«Στην ίδια ακροθαλασσιά της Τρυπητής, κάθε εορτή της Αναλήψεως, ξεκινώντας από όλους τους καστρινούς μαχαλάδες, σκεπασμένο με τις μιλάγες του και μουργιωμένο με τους φερετζέδες, όλο το χανουμοβρόχι πατούλιες-πατούλιες (παρέες), περνώντας τα στενοσόκακα, ήρχουνταν στην Τρυπητή.
Εκεί τους, τις περιμένανε οι χοντροκάμωτες αραπίνες του, παίρνοντας την κάθε μία, την έφερναν στον γιαλό, ώσπου να χώνουνταν στη θάλασσα. Σταματώντας, την άφηνε να μετρά τα κύματα ώσπου να ‘φταναν σαράντα. Σύγκαιρα η αραπίνα, παίρνοντας με τη χούφτα της νερό, της εράντιζε τα μαλλιά μουρμουρίζοντας και την ευχή ως τη σαράντιζε.
Στην ίδια ακρογιαλιά και οι χριστιανές νιες και μεσοκαιρίτισσες, παντρεμένες και απάντρευτες, εσαραντίζοταν και αυτές πιο κάτω.
Κι όπως σαραντισμένες εφεύγανε τις βραδινές ώρες, έπαιρνε η κάθε μια και τη μαλλιαρόπετρά τζη. Η πέτρα ετούτη, με τα φύκια τση θάλασσας φυτρωμένα πάνω τζη, ήταν ένα κι ένα, άμα η νοικοκυρά την έφερνε στο σπίτι. Με το ξόρκι που έκανε κρατώντας τη στο χέρι, μόλις και θα φώναζε… «όξω ψύλλοι και κοργιοί και στα όρη ποντικοί, κι όλα τα μιαρά εγίνουνταν χάουσα!
Μήτε μελίτακας δεν απόμενε στο νοικοκυριό της!…».
Το παραπάνω απόσπασμα είναι μία από τις πολλές αναφορές που έχει κάνει για το Μεγάλο Κάστρο, ο μπαρμπέρης ποιητής και αρθρογράφος Μανώλης Δερμιτζάκης. Ο Δερμιτζάκης αναφέρεται αποκλειστικά στην πόλη του Ηρακλείου. Μία πόλη των 20-25 χιλιάδων κατοίκων, που οι μισοί ήταν Τουρκοκρητικοί στις αρχές του 20ού αιώνα.
Μία πόλη κλεισμένη μέσα στα ψηλά μπεντένια, με ελάχιστους εμπορικούς δρόμους και πολλά στενοσόκακα, με τα τσαρσά της (τις αγορές της), τα χάνια της, τα εμπορικά της καταστήματα και τα ντουκιάνια της. Με τον μεγαλύτερο εμπορικό της δρόμο, την Πλατιά Στράτα (Καλοκαιρινού) και τον δρόμο που υποδεχόταν τους επισκέπτες, την οδό Πλάνης (σημερινή 25η Αυγούστου) και φυσικά την παραλία της Τρυπητής, σημείο που σύχναζαν οι λουόμενοι.
Σ’ αυτή την παραλία συναθροίζονταν οι Καστρινοί, για να τηρήσουν το παλιό έθιμο την ημέρα της Αναλήψεως. Αυτή η γιορτή έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα και στήνονταν στην παραλία οι λεγόμενες τσαρδάκες (υπαίθρια καφενεία), όπως συνηθιζόταν να γίνεται αυτό στα διάφορα πανηγύρια. Η μεγάλη λοιπόν αμμουδιά της Τρυπητής, όπως θα θυμούνται οι πιο παλιοί, κυριολεκτικά επλημμύριζε από γυναικοπαρέες και παιδιά που κρατούσαν χρωματιστά παρασόλια (ομπρέλες), υπομένοντας τον καυτερό ήλιο!
Οι παλιές νοικοκυρές συνήθιζαν να φυλάσσουν λαμπριάτικα τσουρεκάκια, καλιτσούνια, παξιμαδιασμένα λαμπροκούλουρα, μαζί με κόκκινα αυγά, για να τα φάνε στη θάλασσα την ημέρα της Αναλήψεως. Επίσης, κρατούσαν και διάφορα άλλα φαγητά, έτρωγαν και έπιναν στην παραλία. Ακόμα και τον καφέ έψηναν με το καμινέτο του σπίρτου, το οποίο είχαν μαζί τους, πίνοντάς τον στον καθαρό αέρα που τον εξασφάλιζε και με το παραπάνω η παραλία της Τρυπητής.
Τα παιδιά συνήθως την ημέρα αυτή έκαναν το πρώτο τους μπάνιο, φωνάζοντας με την πρώτη βουτιά «αναλήφθηκε ο Χριστός, αναλείβομαι κι εγώ» και έπεφταν στη θάλασσα, χωρίς να θέλουν να βγουν παρά τις φωνές και τα παρακάλια των μαμάδων τους, που συνήθως έβρεχαν τα πόδια τους και έμπαιναν στη θάλασσα, κρατώντας τα μακριά τους φορέματα, αφού το νερό έφτανε μέχρι τους αστραγάλους. Αλίμονο και αν το φόρεμα σηκωνόταν πιο παραπάνω…
Οι πιο νεαρές, πηγαίνοντας στα χαλάσματα του μικρού Κούλε ή προς τους βράχους του τρυπητού χαρακιού, προσπαθούσαν να βρούνε μία μικρή πέτρα από τη θάλασσα χορταριασμένη, την οποία και έλεγαν «μαλλιαρή».
Την έπαιρναν μαζί τους και την έφερναν στο σπίτι λέγοντας: «ως εβρίγιωσε η πέτρα του γιαλού, να βριγιώσουν οι νοικοκύρηδες του σπιτιού». Στην παραλία κάθονταν μέχρι των νυκτερινών ωρών πολλές παρέες που συνέχιζαν το γλέντι, στο οποίο συνέβαλε και η άφιξη των ανδρών που είχαν συμφωνήσει να ‘ρθουν μετά από τις δουλειές τους, κλείνοντας τα μαγαζιά τους.
Μαζί τους κρατούσαν λύρες, κιθάρες και μαντολίνα και άρχιζε το γλέντι και ο χορός. Παρόμοιο έθιμο είχαν και οι Τούρκοι την Πρωτομαγιά.
Οι χανούμισσες την ημέρα αυτή, στην παραλία της Τρυπητής, σήκωναν τον φερετζέ τους και με ευκολία η μία έβλεπε το πρόσωπο της άλλης. Ακόμα και άνδρες όταν περνούσαν, δεν κατέβαζαν τον φερετζέ αυτή την ημέρα. Κάτι αντίστοιχο με τη «μαλλιαρή» την ημέρα της Αναλήψεως, έκαναν και οι χανούμισσες την Πρωτομαγιά.
Έβρεχαν με θαλασσινό νερό τα μαλλιά τους για να μη μαδούνε και κρατώντας πολύχρωμα λαϊνάκια τα οποία χωρούσαν ένα νεροπότηρο νερό, τα γέμιζαν με θαλασσινό νερό, το οποίο έφερναν στα σπίτια τους, ραντίζοντας τις γωνίες του σπιτιού και λέγοντα: «Όξω ψίλοι και κοριοί και στα όρη ποντικοί».
Παραλία της Τρυπητής, τρυπητό χαράκι, ήθη έθιμα και παραδόσεις μιας άλλης εποχής, τα οποία οι κάτοικοι του Μεγάλου Κάστρου τα τηρούσαν με μεγάλη ευλάβεια, σε μια εποχή σκληρή και δύσκολη, σίγουρα όμως πιο όμορφη και πιο ανθρώπινη!