Υπάρχουν ερωτήσεις που μοιάζουν απλές, αλλά μένουν μέσα μας για καιρό.
Μία από αυτές είναι: «Ποιος είμαι;»
Συνήθως, όταν μιλάμε για αυτογνωσία, σκεφτόμαστε την ανάγκη να γνωρίσουμε καλύτερα τι θέλουμε, τι νιώθουμε, τι χρειαζόμαστε και τι μας ταιριάζει.
Ίσως όμως υπάρχει μια προηγούμενη ερώτηση:
Πόσο από αυτό που είμαι, το έχω επιλέξει εγώ;
Από πολύ νωρίς στη ζωή μας, μαθαίνουμε τον εαυτό μας μέσα από τις σχέσεις μας. Μέσα στην οικογένεια, μέσα από τα λόγια αλλά και τις σιωπές, τις προσδοκίες και τις αντιδράσεις των σημαντικών ανθρώπων, αρχίζουμε να σχηματίζουμε μια εικόνα για το ποιοι «πρέπει» να είμαστε.
Το καλό παιδί.
Το υπεύθυνο παιδί.
Αυτό που δεν δημιουργεί προβλήματα.
Αυτό που πρέπει να είναι δυνατό.
Αυτό που φροντίζει τους άλλους.
Αυτό που δεν πρέπει να απογοητεύει κανέναν.
Κάποιοι από αυτούς τους ρόλους μπορεί, μεγαλώνοντας, να γίνουν τόσο οικείοι ώστε να ξεχάσουμε ότι κάποτε ήταν τρόποι με τους οποίους προσπαθήσαμε να ανήκουμε, να αγαπηθούμε ή να νιώσουμε ασφαλείς.
Έτσι, μπορεί να λέμε:
«Έτσι είμαι εγώ. Δεν μπορώ να λέω όχι».
«Εγώ είμαι δυνατός, δεν χρειάζομαι κανέναν».
«Δεν μου αρέσει να μιλάω για όσα νιώθω».
«Πρέπει να τους έχω όλους ευχαριστημένους».
Κι όμως, αξίζει κάποιες φορές να σταθούμε λίγο πριν πούμε «έτσι είμαι».
Είναι πράγματι έτσι ο εαυτός μου ή έτσι έμαθα να είμαι;
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα όσα μάθαμε είναι λάθος, ούτε ότι χρειάζεται να απορρίψουμε την οικογένεια ή το παρελθόν μας.
Σημαίνει ότι μπορούμε, ως ενήλικες πλέον, να κοιτάξουμε με περισσότερη περιέργεια όσα κουβαλάμε:
Τι από αυτά με εκφράζει ακόμη;
Τι με προστατεύει;
Τι με δυσκολεύει;
Τι κάνω επειδή το θέλω και τι επειδή φοβάμαι τι θα συμβεί αν σταματήσω;
Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο ουσιαστικές πλευρές της αυτογνωσίας.
Όχι να ανακαλύψουμε έναν «τέλειο» εαυτό, αλλά να αρχίσουμε να ξεχωρίζουμε τη δική μας φωνή ανάμεσα στις πολλές φωνές που έχουμε ακούσει στη ζωή μας.
Και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο.
Όταν αλλάζουμε έναν παλιό τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να υπάρχουμε στις σχέσεις μας, μπορεί να εμφανιστούν ενοχές, φόβος ή αμφιβολία.
«Μήπως έγινα εγωιστής;»
«Μήπως τους απογοητεύω;»
«Μήπως δεν είμαι πια ο άνθρωπος που ήξεραν;»
Όμως το να αλλάζουμε δεν σημαίνει απαραίτητα ότι απομακρυνόμαστε από τους άλλους. Μπορεί να σημαίνει ότι ερχόμαστε πιο κοντά στον εαυτό μας και, μέσα από αυτό, δημιουργούμε πιο αληθινές σχέσεις.
Όταν ξέρω τι χρειάζομαι, μπορώ να το επικοινωνήσω.
Όταν γνωρίζω τα όριά μου, μπορώ να τα προστατεύσω.
Όταν αναγνωρίζω τον φόβο μου, δεν χρειάζεται πάντα να τον αφήνω να αποφασίζει για μένα.
Ίσως, τελικά, η αυτογνωσία να μην είναι ένα ταξίδι για να βρούμε έναν καλύτερο εαυτό.
Ίσως να είναι ένα ταξίδι για να γνωρίσουμε τον δικό μας εαυτό.
Να αναγνωρίσουμε τι πήραμε από τους ανθρώπους που αγαπήσαμε, τι κρατάμε ακόμη, τι θέλουμε να αφήσουμε και τι θέλουμε να δημιουργήσουμε από εδώ και πέρα.
Και ίσως τότε η πιο σημαντική ερώτηση να μην είναι:
«Ποιος είμαι;»
Αλλά:
«Ποιος θέλω να είμαι, τώρα που μπορώ να επιλέξω;»
Γιατί η αυτογνωσία δεν μας ζητά να κρίνουμε τον εαυτό μας.
Μας προσκαλεί να τον κοιτάξουμε με αρκετή ειλικρίνεια, ώστε να τον καταλάβουμε και αρκετή τρυφερότητα για να του επιτρέψουμε να αλλάξει.
Η Μαρία Κονταξάκη είναι σύμβουλος Ψυχικής Υγείας ατόμου, ζεύγους, οικογένειας και ομάδας, πιστοποιημένη στη Συστημική Ψυχοθεραπεία, επιστημονική συνεργάτιδα της «Αλληλεπίδρασις ΙΚΕ»