Σε τελευταία άρθρα μας, παρουσιάστηκε η διαχρονική εξέλιξη των υδροτεχνολογιών από την Μινωική Εποχή (ca 3200-1100 π.Χ.), τη Μυκηναϊκή Περίοδο (ca 1600-1100 π.Χ.), την Ελληνική Γεωμετρική ή Ομηρική Περίοδο (ca 1100-750 π.Χ.), την Αρχαϊκή (ca 750- 480 π.Χ.), την Κλασική (ca 480-323 π.Χ.), την Ελληνιστική (323-31 π.Χ,) και τη Ρωμαϊκή Ελλάδα (ca 31 BC-330 AD), την Ενετική Περίοδο (ca 1205-1715), τη Βυζαντινή Ελλάδα (ca 330-1453 μ. X.) και την Οθωμανική Περίοδο (ca 1453-1908).
Η μακρόχρονη και λαμπρή ελληνική ιστορία προσφέρει σπουδαία διδάγματα για τη διαχρονική εξέλιξη των τεχνολογιών διαχείρισης των υδατικών πόρων. Στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου, οι Μινωίτες εγκαταστάθηκαν κυρίως σε ανατολικές περιοχές με μειωμένη διαθεσιμότητα νερού.
Από την Νεολιθική Εποχή (ca 7.000-3.200 π.Χ.) είχαν αναπτυχθεί οι πρώτες τεχνολογικές πρακτικές διαχείρισης του νερού, όπως η συλλογή και η αποθήκευση του βρόχινου νερού και η άντληση των υπόγειων νερών από σχετικά μικρά βάθη.
Είναι προφανές ότι τα πρώτα συναφή έργα κατασκευάστηκαν χειρωνακτικά και επέτρεψαν στους προγόνους μας να κατοικήσουν σε τόπους μακριά από φυσικές πηγές νερού και ακόμα σημαντικότερο, να καλλιεργήσουν μεγάλες εκτάσεις γης. Πιθανότατα, αυτές οι πρώτες τεχνολογίες υδατικών πόρων θεωρούνται οι πιο καινοτόμες και αποτελεσματικές από τις πολυάριθμες υδρο-τεχνολογίες, που ακολούθησαν, για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Φαιστός, που είναι χτισμένη σε υψόμετρο περίπου 100 m από την επιφάνεια της θάλασσας, στο δυτικό μέρος της πεδιάδας της Μεσσαράς.
Η κεντρική αυλή του μινωικού οικισμού, με έκταση περίπου 1,375 στρεμμάτων, αποτελούσε την καρδιά των κοινωνικών και θρησκευτικών δραστηριοτήτων και των έργων συλλογής, καθαρισμού και αποθήκευσης του βρόχινου νερού (Εικ. 1α). Παράπλευρα των δεξαμενών συλλογής και αποθήκευσης του πόσιμου νερού χρησιμοποιούνταν αμμόφιλτρα καθαρισμού του νερού πριν από την αποθήκευσή του (Εικ. 1β).
Στη συνέχεια οι Μυκηναίοι (ca 1600-1100 π.Χ.), αύξησαν την κλίμακα των έργων, όπως το βάθος άντλησης υπόγειου νερού, τις δεξαμενές συλλογής και αποθήκευσης βρόχινου νερού και γενικά τα αντιπλημμυρικά έργα. Ιδιαίτερα η διαχείριση και χρήση του υπόγειου και πηγαίου νερού αποτέλεσε κορυφαίο επίτευγμα της Μηχανικής Υδραυλικής.
Τα ανακτορικά κέντρα κατασκεύασαν εντυπωσιακά υπόγεια υδραυλικά έργα και στοές (σήραγγες, υπόγεια περάσματα νερού) με κυκλώπεια τεχνοτροπία, εξασφαλίζοντας την απρόσκοπτη πρόσβαση σε πόσιμο νερό από εξωτερικές πηγές, ιδίως σε περιόδους πολιορκίας.
Στην ακρόπολη των Μυκηνών, η πρόσβαση στην υπόγεια δεξαμενή, που βρίσκεται εκτός των Τειχών, κατασκευάστηκε διά μέσου των Τειχών για να παρέχει νερό στους κατοίκους, ιδιαίτερα όταν ήταν σε κατάσταση πολιορκίας. Το νερό προερχόταν κυρίως από την πηγή Περσεία, που από τα προϊστορικά χρόνια έως και στις μέρες μας αναβρύζει νερό και υδροδοτεί το χώρο (Εικ. 2α).
Οι σύγχρονοι μελετητές την τοποθετούν με ακρίβεια στα 360 m μακριά από την ακρόπολη. Είναι σε πλεονεκτική θέση, 13 m ψηλότερα από την κορυφή της Ακρόπολης και μπορεί να θεωρηθεί από τα μυκηναϊκά χρόνια ως το κεντρικό υδραγωγείο της πόλης (Παλαιολόγου και άλλοι, 2012). Επιπλέον, οι Μυκηναίοι υδροδοτούνταν από τη συλλογή και την αποθήκευση όμβριων νερών (Εικ. 2β).
Την Αρχαϊκή Περίοδο άρχισε η βελτίωση και η περαιτέρω ανάπτυξη των μινωικών και των μυκηναϊκών υδρο-τεχνολογιών. Ο Σόλων (ca 639-559 π.Χ.), Αθηναίος φιλόσοφος και νομοθέτης, θέσπισε σημαντικούς νόμους για τη διαχείριση των υδατικών πόρων στην αρχαία Αθήνα γύρω στο 594 π.Χ., αντιμετωπίζοντας τη λειψυδρία της Αττικής με κανόνες ισότητας και ορθολογικής χρήσης.
Όρισε ότι αν υπήρχε δημόσιο πηγάδι σε απόσταση 4 σταδίων (περίπου 710 m), όλοι οι γειτονικοί πολίτες μπορούσαν να το χρησιμοποιούν. Αν η απόσταση ήταν μεγαλύτερη, όφειλαν να ανοίξουν δικό τους πηγάδι.
Την ίδια περίοδο, ο Ιππόδαμος ο Μιλήσιος (ca 498-408 π.Χ.), Έλληνας αρχιτέκτονας, πολεοδόμος, φυσικός, μαθηματικός, μετεωρολόγος και φιλόσοφος, που θεωρείται και ο πατέρας της πολεοδομίας, εισήγαγε την Ιπποδάμειο τεχνολογία στον πολεοδομικό σχεδιασμό.
Αυτή αποτελεί μια σημαντική καινοτομία, η οποία αργότερα, κατά την Ελληνιστική Περίοδο και μέχρι τη σύγχρονη εποχή, επηρέασε σημαντικά μεταξύ άλλων και τα αστικά συστήματα υδροδότησης.
Ο Αριστοτέλης (384-328 π.Χ.) αναφέρει ότι ο Ιππόδαμος: «….πρώτος των μη πολιτευομένων επεχείρησε να είπη τι περί της αρίστης πολιτείας, διαιρέσας την μυρίανδρον τω πλήθει πόλιν εις τρία μέρη, ήτοι το περιλαμβάνον τους τεχνίτας, το τους γεωργούς και το προπολεμούν και τα όπλα έχον. Την χώραν εις την ιεράν, την δημοσίαν και την ιδίαν…» (Zarkadoulas et al., 2012).
Την ίδια εποχή στην Αθήνα, στο Λύκειο ή την Περιπατητική Σχολή του Αριστοτέλη (355-328 π.Χ.), αναπτύχθηκε μεταξύ άλλων και η ιδέα της αφαλάτωσης. Η τεχνολογία αυτή ανάγεται στους αρχαίους Έλληνες ναυτικούς, που την εφάρμοζαν κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα με την εξάτμιση του θαλασσινού νερού, που πρώτος είχε περιγράψει ο Αριστοτέλης μετά από εκτέλεση σχετικής πειραματικής εργασίας.
Επιπλέον ανακάλυψε την αρχή της διατήρησης της μάζας στον υδρολογικό κύκλο, ότι δηλαδή νερό ανακυκλώνεται και πληθώρα άλλων (Koutsoyiannis et al., 2008).
Γενικά, την Κλασική και Ελληνιστική Περίοδο (ca 480-31 π.Χ.), οι Έλληνες κατασκεύασαν πρωτοπόρα έργα διαχείρισης των υδατικών πόρων, όπως υδραγωγεία, υπόγειες σήραγγες, δεξαμενές και συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης.
Ειδικότερα ανάπτυξαν υπόγεια και άλλα υδραγωγεία, όπως το Ευπαλίνειον όρυγμα, λαξευμένους χώρους σε βράχους και άλλες δεξαμενές για τη συλλογή και αποθήκευση νερού, μικρής και μεσαίας κλίμακας φράγματα για τη συγκράτηση των χειμαρρικών απορροών, συστήματα υγιεινής όπως λουτρά και τουαλέτες, συστήματα ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης και άλλα. Αυτές οι τεχνολογίες κάλυπταν τις ανάγκες των πόλεων και βελτίωσαν τη γεωργία.
Οι Ρωμαίοι και οι Βυζαντινοί συνέχισαν τη χρήση των υδρο-τεχνολογιών των Αρχαίων Ελλήνων και απλώς αύξησαν την κλίμακα/μέγεθος των έργων διαχείρισης των υδατικών πόρων, χωρίς να εφεύρουν κάτι νέο. Κατά την Οθωμανική Κατοχή, τα έργα υδατικών πόρων υστέρησαν και αποτέλεσαν κυρίως τη συνέχιση και την προσαρμογή των βυζαντινών προτύπων, καθώς και την αξιοποίηση του θεσμού των βακουφιών (Waqf) για τη χρηματοδότησή τους.
Χαρακτηριστικά των κατασκευών τους ήταν τα τοξωτά υδραγωγεία με κατασκευή ή συμπλήρωση καμαρών για τη μεταφορά νερού στις πόλεις και η κατασκευή δεξαμενών και κρηνών για τη δημιουργία δημόσιων σημείων υδροδότησης (βρυσών) για τις γειτονιές.
Όλα τα παραπάνω και όχι μόνο, επιβεβαιώνουν τη ρήση «γηράσκω αεί πολλά διδασκόμενος», που συχνά συμπληρώνεται με το «υπό χρηστών μόνον», δηλαδή μαθαίνοντας μόνο από αγαθούς/ενάρετους δασκάλους, κάτι που αποτελεί τον απόλυτο ορισμό της διά βίου μάθησης.
Ο Ανδρέας Ν. Αγγελάκης είναι επίτιμο µέλος και διακεκριμένος fellow της Παγκόσμιας Εταιρείας Νερού (IWA)
Βιβλιογραφία
Koutsoyiannis, D., Zarkadoulas, N., Angelakis, A. N., and Tchobanoglous, G. (2008). Urban Water management in Ancient Greece: Legacies and Lessons. ASCE, Journal of Water Resources Planning & Manag., 134 (1): 45-54.
Παλαιολόγου, Ε., Αγγελίδου, Σ. και Μαυροθαλασσίτη, Β. (2012). Υπόγεια Δεξαμενή Μυκηνών. Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Αθήνα.
Zarkadoulas, N., Koutsoyiannis, D., Mamassis, N., and Angelakis, A. (2012). A Brief History of Urban Water Management in Ancient Greece. In: Evolution of Water Supply throughout Millennia (Α. N. Angelakis, L. W. Mays, D. Koutsoyiannis, and N. Mamassis, Eds.). IWA Publishing, London, UK, Ch. 10: 259-270.