Η έκδοση «Ο φερετζές της μονοκομματικής δημοκρατίας» (Εκδόσεις Οδός Πανός, 2026) αποτελεί μια διεισδυτική συγκέντρωση της αρθρογραφίας του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη για τη διετία 2023-2024. Τα κείμενα, που δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στην ιστορική εφημερίδα «Πατρίς» του Ηρακλείου, συνθέτουν ένα ψηφιδωτό πολιτικού προβληματισμού και κοινωνικής αγωνίας.

Εκεί μέσα, ο συγγραφέας αναστοχάζεται μια περίοδο έντονων μεταβολών, αποτυπώνοντας την εικόνα μιας χώρας σε διαρκή κόπωση. Στον Πρόλογο, ορίζει το στίγμα της εποχής ως μια κρίση που υπερβαίνει τα οικονομικά μεγέθη και αγγίζει τα θεμέλια του πολιτισμού μας: «Η οικονομική και κοινωνική κρίση συνεχίζεται ακάθεκτη, αλλά οι περισσότεροι μιλούν για γενικότερη κρίση αξιών, κρίση του πολιτισμού μας.

Όπως όμως κι αν ατενίσουμε το θέμα, η ουσία είναι πως τα περισσότερα κοινωνικά στρώματα υποφέρουν και ταυτόχρονα με την πάροδο του χρόνου δείχνουν σοβαρά σημεία πολυποίκιλης κόπωσης». Ο κεντρικός άξονας του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από την έννοια της «μονοκομματικής δημοκρατίας», έναν όρο που δεν περιγράφει απλώς την κυριαρχία μιας παράταξης, αλλά την ανάδυση ενός κενού κελύφους θεσμών.

Ο «φερετζές» του τίτλου υποδηλώνει το προκάλυμμα μιας δημοκρατίας που στερείται βάθους, όπου η παντοδυναμία του κυβερνώντος κόμματος είναι το αποτέλεσμα της αποσύνθεσης της αντιπολίτευσης.

Ο συγγραφέας διακρίνει κάποια μεταρρυθμιστική κόπωση, στηλιτεύει την επικοινωνιακή διαχείριση μέσω των δημοφιλών αναβολών και παρατάσεων που υπονομεύουν τη σοβαρότητα του κράτους, ενώ επικρίνει την υπαναχώρηση σε εμβληματικές δεσμεύσεις, όπως η αποτυχία της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας.

Σε πολλά άρθρα, καταγράφεται η διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ σε έναν «νεο-αυριανισμό», κληρονομιά του λαϊκισμού της δεκαετίας του ’80. Για το ΠΑΣΟΚ, ο Σχορετσανίτης διαπιστώνει «κεντρώες αιωρήσεις» και μια αμφίρροπη πορεία που αποτυγχάνει να προσφέρει στιβαρή εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Η γεωπολιτική ανάλυση του συγγραφέα σε αυτή τη διετία διακρίνεται από έναν ρεαλισμό διαποτισμένο με ιστορική γνώση. Παρά τη «διπλωματία των σεισμών», ο συγγραφέας προειδοποιεί ότι ο τουρκικός αναθεωρητισμός είναι δομικός και όχι συγκυριακός. Η αμφιταλαντευόμενη στάση της Άγκυρας παραμένει σταθερή απειλή που δεν κάμπτεται από πρόσκαιρες υφέσεις.

Εκφράζεται βαθιά πικρία για τα πενήντα χρόνια διεθνούς εμπαιγμού, ενώ αναδεικνύεται η ιστορική ευθύνη της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας και οι πρακτικές βίας που εφάρμοσε διαχρονικά στους υποτελείς της. Η Αλεξανδρούπολη αναγνωρίζεται ως κρίσιμος ενεργειακός πυλώνας για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, τοποθετώντας την Ελλάδα στο επίκεντρο των παγκόσμιων ανταγωνισμών, κάνοντας μνεία για τη σύσφιξη των σχέσεων με ΗΠΑ, τις στρατηγικές αμυντικές συνεργασίες με τη Γαλλία και την πιστότητα στις επιταγές του ΝΑΤΟ έναντι του ρωσικού επεκτατισμού.

