Στη λέσχη φιλαναγνωσίας των Αρχανών είχα τη χαρά να γνωρίσω και τον Γιώργο Ματαλλιωτάκη και πρόσεξα την ακρίβεια και τη λιτότητα των παρατηρήσεών του. Αργότερα, έμαθα ότι γράφει και μια φίλη μού έδωσε να διαβάσω μια νουβέλα του, όπου επιβεβαίωσα την πρώτη μου εντύπωση.
Είναι από τις Αρχάνες και σπούδασε θέατρο, κινηματογράφο και φιλοσοφία. Σήμερα, διδάσκει θέατρο σε παιδιά. Έχει εκδώσει ακόμη μια ποιητική συλλογή και μια συλλογή διηγημάτων.
Τίτλος της νουβέλας του είναι: «O ΚΥΒΕΡΝΟΛΕΒΙΑΘΑΝ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ», από τις εκδόσεις «Ενάντια». Μας παραπέμπει στο κλασικό πολιτικό έργο του Τόμας Χομπς (1651), όπου έχουμε τον Λεβιάθαν, ένα πελώριο κήτος της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι το κράτος που συγκεντρώνει όλη την εξουσία και διαθέτει το μονοπώλιο της βίας, ώστε να υποτάξει την ανθρώπινη φύση που είναι εγωιστική και φιλήδονη.
Αυτό το κράτος μπορεί να είναι είτε η απόλυτη μοναρχία είτε η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Προϋπάρχει, βέβαια, ένα κοινωνικό συμβόλαιο, γιατί, τελικά, έτσι εξασφαλίζεται η ευτυχία όλων. Μετεξελισσόμενες βέβαια οι ιδέες του, οδήγησαν στη σημερινή κοινοβουλευτική δημοκρατία που αποτελεί μια από τις πιο γόνιμες επινοήσεις του δυτικού κόσμου.
Στη νουβέλα μας, αφηγητής είναι ένας επιστήμονας προγραμματιστής με λαμπρές σπουδές, που αγωνίζεται να ανέβει κοινωνικά και να κατακτήσει κάποια υψηλή θέση σε εταιρείες της σύγχρονης τεχνολογίας.
Οι απορρίψεις τον πικραίνουν, αλλά προσπαθεί. Διαπληκτίζεται με φίλους και καταλήγει να έχει ως σύντροφό του το κινητό, που υποτακτικά του ρίχνει φως στα συμβαίνοντα στον κόσμο, αλλά και κάποια ευκαιριακή ερωτική σχέση. Τελικά, δικαιώνεται, καθώς τον προσλαμβάνουν στη μεγαλύτερη παγκόσμια εταιρεία Τεχνικής Νοημοσύνης στην Αμερική.
Ούτε ο έρωτας τον σταματά ούτε η απομάκρυνση από την πατρίδα, αλλά, γεμάτος προσδοκίες, ταξιδεύει για να κατακτήσει το όνειρό του. Πράγματι, εντάσσεται σε μια ιδιαίτερη νέα κοινωνία. Εδώ αρχίζει ο εφιάλτης που μας θυμίζει το «1984» του Τζώρτζ Όργουελ και τον «μεγάλο αδελφό» που παρακολουθεί τα πάντα. Οι καταστάσεις που βιώνει ο ήρωάς μας είναι παρόμοιες.
Τα πάντα παρακολουθούνται. Κάθε λέξη καταγράφεται. Κάθε σχέση και πράξη σου σε χρεώνει. Δεν υπάρχει χώρος για προσωπική ζωή. Ακόμα και όταν κατακτά υψηλό βαθμό στην ιεραρχία και, φυσικά, τη γυναίκα των ονείρων του, που μοιάζει με οπτασία, ο κύκλος συνεχώς σφίγγει και η προσδοκία μιας ευτυχίας αναβάλλεται.
Έτσι, με πίκρα και απογοήτευση σχεδιάζει τη φυγή του και την επιστροφή στον απλό κόσμο του χωριού του, πλούσιος με όσα κέρδισε στον δρόμο και με τον φόβο για την κυριαρχία της Τεχνητής Νοημοσύνης που καταστρέφει την ανθρώπινη ελευθερία και προετοιμάζει μια αβίωτη ζωή, όπου ο άνθρωπος είναι απλώς μια μηχανή που εκτελεί εντολές. Παράλληλα, πληροφορείται ότι έχει ξεκινήσει μια ισχυρή λαϊκή αντίδραση για εκδημοκρατισμό.
Σε ένα όμως λογοτεχνικό έργο, εκείνο που μετρά δεν είναι απλώς τι λέει, αλλά πώς κατορθώνει η αφήγηση να συναρπάσει τον αναγνώστη, χωρίς φυσικά να απουσιάζουν τα σχετικά διδάγματα από τις εμπειρίες των ηρώων.
Ο συγγραφέας μας επιτυγχάνει, από την αρχή, να μας πάρει μαζί του, να μας συγκινήσει, και κάθε παράγραφός του υπηρετεί με τέχνη το σχέδιό του. Αποκαλύπτεται ένας μελλοντικός εφιάλτης, καθώς δειλοί και άβουλοι αντάμα επιζητούμε την κοινωνική άνοδο και αφηνόμαστε να παρασυρθούμε από μια τεχνολογία που φυσικά στερείται από οποιαδήποτε ηθική αρχή.
Και δυστυχώς ο κόσμος αυτός δεν είναι επιστημονική φαντασία. Είναι μπροστά μας. Η ειρωνική γραφή, το σατυρικό ύφος και η χάρη με την οποία οργανώνεται το κείμενο, ακόμα και οι τολμηρές εκφράσεις που ενσωματώνονται, καθώς και οι αγγλικοί όροι, δημιουργούν ένα πεζογράφημα άξιο να διαβαστεί και τελικά να μας χαρίσει την απόλαυση της αισθητικής ηδονής που είναι στόχος της τέχνης. Κλείνω παραθέτοντας δύο παραγράφους.
«Καλή ερώτηση. Ωστόσο, παραβλέπει το τι εννοούμε με τον όρο “ιστορία”. Η ιστορία ως ανθρώπινη δραστηριότητα έχει τελειώσει. Ο homo sapiens δεν είναι πια ο δημιουργός της ιστορίας.
Δεν απομένει πια να κάνουμε παρά να αναπαυτούμε στις πολυθρόνες μας και να ξεκουράσουμε τον εαυτό μας από τη χιλιόχρονη προσπάθεια, τις επαναστάσεις, τα αίματα, τη βία, τις πονηρίες της ιστορίας. Όλα τα αναλαμβάνει το Πνεύμα, τώρα που έχει αυτονομηθεί και αυτοματοποιηθεί και στο οποίο μετέχουμε ερήμην μας – το AI…».
«Tι παράξενος πόθος! Όλο τον καιρό που δούλευα εδώ μου είχε λείψει τόσο η τρυφερότητα και η επαφή!
-Έχεις ένα πούπουλο.
-Πούπουλο; Πού;
-Nα, εδώ…
Και έκανα ταυτόχρονα την κίνηση να της το αφαιρέσω από τα μαλλιά. Η κίνησή μου όμως ήταν σαν χάδι. Έτσι την ένιωσα, και είμαι σίγουρος πως έτσι την ένιωσε και εκείνη. Κοκκίνισε.
Μάλλον και εγώ κοκκίνισα και η στιγμή που κοιταχτήκαμε στα μάτια, χαμογελώντας δήθεν για το πούπουλο, μου φάνηκε σαν όνειρο. Ένιωθα δυνατός. Παράξενο, αλλά, μετά από εκείνη τη στιγμή, και να μην κοιμόμασταν μαζί, θα ένιωθα ευτυχισμένος».
Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος