Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Περίπου ογδόντα χρόνια μετά την ήττα των Περσών, αφού μεσολάβησε η αδελφοκτόνος σύγκρουση Αθηναίων και Πελοποννησίων (431-404), οι Έλληνες μισθοφόροι ακολουθούν τον Κύρο στα βάθη της Ασίας για να τον βοηθήσουν να πάρει τον θρόνο από τον πρωτότοκο Αρταξέρξη.

Ανάμεσά τους ο ιστορικός Ξενοφώντας, που ξαφνικά, αφού σκοτώνονται και τα δύο αδέλφια, αλλά και οι στρατηγοί των Ελλήνων, αναλαμβάνει να οδηγήσει το ακέφαλο και ταλαίπωρο ελληνικό στράτευμα στην παραλία.

Η Ανάβασις του Κύρου από την παραλία προς το εσωτερικό γίνεται κατάβαση του Ξενοφώντος, αφού ο ιστορικός μας εκλέγεται να οδηγήσει στην επιστροφή τούς δυστυχισμένους πολλαπλώς Έλληνες μισθοφόρους.

Προχωρούν οργανωμένοι, οργώνουν δάση και όρη, περνούν ποταμούς και ρυάκια, βρίσκουν οδηγούς, κλέβουν τρόφιμα, μεθοδεύουν, σχεδιάζουν, σφάζουν και σφάζονται. Έχει ξεχαστεί ο Αισχύλος και η τραγωδία του «Πέρσαι», τότε που το πέλαγος «ανθούσε» από τους Πέρσες νεκρούς και η «Σαλαμίνα» έμεινε σύμβολο στρατηγικής παλικαριάς και γενναιοφροσύνης.

Την πατρίδα τους υπερασπίστηκαν όλοι οι Έλληνες μαζί. Τιμώρησαν τον υπερόπτη Ξέρξη που τόλμησε να ζέψει τη θάλασσα και να έρθει να καταλάβει μια χώρα μικρή. Με τον Ξενοφώντα μάς είχε γοητεύσει τότε ο φιλόλογος, Δημήτρης Πλάκας, περιγράφοντας τους άγριους λαούς και τις πόλεις της Ασίας.

Ο μικροκαύσωνας που ζούμε οδήγησε τη σκέψη μου στους τότε θαλασσινούς Έλληνες, όταν αντίκρυσαν μετά τις ταλαιπωρίες το λατρεμένο γαλάζιο χρώμα από την κορυφή ενός βουνού.

Έχουν φτάσει «προς πόλιν μεγάλην και ευδαίμονα και οικουμένην, η εκαλείτο Γυμνιάς». Ο οδηγός που προσλαμβάνεται, τους υπόσχεται ότι σε πέντε ημέρες θα δουν τη θάλασσα, διαφορετικά να τον σκοτώσουν. Μεταφράζω απλώς το κείμενο:

«Φτάνουν πάνω στο βουνό την πέμπτη ημέρα. Το όνομά του ήταν Θήχης, όταν η εμπροσθοφυλακή έφτασε στη βουνοκορφή και είδαν χαμηλά τη θάλασσα, έβγαλαν φωνές μέχρι τον ουρανό. Άκουσαν ο Ξενοφών και οι οπισθοφύλακες και νόμισαν ότι και άλλοι εχθροί επιτίθενται από μπροστά.

Ακολουθούσαν κι από πίσω, από τη χώρα που είχαν κατακάψει άλλοι εχθροί. Τους είχαν στήσει ενέδρα και πήραν λάφυρα καμιά εικοσαριά βόδια. Η βοή μεγάλωνε συνέχεια. Σαν το κύμα που μεταδιδόταν στη φάλαγγα και μόλις έφταναν νέοι στην κορυφή άρχιζαν να τρέχουν κι εκείνοι. Συνέχεια μεγάλωνε η βοή όσο πλήθαιναν οι στρατιώτες στην κορυφή.

Ο Ξενοφών αντιλήφθηκε ότι κάτι σπουδαιότερο συμβαίνει, ανεβαίνει στο άλογο, παίρνει μαζί του τον Λύκιο και τους ιππείς και τρέχει να βοηθήσει. Μόλις πλησίασαν, άκουσαν ΘΑΛΑΤΤΑ-ΘΑΛΑΤΤΑ. Άρχισαν να τρέχουν όλοι και οι οπισθοφύλακες νηματούσαν τα μουλάρια και τα άλογα να τρέξουν γρηγορότερα.

Φτάσανε όλοι στην κορυφή. Αγκαλιάζονταν στρατηγοί, λοχαγοί, στρατιώτες, τρέχαν τα μάτια τους δάκρυα. Στήσανε τρόπαιο μεγάλο και καθένας έβαλε κάποιο δώρο. Φορτώσανε δώρα τον οδηγό. Ασημένιες φιάλες, δαχτυλίδια πολύτιμα».

Οι Έλληνες μισθοφόροι το 400 π.Χ. έχασαν για λίγο τη θάλασσα, έφυγαν από την πατρίδα αγορασμένοι από τους Δαρεικούς. Θα επιστρέψουν με μια άλλη ανάβαση. Με τον βασιλιά Αλέξανδρο. Όλοι «πλην Λακεδαιμονίων». Θα ξαναπροσπαθήσουν το 1922 και θα γεμίσει Μικρασιάτες πρόσφυγες η Ελλάδα και η Κρήτη.

Θα ενταφιαστεί το όνειρο και το παραμύθι με την κόκκινη μηλιά και τον μαρμαρωμένο βασιλιά που θα ξυπνήσει και θα αρχίσει πάλι η λειτουργία στην Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι. Θα μείνει για να νανουρίζει με τη μελωδία του στις συναυλίες. Ελάχιστοι θερμοκέφαλοι και ψευτοπατριώτες από τη δυτική πλευρά του Αιγαίου οραματίζονται μια νέα πορεία. Από την ανατολική πλευρά, δυστυχώς, το στρατιωτικό κατεστημένο δεν μπορεί να δεχτεί ότι το Αιγαίο είναι δικό μας.

Αυτό το χαρούμενο πέλαγος και η «πρώρα των αφρών του και ο γλάρος των ελπίδων του και ο ναύτης που ανεμίζει στο πιο ψηλό κατάρτι το τραγούδι του» μάς καλεί πάντα στην αγκαλιά του. Ένα πέλαγος που μας θρέφει με την αλμύρα του, που προκαλεί με τις χελιδονοουρές του και ερεθίζει την όρεξη των αμετανόητων συμμάχων.

Η ανθοφορία του Μινωικού Πολιτισμού οφείλεται στη θαλασσοκρατία και έκτοτε συνεχίζεται. Ο Θουκυδίδης θα γράψει «μέγα το της θαλάσσης κράτος» και οι Έλληνες ναυτικοί και τότε και σήμερα κυριαρχούν στον κόσμο, γιατί αγαπούν να μάχονται με το υγρό στοιχείο.

Η Οδύσσεια του Ομήρου απηχεί βέβαια τη λαχτάρα του ταλαιπωρημένου ναυτικού να επιστρέψει στον τόπο του που νοσταλγεί. Αρκετοί χάθηκαν στην αγκαλιά της και δεν επέστρεψαν ποτέ στον τόπο τους, γιατί παραμένει άπιστη.

Τώρα που τα μπάνια του λαού χαρίζουν σε όλους μας τη δροσιά και την απόλαυση, ας έχουμε πάντα στη σκέψη μας πόσο προνομιούχοι είμαστε και ας αντλήσουμε δύναμη, ώστε να αντέξουμε το μέλλον που, όπως γράφει ο ποιητής, ίσως να έχει αρκετή ξηρασία.

Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος