Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Ο συγκεκριμένος άνθρωπος, που έχω στον νου μου, είναι ένας οξυδερκέστατος και ευρυμαθής αρχιτέκτονας και ψυχολόγος με επάρκεια και στα δύο επαγγέλματα. Είναι τόσο παρατηρητικός και διαυγής, ώστε αναγνωρίζει τα κρητικά χωριά μόνο και μόνο από μία τους φωτογραφία: τα θυμάται, τα έχει περιηγηθεί με τα μάτια της καρδιάς.

Για κάποιους λόγους -παρόλο που σέβεται απεριόριστα τους θρησκευόμενους- επέλεξε την αθεΐα σαν οδό πνευματική, σαν όχημα αντίληψης της πραγματικότητας. Θεωρεί ότι η «προέλευση των θεών» δεν είναι παρά μία προβολή των γονέων του πιστού κάθε θρησκείας στη φαντασία του, ή στο ασυνείδητο απλούστερα -ή, τέλος, στο φαντασιακό κομμάτι της πραγματικότητας, της αντίληψης των πραγμάτων, της κοσμοθεώρησής του.

Ο άνθρωπός μας είναι προικισμένος με εξαιρετικά ψυχικά χαρίσματα, δυσεύρετα ίσως στην κοινωνία των πολλών, καθιστώντας τον εύκολα αγαπητό αλλά και παραδεκτό σαν προσωπικότητα από τους άλλους. Και δεν προκαλεί: αντιμετωπίζει το περιβάλλον του με ιδιαίτερη κατανόηση και δεκτικότητα.

Ωστόσο, διατηρεί κάποιες επιθυμίες, κάνει εύκολα όνειρα για το μέλλον, ενώ από την άλλη δεν αφήνει εκτεθειμένους ποτέ τους συνεργάτες του. Ερωτεύεται δε επίσης εύκολα και βαθιά. Ο φόβος του είναι να μην καταλήξει -κατά τη ρήση του Σεφέρη- σε «έναν μνησίκακο γέρο με ιδιαίτερα περιορισμένους ορίζοντες». Έχει όμως μελετήσει ολόκληρη σχεδόν την Αρχαία Γραμματεία που αφορά στο δράμα, στην τραγωδία, όσο και τα άπαντα του Σαίξπηρ.

Προσπαθεί να προηγείται κάπως της εποχής του, παρόλο που θα μπορούσα να βεβαιώσω ότι έλκεται και κατευθύνεται από τη ρήση του Ρεμπώ: «Οφείλουμε να είμαστε απόλυτα σύγχρονοι».

Δεν θέλει και νιώθει ιδιαίτερα άβολα, μόλις αισθανθεί «παρωχημένος» σε κάποιο κομμάτι της ζωής του. Η αντίδρασή του θα είναι άμεση. Πάντως, έχει δανειστεί από τους Στωικούς φιλοσόφους -που έχει επίσης μελετήσει με χαρά- την έννοια της «αταραξίας». Προσπαθεί να μένει ψύχραιμος και συγκρατημένος.

Ο Ντοστογιέφσκι στους «Αδερφούς Καραμάζοφ» (μτφ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Άγρα, 2025, σελ. 57), γράφει: «Ο Φιόντορ Παύλοβιτς έμαθε τα νέα του θανάτου της συζύγου του μεθυσμένος: λένε ότι βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να φωνάζει, υψώνοντας χαρούμενος τα χέρια στον ουρανό: “Νυν απολύεις”, ενώ σύμφωνα με ορισμένους άλλους, έκλαιγε με λυγμούς σαν μικρό παιδί, τόσο μάλιστα που λυπόσουνα να τον βλέπεις, παρά την πάνδημη αντιπάθεια προς το πρόσωπό του.

Είναι πολύ πιθανόν να ίσχυε και το ένα και το άλλο, δηλαδή να χαιρόταν για την απελευθέρωσή του και να έκλαιγε για την ελευθερώτριά του ταυτόχρονα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι άνθρωποι, ακόμα και οι κακούργοι, είναι πολύ πιο αφελείς και απλοϊκοί από αυτό που φανταζόμαστε εμείς για κείνους. Αλλά κι εμείς επίσης».

Τελικά, όσο κι αν κάποιοι από εμάς θεωρούμε εργοδότη μας τον ίδιο τον Κύριο για το διάστημα που διακινούμε τους εαυτούς μας πάνω στη Γη, εντούτοις είμαστε όλοι μας αφελείς, οσοδήποτε ευφυείς και να μας λογαριάζουν οι άλλοι, πιστοί και άθεοι, μπροστά στην πραγματικότητα του Όλου, του Όντως Όντος δηλαδή.

Και ο Οδυσσέας Ελύτης στο εξομολογητικό του κείμενο «Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά» (εκδ. Ίκαρος, 1991, σελ. 33), σημειώνει: «Φέρτε μου τον Θεό, θα συνεννοηθώ αμέσως. Με τους ανθρώπους είναι το δύσκολο».

Ο Μπάμπης Λάσκαρις είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος, μέλος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας