- «Ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή
- για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή
- θέλει νεκροί χιλιάδες να ‘ναι στους τροχούς
- θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους»
- Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον Εστί
Συνυφασμένη εμφανίζεται εδώ η ανθρωπότητα με την τροχιά του Ήλιου. Αν πάρουμε δεδομένα από την αστροφυσική, ο Ήλιος μας εκτελεί μια πλήρη περιφορά γύρω από το κέντρο του Γαλαξία μας, κάθε 226 εκατομμύρια χρόνια.
Στο μεταξύ, αυτή η τόσο ελκυστική κι ασήμαντη -μπροστά στο μέγεθος του Σύμπαντος- ανθρώπινη Ιστορία, εξελίσσεται, προχωρά, πισογυρίζει, αγκομαχά, πενθεί και αναγεννάται.
Οι «τροχοί» της Ιστορίας αυτής εμπλέκονται στη μεγάλη αυτή τροχιά του Ήλιου, φιλοξενώντας τα έργα και τους βίους των παρελθουσών γενεών, απαιτώντας καθαρά -σύμφωνα με τον ποιητή- δουλειά, αίμα, ζωή.
Σε κάθε μας πράξη καθημερινή, σε κάθε μας σχόλη, σε οτιδήποτε μας χαρακτηρίζει ως ανθρώπινα όντα, αντιστοιχούν θυσίες βαριές από το παρελθόν που μας πλαισιώνουν, ανακαλώντας μας στο ηθικό καθήκον, προς το καλό.
Ο δάσκαλός μου στη φιλοσοφία, Γρηγόρης Κωσταράς (1937-2024), μου είχε επισημάνει το εξής κάποια μέρα από εκείνες που εργαζόμουν στο γραφείο του: «Και μεσάνυχτα να είναι, και σκοτάδι απόλυτο, να πράττεις όχι σαν να μη σε βλέπει κανείς, αλλά σαν να σε βλέπουν χίλιοι».
Τότε, δεν είχα ακόμη ωριμάσει αρκετά στα σχετικά ζητήματα, οπότε θεώρησα ότι αναφερόταν πλαγίως στην περίφημη «κατηγορική προσταγή» του Καντ: να πράττεις έτσι ώστε η πράξη σου να είναι ικανή να ισχύσει σαν καθολικός νόμος.
Όμως ο καθηγητής πήγαινε το θέμα ακόμη πιο μακρυά, και συνεπώς μέσα από μια διαφορετική σύλληψη του Κόσμου: κατά τον Χριστιανό-υπαρξιστή δάσκαλό μου, οι «χίλιοι» που θα με έβλεπαν μέσα στο σκοτάδι, δεν ήταν άλλοι παρά παρουσίες νεκρών προγόνων…
Κι αυτοί οι πρόγονοι είχαν δουλέψει, είχαν πολεμήσει, είχαν θυσιαστεί, ώστε εγώ, ώστε η γενιά μας, να μπορεί να εξακολουθήσει τον αγώνα, να χαρεί το γύρισμα του Ήλιου και να καταβάλει το τίμημα στον τροχό της Ιστορίας.
Και αλλού, ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει -πάντα μέσα στο Άξιον Εστί: «Όπου και να σας βρίσκει το κακό αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα, θ’ αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη». Και λίγο πιο πριν: «Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα, μεγαλόφωνα τον νου μου ν’ απαγγείλει, ευανάγνωστα να γίνουν τα σωθικά μου».
Και τούτο, σηματοδοτεί ένα «κοινωνικό ρίσκο» ή ένα «κοινωνικό στοίχημα»: μια λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα, εκτίθεται κοινωνικά. Έτσι, είναι αναγκασμένη να καταφύγει στον γραπτό λόγο, και δη στην ποίηση: εδώ σ’ αυτόν τον χορό, όλα επιτρέπονται, όλα σχετίζονται, όλα παράγουν ομορφιά.
Η ποίηση σ’ αυτό διαφέρει από τη φιλοσοφία: από τη μια κερδίζει την ψυχή η όμορφη εικόνα η αθάνατη, ενώ από την άλλη -στη φιλοσοφία- οι πρώτες αρχές που ικανοποιούν το πνεύμα.
Και η πίστη; Η πίστη πού συγκαταλέγεται; Σ’ ένα χάσμα βαθύ, ένα βάραθρο χαραγμένο ανάμεσα ποίησης, φιλοσοφίας και αποκάλυψης. Και κάθε μεγάλος μύστης μιλά βαθιά, τόσο σαν ποιητής όσο και σαν φιλόσοφος: «Περίλυπος έστιν η ψυχή μου έως θανάτου»- μια συγκλονιστική φράση του Ιησού, που βιώνεται σαν μέτρο -κατά τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο- ανάμεσα στον πόνο που οδηγεί στη σωτηρία με την ακραία του ένταση και τη θλίψη που αδυνατούμε να συλλάβουμε παρά είτε ποιητικά, είτε μεταφυσικά.
Και σε τελευταία ανάλυση, τόσο μέσα από την πίστη μας, αλλά και μέσα από τις πράξεις μας, η Ανάσταση των νεκρών από εμάς εξαρτάται.
Ο Μπάμπης Λάσκαρις είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος, μέλος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας