεκρού. Η φθορά των λειψάνων και η ανάγκη κατάλληλων δειγμάτων από συγγενείς καθιστούν τη γενετική ταυτοποίηση απαιτητική.
Ρεπορτάζ της «Καθημερινής» το 2026, επικαλούμενο στοιχεία της ομάδας εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, ανέφερε ότι είχαν εντοπιστεί οστά περίπου 1.500 πεσόντων και περισσότεροι από 2.000 συγγενείς είχαν προσφέρει δείγματα αίματος. Κατέγραφε επίσης την ενημέρωση οικογένειας, τον Ιούλιο του 2026, για την πρώτη επιτυχή γενετική ταυτοποίηση στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας.
Τα τελευταία χρόνια έχω συμμετάσχει σε προσκυνηματικά ταξίδια στα μέρη αυτά με την εξαιρετική διοργάνωση της ΕΑΑΣ (Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού) Ξάνθης. Τα βιώματα είναι πρωτόγνωρα όχι μόνο γιατί γνωρίζουμε από κοντά το θάρρος και τη γενναιότητα της γενιάς του ‘40, αλλά κυρίως τα μέρη που αγωνίστηκαν με τόση αυτοθυσία και αυταπάρνηση.
Η Βόρειος Ήπειρος, όπου εκτυλίχθηκε σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων του 1940-1941, αποτελεί τόπο μακραίωνης ελληνικής παρουσίας. Ο Ελληνισμός της διατήρησε τη γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη και την κοινοτική του παράδοση μέσα από δύσκολες ιστορικές συνθήκες. Σήμερα η γηγενής Ελληνική Εθνική Μειονότητα της Αλβανίας συγκεντρώνεται κυρίως στις περιοχές Αργυροκάστρου, Αγίων Σαράντα, Δελβίνου και Χιμάρας, ενώ ελληνική παρουσία υπάρχει και σε άλλες περιοχές της χώρας.
Η διατήρηση της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης, η ελεύθερη έκφραση της εθνικής ταυτότητας και η προστασία των περιουσιών αποτελούν ουσιώδη ζητήματα για το μέλλον της. Η σχέση αυτού του πληθυσμού με τη μνήμη του πολέμου αποτυπώνεται και στη φροντίδα των τάφων των Ελλήνων στρατιωτών.
Η επέτειος του «ΟΧΙ» αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν περιλαμβάνει ολόκληρη αυτή τη διαδρομή. Δίπλα στον στρατιώτη που κατέλαβε το ύψωμα βρίσκεται ο τραυματίας που επέστρεψε ανάπηρος, ο εγκλωβισμένος που αναζητούσε πέρασμα για την Κρήτη και ο κρατούμενος που πέθανε μακριά από το σπίτι του.
Πίσω τους βρίσκονται οι οικογένειες που τους αποχαιρέτησαν και όσοι κράτησαν όρθια τα μετόπισθεν. Για τους νεκρούς που ακόμη αναζητούνται, η αξιοπρεπής ταφή και η αποκατάσταση του ονόματός τους παραμένουν χρέος. Ο οδυνηρός νόστος της γενιάς του 1940 συνεχίζεται μέσα από την επιστροφή της ταυτότητας στους πεσόντες της. Αιωνία η μνήμη τους!
Σύντομη βιβλιογραφία και πηγές
- Κάββος, Γεώργιος Ι. Ημερολόγια πολέμου: Αλβανικό μέτωπο – Μέση Ανατολή. Ηράκλειο: Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, 2013.
- Γενικό Επιτελείο Στρατού. Ιστορική παρουσίαση της «Μεραρχίας Κρητών». Στρατός και Ενημέρωση, τχ. 66, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2022.
- Παπαηλιάκης, Μιχάλης. «Η V Μεραρχία Κρητών στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940-41», μέρος Β΄. Πατρίς, 28 Ιανουαρίου 2020.
- Καλογεράκης, Γιώργος Α. «1940-1941: Αναμνήσεις». Πατρίς, 4 Νοεμβρίου 2024.
- Παναγιωτάκης, Αριστείδης. «Η δράση του 44ου Συντάγματος κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-1». Ρεθεμνιώτικα Νέα, 6 Νοεμβρίου 2017.
- Κρυοβρυσανάκης, Λευτέρης. «Το Ηρωικό και δοξασμένο 44ο Σ.Π.». Ρεθεμνιώτικα Νέα, 13 Μαρτίου 2015.
- ΑΠΕ-ΜΠΕ. «Τα “ζώα του πολέμου”: Οι αφανείς ήρωες του 1940». Αναδημοσίευση στον ΣΚΑΪ, 28 Οκτωβρίου 2022.
- Μουσείο Δημήτρης Κασλάς. «Η μάχη στο Ύψωμα 731».
- Γκουσιάρη, Μάνια. «Λάρισα: Αποκαλυπτήρια για το Μνημείο Ηρώων της 5ης Μεραρχίας Κρητών». ΕΡΤ, 24 Μαΐου 2026.
- Υπουργείο Εξωτερικών. Απάντηση στην κοινοβουλευτική ερώτηση υπ’ αριθ. 4483/20.12.2018, 4 Ιανουαρίου 2019.
- ΓΕΕΘΑ. «Ενταφιασμός 32 Ελλήνων Πεσόντων του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940 στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο Κλεισούρας», 4 Νοεμβρίου 2021.
- Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος. «Οι ήρωες πεσόντες που ακόμη περιμένουν…». Ελευθερία.
- Η Καθημερινή. «Βρήκα τα οστά του πατέρα μου στην Αλβανία», 2026.
Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας-ιστορικός