1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →

Η ξαφνική βροχή με κράτησε και σήμερα για κάποια ώρα στο σπίτι μου, χτυπώντας με εκείνον τον γνωστό της ήχο πάνω στην εξωτερική πέργκολα, και δεν κατάφερα να εκπληρώσω μια υπεσχημένη υποχρέωσή μου σε έναν γνωστό μου μεγαλύτερο ηλικιακά, κι έτσι έμεινα να παρακολουθώ ειδήσεις σε τηλεοπτικά δελτία, ώσπου γρήγορα και πραγματικά αναπάντεχα ήρθαν στη μνήμη μου, σαν βαρκούλες που ξεκολλούν από μια ξεχασμένη όχθη, σκηνές από παλιά γεγονότα της ζωής μου, όπως όταν, πριν από πολλές δεκαετίες, αντίκρυσα έναν πολύ ηλικιωμένο τραυματιοφορέα στο Τμήμα των Χειρουργείων του παλιού Νοσοκομείου Westminster, που βρισκόταν στο κέντρο του Λονδίνου, ακριβώς πάνω από τη Lambeth Bridge και δίπλα στο βρεττανικό Κοινοβούλιο, μια Πέμπτη αργά το βράδυ, καθώς σε ένα διάλειμμα ανάμεσα σε δυό χειρουργικές επεμβάσεις παρατηρούσα απέναντι το επιβλητικό Μπιγκ Μπεν, με τον Τάμεση να κυλά σιωπηλός από κάτω και το ρολόι να μετρά τις ώρες των ανθρώπων, τον είδα συγκεκριμένα καταβεβλημένο με μεγάλη προσπάθεια να τοποθετεί έναν ασθενή που μόλις είχε χειρουργηθεί και ξυπνήσει σε ένα φορείο, μονάχος, δίχως να τον βοηθά κανείς από τους παρευρισκόμενους, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, και όταν πρόστρεξα να τον βοηθήσω δεν μου το επέτρεψε κατηγορηματικά, με το αιτιολογικό ότι δεν ήταν δουλειά μου, έτσι είπε, αλλά δική του αποκλειστικά, και στεκόταν εκεί, γέρος και σκυφτός αλλά ατσάλινος, σαν να φύλαγε μια τιμή που κανένα κράτος δεν του την είχε δώσει και κανένα κράτος δεν μπορούσε να του την πάρει, κι όταν τον ξαναείδα, μια δεδομένη στιγμή εκτός ωραρίου, σε μια παμπ πλησίον του νοσοκομείου, μου εξομολογήθηκε ότι είχε λάβει μέρος στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στο μέτωπο της Βόρειας Αφρικής, στη μάχη του Ελ Αλαμέιν, και ότι τώρα εργάζεται στο δικό μας νοσοκομείο με μειωμένο φυσικά ωράριο, γιατί η μηνιαία σύνταξη που λαμβάνει δεν του αρκεί για το δάνειο του σπιτιού του, και τελικά εκεί δέχτηκε να του προσφέρω μια Tennent’s Extra, εκείνη την αγαπημένη μου δυνατή σκωτσέζικη ξανθιά μπύρα, που γυάλιζε μέσα στο ποτήρι σαν υγρό φως, και κρατήσαμε τα ποτήρια μας σαν δύο άνθρωποι που ανήκουν σε διαφορετικές εποχές αλλά μοιράζονται μια ώρα την ίδια νύχτα, κι ύστερα τον έχασα, γιατί τον Φεβρουάριο του 1993 το νοσοκομείο μεταφέρθηκε στην περιοχή του Τσέλσι και άνοιξε τις πύλες του ως Westminster and Chelsea Hospital, όπως συνεχίζει και σήμερα, κι αυτός μάλλον συνέχισε κάπου αλλού, κάπου που δεν έμαθα κι ούτε θα μάθω ποτέ, όπως χάνονται οι άνθρωποι στα μεγάλα λιμάνια, με ένα νεύμα χεριού και μια πλώρη που γίνεται όλο και πιο μικρή στον ορίζοντα, κι αργότερα το μυαλό μου πέταξε πάλι ψηλά, πάνω από τον Ατλαντικό, μέχρι τις ακτές του Ειρηνικού, στο αντίστοιχο τμήμα του Mount Zion Hospital στο Σαν Φρανσίσκο, όπου η σχεδόν μόνιμη εργαλειοδότρια του δέκατου χειρουργείου, η Μπάρμπαρα, στο εβδομηκοστό έτος της ηλικίας της και μετά από πολλά χρόνια εργασίας, συνέχισε την καθημερινή της εργασία, γιατί αφ’ ενός της άρεσε, κατά τα λεγόμενά της, και γιατί αφ’ ετέρου ήθελε με το παραπάνω εισόδημά της να ταξιδεύει στο εξωτερικό και κυρίως στη Νορβηγία, που ήταν η καταγωγή του πατέρα της, σαν να έψαχνε ανάμεσα στους πάγους και στα φιόρδ του ευρωπαϊκού Βορρά τον δρόμο προς τις ρίζες της, κάτω από το φως ενός χειρουργείου που ήξερε το όνομά της, και μετά από όλα αυτά επανάκαμψα ταχύτατα στην ελληνική τηλεόραση με αγώνες επί αγώνων των ευρωπαϊκών εργατικών συνδικάτων για μείωση των χρόνων εργασίας, λόγω της επικείμενης και φημολογούμενης αύξησής τους κατά ένα έτος, μεταξύ πολλών άλλων, με δεδομένο ότι τα νοσοκομεία μας αδειάζουν από ιατρικό, νοσηλευτικό και άλλο βοηθητικό προσωπικό, όπως μεταφορείς ασθενών, και σκέφτηκα ότι κάτι δεν πάει καλά, ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού, και ότι έχουν όλοι δίκιο μάλλον, ο γέρος με το φορείο, η Μπάρμπαρα και οι μαθητές και οι άλλοι διαδηλωτές στους δρόμους, γιατί ο κόσμος είναι πιο πολύπλοκος από όσο χωρά σε ένα σύνθημα, και ότι είναι πιο σωστό, πριν εκφραστεί κάποιος υπέρ ή κατά συγκεκριμένων νομοθεσιών, να λειτουργεί με περισσότερη ωριμότητα και σύνεση, να εμβαθύνει τη σκέψη του, να αναλογίζεται τις απώτερες συνέπειες των λεγομένων του και κυρίως να επιδεικνύει μεγαλύτερη κριτική σκέψη στις δημόσιες τοποθετήσεις του, γιατί η αταλάντευτη γνώμη δείχνει κυρίως επιπολαιότητα, πέρα από όλα τα άλλα, γνωστά και μη εξαιρετέα, ακόμη και όταν υπάρχουν αποδείξεις για το αντίθετο, κι όταν κάποιος επιμένει πεισματικά και αμετάκλητα στη γνώμη του και αρνείται να αλλάξει στάση ή άποψη, δείχνει δυσκολία να συμβιβαστεί, σαν δέντρο που δεν ξέρει να λυγίσει στον άνεμο και τελικά σπάει, αλλά έτσι ήταν πάντοτε, θυμάμαι, αφού και η παγκόσμια και η ελληνική λογοτεχνία είναι γεμάτη με εμβληματικούς χαρακτήρες που έμειναν στην ιστορία για την απόλυτη εμμονή και την άρνησή τους να αλλάξουν γνώμη ή πορεία, οδηγούμενοι συχνά στην καταστροφή, τραγικοί χαρακτήρες όντες, ή στη δικαίωση, κι ας μην ανατρέξουμε πολύ πίσω, στην αρχαία Ελλάδα, αλλά ας περιοριστούμε στον δικό μας τόπο, εδώ στην Κρήτη, στον Καπετάν Μιχάλη του Νίκου Καζαντζάκη, που συμβολίζει ξεκάθαρα την ενσάρκωση του αλύγιστου και πεισματάρη, διαχρονικά, Κρητικού, με το βλέμμα στην πέτρα και την καρδιά στο σίδερο, φτάνοντας ως τις πρόκες του Μανόλη Αναγνωστάκη, με τις οποίες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις για να μην τις παίρνει ο άνεμος, μέχρι και τη σύγχρονη ποίηση του αιώνα μας, όπου οι ποιητές και οι ποιήτριες της σημερινής νέας γενιάς μεταμορφώνουν το πείσμα και την πολυποίκιλη αντίδρασή τους σε συλλογική ή ατομική αντίσταση ενάντια στην κανονικότητα, την κρίση και την κοινωνική αδικία, με τον εγωισμό τους να μην αποτελεί πλέον ελάττωμα του χαρακτήρα τους αλλά περήφανη, εγωιστική προβολή της όποιας ταυτότητάς τους, κι έτσι, ενώ η βροχή λιγόστευε και το φως ξαναβρίσκει το δωμάτιο, σκέφτομαι ότι ίσως υπάρχουν δύο ειδών πείσματα, εκείνο που σκληραίνει και σπάει, κι εκείνο που στέκεται όρθιο όπως ο γέρος με το φορείο στο Λονδίνο και η Μπάρμπαρα σε εκείνο το χειρουργείο στην Καλιφόρνια, όπως η λέξη που την καρφώνεις με πρόκα για να μη σε ξεγελάσει ο άνεμος, και ότι ο άνθρωπος χρειάζεται και τα δύο, να ξέρει πότε να λυγίζει σαν καλάμι και πότε να στέκεται σαν πρόκα, ώστε οι λέξεις του να μένουν και οι μνήμες του να μη παρασύρονται από την πρώτη βροχή που κατεβαίνει ξαφνικά, όπως ετούτη η σημερινή!

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας