Το παρελθόν άφησε τα «χνάρια» του σε πολλά σημεία του τόπου μας. Όμως, το να συναντάς τον μεγαλύτερο αρχαίο αμπελώνα της Ελλάδας στην Κρήτη, στον Ψηλορείτη, σε υψόμετρο 800 μέτρων, δεν είναι κάτι που το περιμένεις.
Πριν λίγα χρόνια, έπειτα από πληροφορίες κτηνοτρόφων του Καλύβου Μυλοποτάμου, επισκέφθηκα την περιοχή «Δρακώνα» κοντά στο σπήλαιο «Τσουπά». Η λαξεμένη πέτρα που μου έδειξαν ήταν πιεστήριο σταφυλιών.
Η διάμετρος του κύκλου στο πλακώδες μάρμαρο του Ψηλορείτη (Plattenkalk) είναι 65-70 εκ. και η απόσταση των οπών στήριξης 1 μέτρο. Η λειτουργία της φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία, δεξιά από το οινοποιείο Λυραράκη (φωτό από Γ. Τζαγάκη, 2006, «Το καινούριο χωριό»).
Η μαγγάνα (σταφυλοπιεστήριο) δεν ήταν δίπλα σε πατητήρι, όπου συνήθως τις συναντούμε, αλλά δίπλα σε ένα λακκί, στο οποίο σώζονταν μικροί σωροί από πέτρες. Τι ήταν και πώς συνδέονταν με τη μαγγάνα;
Η ερμηνεία που βρήκαμε ήταν πως οι πέτρες αυτές στήριζαν κατασκευή από ξύλα (καλαμωτή), στην οποία έβαζαν τα σταφύλια για να δώσουν το γλυκό ηδύποτο οίνο των αρχαίων.
Λίγο παραπάνω, στα πενήντα μέτρα, ωραίο πατητήρι -ληνός και υπολήνιο- δοχειό επίσης δομημένο με πλακόπετρες Ψηλορείτη. Τα πλακώδη μάρμαρα με στρώσεις ή κονδύλους χαλαζία (πυριτόλιθου) πιθανότατα έδωσαν το τοπωνύμιο «Δρακώνα» στον τόπο αυτό. Υπάρχουν ακόμα δύο πατητήρια, το ένα στον αμπελώνα αυτό και το άλλο σε διπλανό τραφιασμένο αμπελώνα, πιθανότατα σκεπαστό.
Επόμενο δύσκολο ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί ήταν σε ποια εποχή λειτούργησε αυτός ο σπουδαίος αμπελώνας. Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Όμως, η ύπαρξη καταλοίπων οικισμού εφτακόσια μέτρα ΝΔ, ο οποίος τοποθετείται στην ελληνορωμαϊκή εποχή μάς οδηγεί στην αρχική απάντηση.
Οι Ρωμαίοι είχαν διαπιστώσει ότι πολλές περιοχές στην Κρήτη είχαν σημαντικό πλεονέκτημα στην παραγωγή εξαιρετικής ποιότητας σταφυλιών, τα οποία μπορούσαν να δώσουν εξαιρετικής ποιότητας οίνο. Η ρωμαϊκή περίοδος έχει αφετηρία στην Κρήτη το 69 π.Χ. με την καταστροφή της Κνωσού.
Συνέπεια αυτής της εξέλιξης ήταν να δημιουργηθεί μια νέα πραγματικότητα στο νησί. Σταμάτησαν οι εσωτερικές έριδες και μια μακρά περίοδος ειρήνης θεμελιώθηκε. Δεν επιχειρήθηκε εκλατινισμός του νησιού και ο πληθυσμός παρέμεινε αμιγώς ελληνικός με υψηλό πολιτιστικό επίπεδο (Θεοχάρης Δετοράκης, 1990 «Ιστορία της Κρήτης»).
Η Κρήτη αποκτά στρατηγική σημασία, τοποθετημένη στον κύριο εμπορικό άξονα Ρώμης-Αλεξάνδρειας, τον οποίο ακολουθούσαν τα ρωμαϊκά πλοία για την τροφοδοσία της αυτοκρατορικής Ρώμης.
Οι Κρήτες αξιοποίησαν αυτό το πλεονέκτημα και μετέτρεψαν την αμπελοκαλλιέργεια βασική καλλιέργεια και την κύρια πηγή εισοδήματός τους (Αντιγόνη Μαραγκού-Lerat, 2002 στο «Οίνος παλαιός ηδύποτος ΑΙΚ»).
Η άνθιση της οινοπαραγωγής και του θαλάσσιου εμπορίου τεκμηριώνεται από τον μεγάλο αριθμό εργαστηρίων παραγωγής αμφορέων σε αρκετές παράκτιες θέσεις, αλλά και τη διασπορά των κρητικών αμφορέων την ίδια περίοδο σε αρκετές περιοχές της Μεσογείου (Κατερίνα Αθανασάκη, 2008 «Οίνον Ιστορώ V»).
Στην ευρύτερη περιοχή, σε υψόμετρο 700-900 μέτρα, συναντούμε καμιά δεκαριά εγκαταστάσεις οινοποίησης. Έτσι, διαμορφώσαμε δύο διαδρομές και προτείναμε (οι «Μυθοκρουσμένοι», Σύλλογος Πολιτισμού και Παιδείας) ειδική δασοτεχνική μελέτη, η οποία χρηματοδοτήθηκε από την Περιφέρεια Κρήτης.
Η μελέτη ολοκληρώθηκε και έλαβε τις απαραίτητες εγκρίσεις (από Εφορείες Αρχαιοτήτων και Δ/νση Δασών). Αναμένεται η χρηματοδότηση του έργου και η δημοπράτησή του από τον Δήμο Μυλοποτάμου.
Δύο εξαιρετικές διαδρομές που περιλαμβάνουν: Ψηλορείτη – βόρειες παρυφές, Σπήλαιο Τσουπά (ετυμολογία κατά Νίκο Ψαρουδάκη: “hacip”, δαιμόνιο, τερατόμορφο πλάσμα), πατητήρια – πιεστήριο, αρχαίοι αμπελώνες, πρινοδάσος (Πρινές), φαράγγι και δέτες (Μαχή και Ραπανέ) και μπορούν να αποτελέσουν βασική υποδομή για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής του ορεινού Μυλοποτάμου.
Ο Στέλιος Μανωλιούδης είναι γεωλόγος και ερευνητής