Σε πολλές οικογένειες τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς να το καταλαβαίνουν μέσα σε συγκεκριμένους ρόλους.
Το «καλό παιδί», το «ήσυχο», το «υπεύθυνο», το «δυνατό που δεν δημιουργεί προβλήματα». Λέξεις που ακούγονται θετικές, αλλά πολλές φορές δεν περιγράφουν απλώς χαρακτηριστικά· περιγράφουν μια θέση μέσα στην οικογένεια.
Οι ρόλοι αυτοί δεν δίνονται συνειδητά. Δεν τους «επιλέγει» κανείς. Σχηματίζονται σταδιακά, μέσα από τον τρόπο που λειτουργεί η οικογένεια και τις ισορροπίες που προσπαθεί να κρατήσει.
Για παράδειγμα, όταν υπάρχει ένταση ή δυσκολία ανάμεσα στους γονείς, ένα παιδί μπορεί να βρεθεί στη θέση του «ήρεμου σημείου». Να ωριμάζει πιο γρήγορα, να προσέχει τους άλλους, να αποφεύγει να εκφράζει ανάγκες ή συναισθήματα για να μην επιβαρύνει την κατάσταση.
Σε άλλες οικογένειες, ένα παιδί εκφράζει με τη συμπεριφορά του κάτι που δεν λέγεται με λόγια. Αυτό που συχνά ονομάζεται «πρόβλημα», πολλές φορές είναι τρόπος να ακουστεί κάτι που δεν βρίσκει χώρο αλλιώς.
Έτσι, ο κάθε ρόλος αποκτά μια λειτουργία μέσα στο οικογενειακό σύστημα. Κρατά μια ισορροπία, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι πάντα εύκολη ή υγιής.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτά δεν μένουν στην παιδική ηλικία.
Το παιδί που έμαθε να είναι «δυνατό», συχνά δυσκολεύεται να δείξει ευαλωτότητα ως ενήλικας.
Το παιδί που έμαθε να μην ζητάει, μπορεί να δυσκολεύεται να διεκδικήσει.
Το παιδί που έμαθε να φροντίζει τους άλλους, πολλές φορές ξεχνά να στραφεί προς τον εαυτό του.
Και τότε αυτό που κάποτε ήταν ένας τρόπος προσαρμογής, γίνεται ένας σταθερός τρόπος σχέσης με τους άλλους.
Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι είμαστε σήμερα.
Αλλά και τι ρόλο μάθαμε να έχουμε τότε, και αν αυτός ο ρόλος μάς εξυπηρετεί ακόμη ή μας περιορίζει.
Γιατί πολλές φορές δεν αλλάζουμε εύκολα ως άνθρωποι.
Απλώς συνεχίζουμε να παίζουμε έναν ρόλο που κάποτε χρειάστηκε προκειμένου να αντέξουμε.
Η Μαρία Κονταξάκη είναι σύμβουλος Ψυχικής Υγείας ατόμου, ζεύγους, οικογένειας και ομάδας, πιστοποιημένη στη Συστημική Ψυχοθεραπεία, επιστημονική συνεργάτιδα της «Αλληλεπίδρασις ΙΚΕ»