Μετράμε αντίστροφα!

Εκδήλωση για τα 80 χρόνια.

Δείτε το σχετικό video

Ογδόντα χρόνια ζωής συμπληρώνει φέτος η εφημερίδα «Πατρίς», ένα ορόσημο όχι μόνο για τον κρητικό Τύπο αλλά και για την ελληνική περιφερειακή δημοσιογραφία συνολικά.

Σε μια εποχή όπου ο έντυπος Τύπος δοκιμάζεται καθημερινά από την κυριαρχία του διαδικτύου, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ταχύτητας της ψηφιακής ενημέρωσης, η συμπλήρωση οκτώ δεκαετιών αδιάλειπτης παρουσίας αποτελεί από μόνη της ένα μικρό θαύμα.

Προφανώς και δεν είμαι ο πλέον κατάλληλος για να αποτιμήσω την ιστορική σφραγίδα της εφημερίδας, υπήρξα όμως μάρτυρας και κομμάτι της ζωντανής της ιστορίας.

Ακόμη και το δικό μου μετερίζι, από τη θέση του αρχισυντάκτη στη «Μεσόγειο» για τρεις και πλέον δεκαετίες, δεν στάθηκε εμπόδιο αλλά γέφυρα επικοινωνίας και συμπόρευσης· μια γέφυρα που παραμένει ισχυρή, αφού ακόμη και μετά την αναστολή έκδοσης της «Μεσογείου», η «Πατρίς» φιλοξενεί πάντα με προθυμία τα άρθρα και τα θέματα που της αποστέλλω.

Έτσι, είχα την τύχη να συνεργαστώ και, κυρίως, να συνδεθώ φιλικά με τους περισσότερους συναδέλφους που πέρασαν από το μεγάλο αυτό δημοσιογραφικό σχολείο της «Πατρίδας».

Μια διαδρομή πλούσια, με σταθμούς και συναντήσεις πολύτιμες, τόσο με τους δημοσιογράφους όσο και με τους εκάστοτε εκδότες της.

Η «Πατρίς» εκδόθηκε για πρώτη φορά στις 24 Ιουνίου 1946, σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις βαθιές πληγές της Κατοχής και του πολέμου. Ιδρύθηκε από την Περιφερειακή Διοίκηση Ηρακλείου Βενιζελικών Φιλελευθέρων, με πρώτο διευθυντή σύνταξης τον αείμνηστο Αθηναγόρα Μυκωνιάτη, ο οποίος λίγο αργότερα ανέλαβε και συνέχισε ο ίδιος την έκδοσή της, διατηρώντας τη σύνδεση της εφημερίδας με τον πολιτικό χώρο των Φιλελευθέρων.

Ήταν μια εποχή κατά την οποία οι εφημερίδες δεν κατέγραφαν απλώς τα γεγονότα. Διαμόρφωναν απόψεις, συμμετείχαν ενεργά στον δημόσιο διάλογο και πολλές φορές λειτουργούσαν ως πολιτικοί και κοινωνικοί καθοδηγητές.

Με αφορμή την επέτειο των ογδόντα χρόνων της, η «Πατρίς» αναδημοσίευσε πρόσφατα το πρώτο ιστορικό της φύλλο, εγκαινιάζοντας παράλληλα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία που συνεχίζεται καθημερινά, με την αναδημοσίευση παλαιών φύλλων από διάφορες περιόδους της μακράς διαδρομής της εφημερίδας.

Μέσα από αυτή τη ζωντανή αναδρομή, οι αναγνώστες έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν όχι μόνο την ιστορία του εντύπου, αλλά και σημαντικές στιγμές της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της Κρήτης, ξετυλίγοντας μπροστά στα μάτια των αναγνωστών ένα πολύτιμο χρονικό της κοινωνίας και της δημοσιογραφικής ιστορίας του τόπου.

Στην πρώτη εκείνη έκδοση δεσπόζει το κεντρικό άρθρο του γνωστού δημοσιογράφου και αρθρογράφου, αξέχαστου Αριστοτέλη Γραμματικάκη, με τίτλο «Κρήτη και Βενιζελικοί Φιλελεύθεροι».

Ο Α. Γραμματικάκης, ο οποίος εργαζόταν τότε στην «Πατρίδα» και λίγα χρόνια αργότερα θα ίδρυε τη «Μεσόγειο», καταθέτει ένα κείμενο που ξεπερνά τα όρια της απλής πολιτικής αρθρογραφίας.

Ένα κείμενο που, ακόμη και σήμερα, διαβάζεται όχι μόνο ως πολιτική παρέμβαση της εποχής του, αλλά και ως τεκμήριο δημοσιογραφικής γραφής υψηλού επιπέδου.

Διαβάζοντάς το σήμερα, ο αναγνώστης δεν συναντά μόνο μια πολιτική ανάλυση της μεταπολεμικής Κρήτης. Συναντά έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης και γραφής.

Ο αρθρογράφος επιχειρεί να ερμηνεύσει τη συμπεριφορά του κρητικού εκλογικού σώματος, να εξηγήσει τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής και να τοποθετήσει την Κρήτη στο επίκεντρο της εθνικής πορείας, μέσα από τη δράση, τις πολιτικές αρχές των Φιλελευθέρων και την πολιτική παρακαταθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Η γλώσσα είναι πλούσια, σχεδόν λογοτεχνική. Οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη. Η ιστορία, η πολιτική, η ιδεολογία και το συναίσθημα συνυπάρχουν σε ένα κείμενο που αντανακλά πλήρως το πνεύμα της εποχής του.

Βεβαίως, πολλές από τις πολιτικές του θέσεις ανήκουν πλέον στο ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γράφτηκαν. Ωστόσο, εκείνο που εξακολουθεί να εντυπωσιάζει είναι η πίστη του αρθρογράφου –και κατ’ επέκταση της εφημερίδας– στη δύναμη της πολιτικής σκέψης, η έγνοια για τη δημοκρατία και κυρίως η πεποίθηση ότι ο πολίτης οφείλει να είναι ενεργός και ενημερωμένος.

Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Άλλαξαν τα μέσα, άλλαξαν οι τεχνολογίες, άλλαξαν οι ρυθμοί της ενημέρωσης. Η δημοσιογραφία του 1946 απαιτούσε ημέρες για να φτάσει στον αναγνώστη, ενώ σήμερα η πληροφορία ταξιδεύει σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.

Τότε κυριαρχούσε η ανάλυση και η επιχειρηματολογία. Σήμερα συχνά κυριαρχεί η συντομία και η ταχύτητα. Όμως, η ουσία παραμένει η ίδια: η αναζήτηση της αλήθειας, η ερμηνεία των γεγονότων και η ανάγκη του πολίτη να κατανοήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει.

Το άρθρο του Αριστοτέλη Γραμματικάκη αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας δημοσιογραφίας που δεν φοβόταν να πάρει θέση, αλλά ταυτόχρονα επένδυε στον λόγο, στην τεκμηρίωση και στη βαθύτερη ανάλυση.

Είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο που φωτίζει όχι μόνο τις πολιτικές συνθήκες της μεταπολεμικής Κρήτης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τότε οι αρθρογράφοι τον ρόλο τους στην κοινωνία.

Ογδόντα χρόνια μετά, η «Πατρίς» εξακολουθεί να βρίσκεται παρούσα στην καθημερινότητα των Κρητικών, αποτελώντας έναν ζωντανό σύνδεσμο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.

Η διαδρομή της δεν αποτυπώνει μόνο την αντοχή μιας εφημερίδας απέναντι στις πολιτικές, κοινωνικές και τεχνολογικές ανατροπές των τελευταίων δεκαετιών, αλλά και τη διαχρονική σημασία της αξιόπιστης ενημέρωσης.

Πολλά έχουν αλλάξει από το 1946 μέχρι σήμερα. Η Ελλάδα είναι διαφορετική, η Κρήτη έχει μεταμορφωθεί και η δημοσιογραφία λειτουργεί πλέον σε ένα εντελώς νέο ψηφιακό περιβάλλον. Εκείνο όμως που παραμένει αναλλοίωτο είναι η ανάγκη της κοινωνίας για σοβαρή ενημέρωση, υπεύθυνο δημόσιο διάλογο και τεκμηριωμένη άποψη.

Η τεχνολογία εξελίσσεται και τα μέσα αλλάζουν, όμως η ουσία της δημοσιογραφίας εξακολουθεί να είναι η αναζήτηση της αλήθειας και η προσπάθεια να φωτιστούν τα γεγονότα πίσω από τον θόρυβο της καθημερινότητας.

Η αναδημοσίευση του πρώτου φύλλου της εφημερίδας «Πατρίς» δεν αποτελεί απλώς μια επετειακή κίνηση. Υπενθυμίζει ότι οι εφημερίδες δεν είναι μόνο οι σελίδες που τυπώνονται καθημερινά, αλλά και η συλλογική μνήμη ενός τόπου. Και η «Πατρίς», ύστερα από ογδόντα χρόνια συνεχούς παρουσίας, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής μνήμης της Κρήτης.

Για τους φιλίστορες, τους ερευνητές του Τύπου και όσους αγαπούν την πολιτική ιστορία της Κρήτης, αξίζει να διαβάσουν ολόκληρο το βασικό άρθρο του Αριστοτέλη Γραμματικάκη, με τίτλο: «Κρήτη και Βενιζελικοί Φιλελεύθεροι», όπως δημοσιεύθηκε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Πατρίς», στην πρώτη της έκδοση, στις 24 Ιουνίου 1946.

Το κείμενο γράφτηκε στην καθαρεύουσα και στο πολυτονικό σύστημα της εποχής και, ύστερα από προσεκτική «αποκρυπτογράφηση» και επιμέλεια, αποδόθηκε σε ευανάγνωστη μορφή, διατηρώντας το ύφος και το ιστορικό του χρώμα.

Κρήτη και Βενιζελικοί Φιλελεύθεροι

 

Οἱ ὀλίγοι ποὺ κατεπλάγησαν ἀπὸ τὴν ἀληθινὰ τεραστίαν ἐπιτυχίαν τοῦ Κόμματος τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων στὴν Κρήτην καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν νομόν μας κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαρτίου, δὲν θὰ εὕρισκον καθόλου ἀπροσδόκητον αὐτὸ τὸ θριαμβευτικὸν διὰ τὸ Κόμμα μας ἀποτέλεσμα, ἐὰν προηγουμένως εἶχον καλῶς ἐννοήσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἔκτασιν δύο βασικῶν πραγματικοτήτων.

Ὅτι ὁ ὀρθόδοξος Βενιζελισμός, ὡς πολιτικὴ ἰδεολογία, ὑπῆρξε πάντοτε καὶ παραμένει ἀκόμη δημιουργικὴ πνοή, στηριζομένη ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ φῶς. Καὶ ὅτι ὁ Κρὴς ἐκλογεὺς ὄχι μόνον ἐξακολουθεῖ νὰ κατέχεται ἀπὸ ἄσβεστον ἔρωτα πρὸς τὴν δημιουργικὴν αὐτὴν πνοὴν, ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ φῶς, ἀλλὰ παραλλήλως εἶναι τόσον πολιτικῶς προηγμένος, ὥστε νὰ εὑρίσκεται εἰς θέσιν νὰ διακρίνῃ, ὑπὸ οἱασδήποτε συνθήκας, πρὸς ποίαν κατεύθυνσιν αὐτὴ θὰ τὸν ὁδηγήσῃ.

Ὁ Κρητικός μου μοιάζει νὰ ζῇ ὡς ἐὰν εἶχεν ἐγκαταστήσει ὡς ὁδηγὸν τῆς σκέψεώς του διὰ τὰ κοινὰ ἕνα πολιτικὸν ραντάρ, δεκάδας ἐτῶν πρὶν ἐγκατασταθῇ ἔμπροσθεν τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ πιλότου τὸ ραντὰρ τῶν ἀεροπλάνων.

Φυσικὰ δὲν πρόκειται νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι ἕνας λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ νεαρὸν μας Κόμμα δείχνει τοιαύτην καταπληκτικὴν εὐρωστίαν εὐθὺς ἀπὸ τὰ πρῶτα του βήματα, εἶναι καὶ τὸ ὅτι τὸ Κόμμα αὐτὸ εἶχε τὴν τύχην νὰ ἔχῃ γίγαντα πατέρα τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον καὶ μεγάλην μητέρα τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν τοῦ ἐγγὺς παρελθόντος.

Εἶναι ὅμως ἠλίθιοι ἐκεῖνοι ποὺ μὲ κωμικὴν σοβαροφάνειαν ἐπιχειροῦν νὰ καταλογίσουν στὸ παθητικών μας ἀκριβῶς τὴν λαμπρότητα τῆς καταγωγῆς μας. Ἐπὶ τέλους, ὁ μέγας ἀθάνατος τοῦ Ἀκρωτηρίου, ὁ πατέρας μας, καὶ ἡ πρόσφατος Ἑλληνικὴ Ἱστορία, ἡ μάνα μας, εἶναι διὰ μᾶς τοὺς Βενιζελικοὺς Κρῆτας γνήσιοι γονεῖς. Γονεῖς ἀναπόσπαστοι ἀπὸ τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον μας, τοὺς ὁποίους οὔτε ἐδανεισθήκαμεν οὔτε ἐσφετερισθήκαμεν ἀπὸ κανένα.

Τὸ δὲ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι εὐθὺς ὡς ἀφήσαμε τὰ ὅπλα καὶ πρὶν ἀκόμη εὕρωμεν τὸν καιρὸν νὰ ἐπισκοπήσωμεν τὰ μαῦρα ἐρείπια ποὺ κοσμοῦν τὴν ἔνδοξον Μάχην τῆς Κρήτης, καὶ πρὶν ἀκόμη προλάβουν τὰ δάκρυα τοῦ πόνου νὰ στεγνώσουν ἀπὸ τὰ μάτια μας, κατορθώσαμεν νὰ εὕρωμεν τὸν ἴσιον πολιτικὸν δρόμον τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ φωτός, ἀποδεικνύει, χωρὶς δισταγμό, ὅτι — καὶ τὸ λέγομεν αὐτὸ μὲ ὑπερηφάνειαν — ὑπήρξαμεν καὶ εἴμεθα γνήσια τέκνα των.

Ἡ μοῖρα αὐτοῦ τοῦ πλανήτου ἔχει χαράξει στὴν Κρήτην τὸν παράξενον ρόλον τοῦ πρωτοπλάστου καὶ τοῦ πρωτοπαλληκάρου τῆς ἀνθρωπότητος κάθε φορὰ ποὺ οἱ δαίμονες σέρνουν στὴ Γῆ καὶ κάποιον συρφετὸν βαρβάρων.

Τὸ πῶς μεταχειρίζεται ὁ κάθε συρφετὸς βαρβάρων τὴν Κρήτην, ἀλλὰ καὶ τὸ πῶς ἀπαντᾷ ἡ Κρήτη στὴ μεταχείρισιν τοῦ κάθε συρφετοῦ τῶν βαρβάρων, τὸ γνωρίζουν διὰ τὰ καλά τους ὅλοι οἱ αἰῶνες, καὶ ἰδιαιτέρως ὁ αἰὼν ὁ τωρινός.

Ἡ Κρήτη χάνεται μὲς στὴν καταιγίδα, ἐμπλέκεται, ἀγωνιᾶ, ἱδρώνει, καίεται καὶ αἱμορραγεῖ, διὰ νὰ ξεπεταχθῇ κάποια στιγμὴ μέσα ἀπὸ τὴν καταχνιὰ τὸ ἴδιο ζωντανὴ καὶ νικήτρια ὅπως πρίν, σὰν τίποτε νὰ μὴν εἶχε συμβεῖ. Ἡ ἴδια στὴν καρδιά, ἡ ἴδια στὰ συναισθήματα, ἡ ἴδια στὴν ἱκανότητα τῆς ὀρθῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων καὶ πρὸ παντὸς ἡ ἴδια στὸ μυαλό.

Αὐτὴ τὴν ἀλήθειαν θὰ τὴν ξέρῃ καλλίτερα βεβαίως ἀπὸ μᾶς ὁ κ. Πορφυρογένης, ποὺ ὅσον καιρὸν ἐμαίνετο ἡ καταιγὶς καὶ οἱ Κρῆτες εἶχον ἐμπλακῆ εἰς ἀγῶνα ζωῆς καὶ θανάτου, προσπάθησε, πλησιάζων μερικοὺς ἀδυνάμους εἰς τὴν ψυχήν, νὰ κάμῃ κόμμα ἐδῶ, νὰ σπείρῃ τὸν σπόρον νέων πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν δοξασιῶν ξένων πρὸς τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς Κρήτης.

Δὲν ἀρνούμεθα ὅτι ὁ σπόρος ἔπιασε σὲ μερικὰς περιοχὰς προσφυγικῶν συνοικισμῶν, σὲ ἐλάχιστα κέντρα ἐργατικῶν μαζῶν καὶ σὲ μερικοὺς ἀπήχτους ἐγκεφάλους ἀργοσχόλων φαντασιοσκόπων διανοουμένων. Μὰ τὰ φυτὰ ποὺ ἐβλάστησαν ἀπὸ τὸν σπόρον, καχεκτικὰ εὐθὺς ἀπὸ τὴν πρώτην τους βλάστηση, εἶναι προορισμένα νὰ μαραθοῦν, νὰ ξεθωριάσουν, νὰ ξεραθοῦν, καθὼς τὰ δέρνει ἀλύπητα ὁ καθαρὸς ἀέρας τῆς Κρήτης.

Ἡ Κρήτη περιεπλάκη στὸν ἀγῶνα πλουσία καὶ ἔνδοξος καὶ ἐβγῆκε ἀπὸ αὐτὸν ρακένδυτος βεβαίως, ἀλλὰ περισσότερο ἔνδοξος. Ὄχι ένας μὰ δέκα χιλιάδες Πορφυρογένηδες δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τὴν κάμουν νὰ κλωτσήσῃ τὴν δόξαν ποὺ μὲ τόσο αἷμα ἀπέκτησε, ὅπως συνέβη δυστυχῶς εἰς πολλὰς περιφερείας τῆς ἄλλης Ἑλλάδος.

*

Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ συνέβη καὶ συμβαίνει μὲ τὸν ἀντίθετον πόλον δὲν εἶναι ὀλιγώτερον θαυμαστόν. Οἱ Βενιζελικοὶ Κρῆτες ἠσθάνθησαν βεβαίως τόσον πολὺ ὅσον καὶ οἱ ὑπόλοιποι Ἕλληνες τὴν φρίκην τοῦ Δεκεμβρίου, παρηκολούθησαν καὶ παρακολουθοῦν μὲ ψυχραιμίαν τοὺς ἐπικινδύνους ἔρωτας τῶν λεγομένων «ἀριστερῶν» μετὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἠδίασαν καὶ ἀηδιάζουν μέχρις ἑβδόμου οὐρανοῦ διὰ τὰς ἀφαντάστους τιμὰς ποὺ ἐπιδαψιλεύουν οἱ τελευταῖοι, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας, μὲ τὰ μεγάφωνα ὅλων τῶν τύπων, εἰς τὴν ξεδιάντροπο θεὰν τῆς δημαγωγίας.

Μὰ δὲν ἐθεώρησαν διὰ ὅλα αὐτὰ οἱ Φιλελεύθεροι Κρῆτες, ὅπως δυστυχῶς συνέβη μὲ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς φιλελευθέρους τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθοῦν κάτω ἀπὸ τὰς σημαίας ἑνὸς κόμματος ξεθωριασμένου καὶ ἀτόλμου, χωρὶς καμμίαν θέσιν καὶ μὲ ἀμφίβολον παρελθόν, τοῦ Λαϊκοῦ.

Καὶ δὲν τὸ ἔπραξαν αὐτὸ διότι ἡ βενιζελικὴ ἰδεολογία δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ὀπαδὸς τοῦ «ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα». Μὲ μεγάλην βίαν, ἀθροίζοντες ἐπὶ ἑβδομάδας ὑπόλοιπα καὶ κατάλοιπα, κατώρθωσαν οἱ Λαϊκοὶ νὰ πάρουν δύο ἢ τρεῖς βουλευτικὰς ἕδρας εἰς ὅλην τὴν Κρήτην καὶ ἐδῶ εἰς τὸν Νομὸν μας ἀπὸ 11.000 ποὺ ἦσαν προπολεμικῶς ἔμειναν τώρα 8.000.

Οἱ ὑπόλοιπες ἦλθαν βεβαίως εἰς ἡμᾶς καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνεπληρώσαμεν ὅσους «Ἐαμίτας» ἐχάσαμεν, καὶ αὐτὸ χωρὶς νὰ λογαριάσωμεν ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ἦλθαν εἰς ἡμᾶς — αὐτὸ δείχνει τουλάχιστον ἡ ὀρθὴ των κρίσις — εἶναι πολὺ καλυτέρας ποιότητος ὡς ψῆφοι ἀπὸ ἐκείνους τους οποιους εχάσαμε.

*

Καὶ τώρα ἂς ἐπωφεληθῶμεν τῆς εὐκαιρίας ποὺ μᾶς παρέχει ἡ ἔκδοσις τῆς «Πατρίδος» διὰ νὰ ἀπευθύνωμεν χαιρετισμὸν εἰς τοὺς Βενιζελικοὺς Φιλελευθέρους τοῦ Νησιοῦ, δηλαδὴ εἰς τὸ ὀγδοήκοντα τοῖς ἑκατὸν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Κρήτης, καὶ νὰ τοὺς εἴπωμεν — ἂν καὶ τὸ γνωρίζουν καλὰ αὐτό — πὼς τὸ πολιτικόν των ἔργον καθόλου δὲν ἐτελείωσε μὲ τὴν ψῆφον τῆς 31ης Μαρτίου. Ἀπὸ τώρα καὶ πέρα ἀρχίζει ἡ ἐργασία καὶ ἡ προσπάθεια.

Φυσικὰ δὲν θὰ περιμένουν νὰ ἀντιγράψωμεν ἐδῶ τὰς εὐτραπέλους ἀεροκουβέντας τῶν ἘΑΜικῶν γιὰ «λαϊκὰς δημοκρατίας», γιὰ «πάλην», γιὰ «ἐπιβίωσιν», γιὰ καθήκοντα ποὺ μπαίνουν εἰς τὸν λαόν, γιὰ φανταστικοὺς κινδύνους ποὺ δήθεν διατρέχουν αἱ ἐλευθερίαι μας, γιὰ «μαζικὰς αὐτοκτονίας» καὶ λοιπὰς ὑστερικὰς κραυγάς, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς ἀρθρογραφίας τοῦ δήθεν ἀριστεροῦ Τύπου.

Αὐτὸς ὁ ἀνιαρὸς χαρτοπόλεμος τῶν συνθημάτων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ζημιώνει τὴν ἱερὰν διὰ ὅλους μας ὑπόθεσιν τῆς Δημοκρατίας, ἀπὸ τὴν ἀηδίαν καὶ τὴν ἀντίδρασιν ποὺ προκαλεῖ, καταφέρνει ἀκόμη νὰ θέτῃ τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς διαφωτίσεως τοῦ λαοῦ εἰς τὸ ἐπίπεδον τοῦ «Καραγκιόζ-μπερντέ» καὶ, κατὰ συνέπειαν, εἶναι τελείως ἀπαράδεκτος καὶ διὰ τὸν βαρὺν χαρακτῆρα τοῦ ἀληθινοῦ Κρητικοῦ καὶ διὰ τὴν σοβαρότητα καὶ ἀξιοπρέπειαν ἑνὸς κόμματος μεγάλου, κόμματος πραγματικοῦ, ὅπως εἶναι τὸ Κόμμα μας, τὸ Κόμμα τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων.

Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ κάμωμεν ἐμεῖς εἶναι νὰ καλλιεργήσουμε, νὰ ραφιναρίσωμεν, νὰ ζωντανεύσωμεν, νὰ ζωηρεύσωμεν καὶ νὰ ἐπαυξήσωμεν τὸ ὀρθὸν πολιτικὸν αἰσθητήριον ποὺ ἀναμφισβητήτως ὑπάρχει διάχυτον εἰς τὴν Κρήτην, διὰ νὰ γίνῃ καὶ πάλιν ἡ Κρήτη ἡ τροφοδότρα πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ διοχετευθῇ εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα ἡ δημιουργικὴ πνοὴ ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ φῶς.

Ὁ συνετὸς ἀρχηγός μας, ὁ δικός μας ὁ Σοφοκλῆς, πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν ἀγωνίζεται, βοηθούμενος ἀπὸ μυριάδας ἐκλεκτῶν ὀπαδῶν μας εἰς ὅλας τὰς γωνίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ εἴμεθα ἐδῶ, ἐδῶ εἰς τὴν Κρήτην, ἡ τρομερὰ καὶ ἀκατανίκητος ἐφεδρεία, τὸ στήριγμα τοῦ Ἀρχηγοῦ.

Ἂς ἑτοιμαζώμεθα νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν εἰρηνικὴν μάχην ποὺ ἤρχισε ἤδη. Καὶ ὅταν ἡ μάχη κερδηθῇ, δηλαδὴ ὅταν ὅλοι διαπαιδαγωγηθοῦν πολιτικῶς ὥστε νὰ δύνανται νὰ εὑρίσκουν εὐχερῶς τὸν δρόμον τῆς ἀληθείας, τὸν ἥπιον δρόμον, τὸν δρόμον τῆς μέσης καὶ ὄχι τὸν δρόμον τῶν ἀκροτήτων, τότε καὶ μόνον τότε ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἔχουν πολιτικῶς σωθῇ.

*

Βενιζελικοὶ Φιλελεύθεροι Κρῆτες!

Ἂς ἑτοιμασθῶμεν καὶ πάλιν — εἶναι βλέπετε τὸ ριζικόν μας αὐτό — νὰ ἀνάψωμεν καὶ νὰ συντηρήσωμεν, ρίπτοντες εἰς αὐτὴν ὅ,τι μᾶς ἀφῆσαν ἄκαυστον οἱ Γερμανοί, ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὰς ἰδίας μας σάρκας, μίαν τεραστια φωτιὰν ἐπάνω εἰς τὴν γκρίζαν ράχην τοῦ Ἀκρωτηρίου.

Πρέπει, εἶναι ἀνάγκη, ἀνάγκη ἐπείγουσα καὶ ἐπιτακτική, αἱ φλόγες αὐτῆς τῆς φωτιᾶς νὰ ἀγκαλιάσουν καὶ νὰ φωτίσουν, ἄλλην μίαν φοράν, Μωριὰν καὶ Ρούμελην, καὶ νὰ θερμάνουν, νὰ ζεστάνουν — νὰ ζεστάνουν πολὺ, πάρα πολύ — τὰς μαρτυρικὰς, τὰς ἀγαπημένας ἐπαρχίας μας, Μακεδονίαν καὶ Θρᾴκην καὶ Ἤπειρον καὶ Βόρειον Ἤπειρον καὶ Κύπρον καὶ Δωδεκάνησα.

Κάτω ἀπὸ τὴν καυτὴν στάχτην τῆς μεγάλης αὐτῆς φωτιᾶς δὲν θὰ αἰσθάνεται πλέον τὴν κρυάδα τοῦ τόπου του ὁ Τιτὰν πατέρας μας, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, καὶ ἀκόμη, ἀπὸ τὰς φλόγας τῆς ἀληθείας καὶ πλάι εἰς αὐτάς, θὰ εὕρουν παρηγορίαν καὶ θαλπωρὴν καὶ ζεστασιὰν καὶ δικαίωσιν οἱ ἀμέτρητοι τάφοι τῶν ἡρώων μας τῆς τετραετίας τῶν Οὔνων.

Ο Γιώργος Ν. Μυσιρλάκης είναι δημοσιογράφος