Η ελληνική οικονομία ξέφυγε τεχνικά από την πτώχευση το 2015. Δεν έγινε ανταγωνιστική, όπως δεν είναι ούτε σήμερα. Νωρίτερα, το 2014, ύστερα από δύο μνημόνια και ξένη επιτήρηση, η οικονομία ήταν μετέωρη.

Η δικομματική Κυβέρνηση της περιόδου δήλωνε πως χρειαζόταν 4-6 δισ. για να ανακάμψει. Από το τρίτο μνημόνιο που ακολούθησε, μπήκαν 84 δισ. ευρωπαϊκοί πόροι. Το δίχως άλλο η διαφορά ήταν αγεφύρωτη.

Ούτε στάση πληρωμών έγινε μετά το τρίτο μνημόνιο ούτε ακολούθησε τέταρτο, όπως υποστήριζαν τότε, μεταξύ άλλων, και η σημερινή κυβερνώσα παράταξη.

Εξωσυνταγματικοί κύκλοι με ισχυρή θεσμική παρουσία -όπως του συστήματος παρακολουθήσεων- συσκοτίζουν συχνά τα δεδομένα της χώρας που ποδηγετούν. Ποτέ μετά τον τελευταίο πόλεμο δεν είχε ο λαός μας τη δυνατότητα να αυτοπροσδιοριστεί με ξεκάθαρη εικόνα επιλογών.

Οι σοβαροί όμως λαοί μαθαίνουν πάντα από τις εμπειρίες τους, που τις μελετούν. Γι’ αυτό θεωρώ χρήσιμη μια δημόσια σύγκριση των τριών μνημονίων που τόσο εύκολα ξεχάστηκαν.

Ένα είναι προφανές, ότι για την οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2010 δε φταίνε οι ξένοι που προσκλήθηκαν να βοηθήσουν, αλλά οι δημοσιονομικές πολιτικές επιλογές μας μετά το 1982. Η πτώχευση δεν προέκυψε από δανικά για παραγωγικές επενδύσεις, αλλά από ασύστολη κρατική κατανάλωση. Καμιά από τις 26 άλλες χώρες της Ε.Ε. δεν είχε ανάλογη πορεία.

Οι όποιες οικονομικές τους ανισορροπίες είναι συχνά απόρροια παραγωγικής αναδιάρθρωσης. Στην κρίση του 2010 κλήθηκε, μετά από μακροχρόνιο σχέδιο το ΔΝΤ, σε συνεργασία με θεσμικά όργανα της Ε.Ε. να δώσουν λύση. Η χώρα μας ήταν σε αδυναμία να πληρώνει υποχρεώσεις για τις οποίες επί χρόνια χρησιμοποιούσε κρατικά ομόλογα, που κανείς πια δεν δεχόταν.

Για να στηριχθεί οικονομικά, η Ελλάδα επιστρατεύθηκε η τεχνογνωσία του ΔΝΤ και ποσό 110 δισ. ευρώ. Εκτός από τη δανειακή σύμβαση επιβλήθηκε στη χώρα οριζόντια εσωτερική υποτίμηση και κούρεμα μισθών στο δημόσιο και τις συντάξεις. Η παρέμβαση του ΔΝΤ σε κράτος της Ε.Ε. ήταν «τορπίλη» κατά της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όμοιο με το BREXIT, που εξυπηρετούσε ίδιους σκοπούς.

Φαίνεται πως από τα 110 δισ. του πρώτου προγράμματος χρησιμοποιήθηκαν μόνο τα 73. Αλλά η διάσωση μόλις άρχιζε. Διότι διαπιστώθηκε η ύπαρξη κινδύνου για όσες ντόπιες και ξένες τράπεζες συγκέντρωναν επί χρόνια κρατικά μας ομόλογα με μεγάλο θεωρητικό κέρδος, που με την πτώχευση μετατράπηκαν σε «σκουπίδια».

Για το δεύτερο αυτό κύμα παρέμβασης εκτιμάται πως χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 142 δισ. από έκτακτο ευρωπαϊκό θεσμό. Το δεύτερο μνημόνιο έφερε στη χώρα νέο δραματικό κούρεμα στα αποθεματικά του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στη ρευστότητα των τραπεζών, των ασφαλιστικών ταμείων κ.λπ. έγινε «κούρεμα» 53%.

Για να κρατηθούν ζωντανές οι τράπεζες, διατέθηκαν άμεσα από τα 142 περίπου 50 δισ., με είσοδο του δημοσίου στη διοίκησή τους. Το δε ασφαλιστικό σύστημα είχε ουσιαστικά καταρρεύσει. Το δεύτερο μνημόνιο είχε κύριο στόχο τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος. Για την ευρύτερη οικονομία μας, όμως, τα πράγματα παρέμεναν ρευστά.

Η δικομματική Κυβέρνηση του 2014 προκύπτει και από τις μετέπειτα δηλώσεις στελεχών της, ότι δεν είχε εικόνα των όρων που θα διευκόλυναν την οικονομική μας επιβίωση. Η παραίτησή της ήλθε αναπόφευκτα. Σήμερα, το χρέος μας φτάνει τα 363 δισ. σε σύγκριση με τα 298 δισ. που ήταν πριν το πρώτο μνημόνιο.

Κάθε νεογέννητο έρχεται στον κόσμο με χρέη 35,000 ευρώ. Είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής φερόμενων σωτήρων της μεταπολίτευσης και ένας λόγος που οι μισές οικογένειές μας παραγωγικών ηλικιών μένουν στο εξωτερικό. Στην πράξη, δανείστηκε η χώρα με το τρίτο μνημόνιο 62 δισ.

Άρα, ήταν το μικρότερο χρέος από τα τρία. Αξιοσημείωτο είναι πως από το δάνειο εκείνο σημαντικό μέρος παραμένει σήμερα στη χώρα σαν συναλλαγματικό απόθεμα. Από την κήρυξη του μεγάλου πολέμου μέχρι τότε, το θησαυροφυλάκιο της χώρας ήταν άδειο. Χάθηκε στον Λίβανο. Διατέθηκαν, επίσης, πάνω από 8 δισ. στις τράπεζες με αύξηση της κρατικής συμμετοχής στα συμβούλιά τους.

Σημαντική ήταν και η χρηματοδότηση στο ασφαλιστικό σύστημα που αναδιοργανώθηκε βιώσιμα. Η Ν.Δ., που πρωτοστάτησε σε αντιδράσεις για τις αλλαγές, δεν αντιλήφθηκα να το αλλάζει.

Βασική συνεισφορά του τρίτου μνημονίου ήταν η εγγύηση προς τη χώρα από ειδικό μηχανισμό στήριξης της Ε.Ε. με την κάλυψη του οποίου δανειζόμαστε και τώρα. Τόσο το ύψος του τρίτου δανείου όσο και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της σύμβασής του θεωρώ πως ήταν ασυγκρίτως καλύτερα από των δύο πρώτων.

Αν η κυβερνώσα σήμερα παράταξη είχε πετύχει νωρίτερα καλύτερους όρους, γιατί σπεύδει να ξεχρεώσει υποχρεώσεις των προηγούμενων μνημονίων με δανεισμό του τρίτου; Κάποιοι ισχυρίζονται πως είχαν καλύτερη λύση από το τρίτο μνημόνιο για την αντιμετώπιση του χρέους.

Ο ισχυρισμός τους θα ήταν πιο αξιόπιστος, αν μας έλεγαν πότε είχαν προειδοποιήσει, πριν το 2010, για τους κινδύνους της οικονομίας. Οι επιπτώσεις από την υπερχρέωση της χώρας προβλέπονται μακροχρόνιες και διακυβεύουν το μέλλον της. Γι’ αυτό θεωρώ ότι πρέπει να απασχολήσουν τους πολίτες οι δυνατότητες που υπάρχουν να βγούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από το φάσμα που έχει διαμορφωθεί.

Ο Νίκος Λεβεντάκης είναι μηχανικός