Η κοινωνική κριτική του Σχορετσανίτη είναι ο τόπος όπου η προσωπική μνήμη συναντά τη συλλογική τραγωδία. Για τον συγγραφέα, τα Τέμπη δεν είναι απλώς ένα δυστύχημα, αλλά το διαχρονικό έγκλημα ενός συστήματος σε αποσύνθεση. Αναπολώντας τα δικά του φοιτητικά χρόνια και τα «τραίνα της ζωής του», η πολιτική κριτική αποκτά έναν μελαγχολικό, υπαρξιακό τόνο για τη χαμένη ασφάλεια μιας ολόκληρης γενιάς.

Αρκετά συχνά, στηλιτεύεται η ανεπάρκεια στο ΕΣΥ και η άρνηση των νέων γιατρών να στελεχώσουν την επαρχία. Στην Παιδεία, οι καταλήψεις περιγράφονται ως ένα «φαινόμενο ελληνικό» δείγμα μιας ακαδημαϊκής ελευθερίας που διολισθαίνει στην ανομία. Ο λόγος του σκληραίνει όταν περιγράφει τη σύγχρονη πραγματικότητα, κάνοντας λόγο για «νεο-ραγιαδισμό», «επιτελικά φληναφήματα», «κοινωνική κατάντια» και άδειους, «νεο-στιλβωμένους γκαζοτενεκέδες» που θορυβούν χωρίς περιεχόμενο.

Ο Σχορετσανίτης συνδέει την ελληνική κρίση εκείνης της περιόδου με τις παγκόσμιες τεκτονικές πλάκες. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο παραλληλισμός με τη Γερμανία του 1923 και το έργο του Χανς Φάλαντα, προειδοποιώντας για το πώς ο πληθωρισμός και η εξαθλίωση οδηγούν στον αυταρχισμό.

Η μελαγχολία του δοκιμιογράφου πηγάζει από τις βαθιές ρίζες του στην επαρχιακή ζωή των Τρικάλων. Η αναφορά στο «χαίνον τραύμα του εμφυλίου» δεν είναι θεωρητική. Ο συγγραφέας καταθέτει την προσωπική του τραγωδία, καθώς ο θείος του υπήρξε ένας από τους πρώτους νεκρούς της εμφύλιας σύρραξης, δολοφονημένος στο Λιτόχωρο το 1946. Αυτό το βίωμα τροφοδοτεί την αποστροφή του προς τον εθνικό διχασμό και κάθε φανατισμό.

Το βιβλίο αντιμετωπίζεται ως ένα προσωπικό ημερολόγιο που κοινοποιήθηκε. Υπερασπίζεται την έντυπη μορφή ως ερωτικό αντικείμενο, μια πηγή γνώσης που ανθίσταται στον ψηφιακό εκχυδαϊσμό. Γι’ αυτόν, η σοβαρότητα και η αυστηρότητα είναι οι μόνες απαντήσεις απέναντι στην αόρατη φάκα της σύγχρονης πληροφόρησης.

Το πεπρωμένο αυτού του έργου είναι να λειτουργήσει ως μαρτυρία μιας εποχής που κωπηλατεί μέσα σε δύσβατες προκλήσεις. Είναι μια προσπάθεια διάσωσης της αλήθειας πριν αυτή καλυφθεί οριστικά από τη σκόνη της λήθης ή τον θόρυβο της επικοινωνίας.

Η τελική αποτίμηση του Σχορετσανίτη είναι μια διάγνωση θλίψης και φόβου. «Ο φερετζές της μονοκομματικής δημοκρατίας» καλύπτει μια επικίνδυνη πραγματικότητα: μια χώρα χωρίς θεσμικά αντίβαρα, με μια κοινωνία σε κόπωση και μια πολιτική σκηνή που εξαντλείται σε επικοινωνιακά τεχνάσματα.

Το βιβλίο δεν προσφέρει εύκολες λύσεις, αλλά αποτελεί μια αυστηρή προειδοποίηση ότι η δημοκρατία, όταν γίνεται κενή περιεχομένου, παύει να προστατεύει τους πολίτες της από τα χειρότερα που έρχονται!