Κάποτε, ένας παιδικός μου φίλος, που είχε χάσει από χρόνια τον πατέρα του και -όντας μοναχογιός- ζούσε με τη μητέρα του, είδε ένα ιδιαίτερα εύγλωττο όνειρο που έσπευσε να μου αφηγηθεί. Είδε τον πατέρα του, με το καλό του κουστούμι, να μπαίνει στο σπίτι τους. Ακολούθησε διάλογος:
-Τι κάνεις εδώ; Δεν έχεις πεθάνει; -ρώτησε ο γυιός.
-Ήρθα να δω τι κάνετε…
-Και πώς είναι εκεί;
-Υπάρχουν μερικά πράγματα που, εσείς οι ζωντανοί, δεν πρέπει να τα ξέρετε.
Ο φίλος μου ξύπνησε, όμως το όνειρο παρέμεινε για δεκαετίες χαραγμένο στη μνήμη του.
Η ορθόδοξη παράδοση από την άλλη, μιλά για τη «Θέωση», την, ας το πούμε έτσι, «ενθέωση» του πλάσματος του Δημιουργού. Σε αυτό το στάδιο, φτάνει κανείς αξιωμένος από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και των τριών σταδίων της μυστικής τελείωσης: την κάθαρση, τον φωτισμό και, τέλος, την ίδια τη θέωση καθ’ εαυτή.
Πρωταγωνίστρια μέριμνα είναι εδώ και εμφανίζεται απτή, η θεία οικονομία, εννοώντας τη νομή του οίκου, το οικείν κατά νόμον, το δομείν κατά νόμον, το διαχειρίζεσθαι.
Το μεγαλύτερο μέρος της κοσμικής αγάπης είναι απλώς υποδούλωση -μας λέει ο γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα («Οι λογισμοί καθορίζουν τη ζωή μας», Εκδόσεις: Εν πλώ, 12η έκδοση, 2024, σελ. 159). Η αληθινή αγάπη ταυτίζεται με τον ίδιο τον Θεό.
Από την άλλη, όπως επισημαίνει ο Τόμας Μαν, («Η Φιλοσοφία του Νίτσε», εκδόσεις: Οκτώ, μτφ. Γιώργος Λαμπράκος, 2016, σελ. 44), ο Νίτσε επικρίνει τον χριστιανισμό, προ πάντων επειδή «εξύψωσε το άτομο σε μια τόσο σπουδαία θέση, ώστε αυτό δεν μπορεί πια να θυσιαστεί».
Δεν μπορεί δηλαδή να γίνει αγάπη, ας το μεταφράσουμε έτσι, κι ας αφήσουμε τον φιλόσοφο να μέμφεται τις «μοντέρνες ιδέες» των Άγγλων ή τον «όχλο της Γαλλικής Επανάστασης», σε πλήρη συμφωνία με την οδύνη που τού επέφερε η όψη της πραγματικότητας, εναντιωνόμενη στις ιδέες μεγαλείου που εξυφαίναν εντελώς παράτολμα, τότε και εντός του, το πνεύμα του.
Στην ορθόδοξη μυστική παράδοση, η έμφαση γέρνει προς το ακατάληπτο του Θεού, του οποίου η φύση είναι απροσπέλαστη και πέρα για πέρα μη επιδεχόμενη καμία γνώση, πέρα απ’ όλα όσα υπάρχουν και πέρα από όσα μπορεί να σκεφτεί κανείς. Κι εδώ, τα πράγματα μοιάζουν να συγκλίνουν με τη φράση του ονείρου, «υπάρχουν μερικά πράγματα που εσείς οι ζωντανοί δεν πρέπει να τα ξέρετε».
Βαριά είν’ η οδύνη μπροστά στον θάνατο, βαριά κι η καθημερινότητα του δυστυχισμένου ανθρώπου. Κι «έτσι πρέπει να είναι -μας λέει, βοηθώντας μας, ο Κίρκεγκωρ, στον στοχασμό μας-, καθώς όλη αυτή η οδύνη πηγάζει από την αγάπη, επειδή ακριβώς ο Θεός δεν ζηλεύει τον εαυτό του, αλλά θέλει μέσα στην αγάπη του να είναι ίσος με τον πλέον ταπεινό». («Φιλοσοφικά ψιχία», μτφ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Καστανιώτη, 1998, σελ. 65).
Και καταλήγουμε, κάπως απότομα, όχι όμως και τόσο απερίσκεπτα, στο γνωστό δικό μας, στη γνωστή δική μας επίκλιση: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με…», συλλαβίζοντας σχεδόν τις λέξεις και κατευνάζοντας κάθε άλογη υπαρξιακή βιασύνη που στιγματίζει τη σκοτεινή μας εποχή, τολμώντας επιτέλους ν’ ανασάνουμε ελεύθεροι.
Ο Μπάμπης Λάσκαρις είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος, μέλος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας