Κάθε εποχή έχει τον δικό της δημόσιο χώρο. Κάποτε ήταν οι πλατείες και τα καφενεία, οι αίθουσες των συλλόγων, οι παρέες όπου οι άνθρωποι συναντιούνταν πρόσωπο με πρόσωπο και αντάλλασσαν απόψεις. Εκεί γεννιόταν ο διάλογος, η συμφωνία αλλά και η διαφωνία.
Οι άνθρωποι μπορούσαν να συγκρουστούν στις ιδέες, αλλά είχαν απέναντί τους έναν άνθρωπο με βλέμμα, φωνή και παρουσία. Η φυσική επαφή λειτουργούσε πολλές φορές ως όριο, γιατί πίσω από κάθε άποψη υπήρχε και η ευθύνη εκείνου που την εξέφραζε.
Στη συνέχεια, ο δημόσιος λόγος βρήκε νέους δρόμους έκφρασης. Οι εφημερίδες έδωσαν χώρο στην ανάλυση, στην τεκμηριωμένη άποψη αλλά και στον αντίλογο. Το ραδιόφωνο έφερε τη φωνή πιο κοντά στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Η τηλεόραση μετέφερε την εικόνα και την ενημέρωση σε κάθε σπίτι. Κάθε νέο μέσο άλλαζε τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία ενημερωνόταν, συζητούσε και διαμόρφωνε απόψεις.
Όμως και σε αυτά τα μέσα, παρά τις αδυναμίες και τις υπερβολές τους, υπήρχαν φίλτρα, κανόνες, επαγγελματικές ευθύνες και, κυρίως, μια απόσταση ανάμεσα στην προσωπική άποψη και στη δημόσια παρέμβαση. Η δημοσίευση μιας άποψης, η μετάδοση μιας είδησης ή η παρουσίαση ενός γεγονότος απαιτούσαν μεγαλύτερη προετοιμασία και συχνά συνοδεύονταν από την ευθύνη του ονόματος εκείνου που υπέγραφε ή εξέπεμπε.
Σήμερα, η μεγάλη πλατεία της κοινωνίας μεταφέρθηκε στην οθόνη ενός κινητού τηλεφώνου. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έγιναν ο νέος δημόσιος χώρος, η σύγχρονη αγορά ιδεών, όπου εκατομμύρια άνθρωποι συναντιούνται καθημερινά.
Η εμφάνιση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές και κοινωνικές επαναστάσεις των τελευταίων δεκαετιών. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν οι πρώτες πλατφόρμες έκαναν την εμφάνισή τους, ο στόχος ήταν απλός αλλά και σπουδαίος.
Να φέρουν τους ανθρώπους πιο κοντά, να καταργήσουν τις αποστάσεις, να διευκολύνουν την επικοινωνία, να δώσουν βήμα στην ελεύθερη έκφραση, στην ενημέρωση, στη δημιουργία κοινοτήτων και στην ανταλλαγή γνώσεων και εμπειριών.
Και πράγματι, για αρκετά χρόνια αυτό συνέβη. Φιλίες αναβίωσαν, οικογένειες επικοινώνησαν από διαφορετικές ηπείρους, ιδέες ταξίδεψαν σε ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Η πληροφορία έγινε άμεση και η επικοινωνία απέκτησε μια πρωτόγνωρη ταχύτητα. Αναμφισβήτητα, αποτέλεσε μια σπουδαία δημοκρατική κατάκτηση.
Μόνο που κάθε μεγάλη δυνατότητα κρύβει και μια μεγάλη ευθύνη. Και κάπου εκεί, στον ίδιο χώρο όπου άνθισαν η επικοινωνία και η δημιουργικότητα, άρχισαν να εμφανίζονται η παραπληροφόρηση, η ανωνυμία χωρίς όρια, η προσβολή και η τοξικότητα. Ο διάλογος πολλές φορές έδωσε τη θέση του στον θόρυβο, τα επιχειρήματα στις κραυγές και η σκέψη στη βιαστική καταδίκη.
Τα ψεύτικα προφίλ άρχισαν να ξεφυτρώνουν σαν σκιές χωρίς πρόσωπο, αλλά με δυνατή φωνή. Και, δυστυχώς, πολλές φορές η φωνή αυτή ήταν γεμάτη δηλητήριο.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η ύπαρξη των ψεύτικων λογαριασμών. Είναι η ψευδαίσθηση παντογνωσίας που γεννά το πληκτρολόγιο.
Μόλις τα δάχτυλα ακουμπήσουν στα πλήκτρα, κάποιοι μεταμορφώνονται. Γίνονται εισαγγελείς χωρίς δικογραφία. Δικαστές χωρίς δικαστήριο. Ντετέκτιβ χωρίς έρευνα. Ιατροδικαστές χωρίς επιστήμη. Συνταγματολόγοι χωρίς νομική. Οικονομολόγοι χωρίς οικονομικά. Εμπειρογνώμονες επί παντός επιστητού.
Αρκεί μια ανάρτηση, ένα σχόλιο ή μια φήμη και εκδίδονται ετυμηγορίες με απόλυτη βεβαιότητα. Άνθρωποι καταδικάζονται χωρίς αποδείξεις, γεγονότα ερμηνεύονται χωρίς γνώση και υποψίες μετατρέπονται σε «βεβαιότητες».
Το παράδοξο είναι πως αρκετές φορές εκείνος που εμφανίζεται ως αλάνθαστος γνώστης των πάντων, δυσκολεύεται ακόμη και να γράψει σωστά μια απλή πρόταση.
Θέλει να γράψει για παράδειγμα, «Η πόλη μας το Ηράκλειο», αλλά καταλήγει να το αποδίδει ως «Ι πωλι μας τω Ιρακληο» -και μετά αναρωτιέται γιατί η γλώσσα ζητάει… μεταγραφή!!
Ο ίδιος, όμως, αισθάνεται έτοιμος να αναλύσει ιατρικά περιστατικά, να αποδώσει ποινικές ευθύνες, να κρίνει δικαστικές αποφάσεις, να εξηγήσει γεωπολιτικές κρίσεις και να μοιράσει πιστοποιητικά ηθικής. Η άγνοια δεν τον ενοχλεί. Η βεβαιότητα τον μεθά.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον βρήκαν πρόσφορο έδαφος και τα γνωστά τρολ, ειδικά τα πολιτικά στρατευμένα. Δεν ενδιαφέρονται για την αλήθεια ούτε για τον διάλογο. Στόχος τους είναι να προκαλέσουν ένταση, να διχάσουν, να εξοργίσουν, να αποπροσανατολίσουν τη συζήτηση και να μετατρέψουν κάθε διαφορετική άποψη σε προσωπικό πόλεμο. Είναι οι έμποροι του θυμού, που τρέφονται από την αντίδραση των άλλων.
Έτσι, η τοξικότητα εκτοξεύτηκε στα ύψη.
Οι αιτίες είναι πολλές. Η ανωνυμία, η ανάγκη ορισμένων για προβολή, η επιδίωξη λίγων λεπτών δημοσιότητας, η έλλειψη παιδείας στον δημόσιο διάλογο, η ευκολία με την οποία διαδίδεται η παραπληροφόρηση, αλλά και οι ίδιοι οι αλγόριθμοι, που ανταμείβουν ό,τι προκαλεί έντονες αντιδράσεις και όχι ό,τι προάγει τη σκέψη.
Οι συνέπειες είναι ακόμη πιο σοβαρές. Υπολήψεις καταστρέφονται μέσα σε λίγες ώρες. Άνθρωποι διαπομπεύονται χωρίς αποδείξεις. Δημιουργείται ένα κλίμα μίσους, πόλωσης και καχυποψίας. Η ψυχική υγεία πολλών ανθρώπων δοκιμάζεται, ενώ η κοινωνία συνηθίζει επικίνδυνα στην αγένεια, στην προσβολή και στον δημόσιο εξευτελισμό σαν να αποτελούν φυσιολογικό τρόπο επικοινωνίας.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η συνεχής έκθεση στην επιθετικότητα μάς αλλάζει όλους. Μειώνει την ανεκτικότητα, τρέφει τον φανατισμό, διαβρώνει την εμπιστοσύνη και συνηθίζει, κυρίως τους νέους, στην αντίληψη ότι δίκιο έχει εκείνος που φωνάζει περισσότερο και όχι εκείνος που επιχειρηματολογεί καλύτερα.
Το διαδίκτυο οφείλει να παραμείνει ελεύθερο. Η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί κατάκτηση της δημοκρατίας και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Όμως η ελευθερία δεν σημαίνει ασυδοσία. Δεν σημαίνει ότι μπορούμε να προσβάλλουμε, να συκοφαντούμε ή να διαδίδουμε ψεύδη χωρίς συνέπειες.
Η άποψη του καθενός είναι απολύτως σεβαστή, ακόμη κι όταν διαφωνούμε μαζί της. Αρκεί να διατυπώνεται με επιχειρήματα, με σεβασμό, χωρίς τοξικότητα, χωρίς προσωπικές επιθέσεις, χωρίς μίσος, χωρίς χλευασμό, χωρίς δολοφονία χαρακτήρων. Η διαφωνία είναι πλούτος της δημοκρατίας. Η απαξίωση του άλλου είναι φτώχεια πολιτισμού.
Ίσως κάποιοι πουν πως όλο αυτό είναι μία ακόμη μόδα της εποχής και πως, όπως όλες οι μόδες, κάποτε θα περάσει. Μακάρι.
Το πραγματικό ζητούμενο, όμως, δεν είναι αν θα περάσει. Είναι να μη μας αφήσει πίσω μια κοινωνία πιο θυμωμένη, πιο καχύποπτη, πιο μοναχική. Να μη θεωρήσουμε φυσιολογικό να πληγώνουμε ανθρώπους από την ασφάλεια μιας οθόνης. Να μη συνηθίσουμε να αντικαθιστούμε την αλήθεια με τον εντυπωσιασμό, τον διάλογο με τον διασυρμό και τη σκέψη με την κραυγή.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι ούτε καλά, ούτε κακά. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας μας. Και ο καθρέφτης δείχνει πάντοτε αυτό που στεκόμαστε απέναντί του.
Ίσως, λοιπόν, πριν πατήσουμε το κουμπί της δημοσίευσης, αξίζει να αναρωτηθούμε. Αυτό που γράφουμε θα το λέγαμε με τον ίδιο τρόπο, αν είχαμε απέναντί μας τον άνθρωπο στον οποίο απευθύνεται;
Αν η απάντηση είναι «όχι», τότε ίσως δεν πρέπει να το γράψουμε ποτέ.
Γιατί απέναντι από κάθε προφίλ, δεν υπάρχει απλώς ένας λογαριασμός. Υπάρχει ένας άνθρωπος.
Και οι λέξεις δεν χάνονται στο διαδίκτυο. Μένουν. Πληγώνουν. Στιγματίζουν. Ή, αν το επιλέξουμε, μπορούν να φωτίσουν, να ενώσουν και να κάνουν τον δημόσιο διάλογο λίγο πιο ανθρώπινο.
Η επιλογή είναι, τελικά, δική μας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα social media είναι καλά ή κακά. Είναι αν εμείς, ως κοινωνία, μάθαμε να διαχειριζόμαστε αυτή τη δύναμη που βρέθηκε στα χέρια μας.
Ο Γιώργος Μυσιρλάκης είναι δημοσιογράφος