Είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν απολείπουν οι σκοτούρες και τα βάσανα από τους ανθρώπους, όπως και είναι αναγκαίο να επέρχονται στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης. Ταβέρνα! Κάθε βράδυ είναι το κέντρο της ίδιας παρέας, μίας παρέας με σίγουρα καλή καρδιά και φιλότιμο, με γέλια και χαρές, με διάθεση για διασκέδαση. Δύσκολος και τόσο σκληρός ο αγώνας της βιοπάλης, ύστερα απ’ όλη την καθημερινή αδιάκοπη φροντίδα, η ταβέρνα ήταν για πολλούς τρόπος ζωής, αποκούμπι στα βάσανα, στις έγνοιες και στα προβλήματα των ανθρώπων.
Ήσυχη η ζωή της ταβέρνας φιλοξενούσε και συνεχίζει να φιλοξενεί αθώα τους επισκέπτες της, εκείνους που έρχονται να περάσουν λίγες στιγμές αμέριμνοι μέσα στις σκούρες σκιές της λάμπας και στην αχνή ατμόσφαιρα που δημιουργούσε ο καπνός του τσιγάρου. Μιλάμε για αρχές Οκτώβρη, αρχές της δεκαετίας του πενήντα. Τότε που οι ανέσεις ήταν λίγες και οι άνθρωποι κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι από πολέμους, θανάτους, αρρώστιες, πείνα και δυστυχία, προσπαθούσαν να βρουν τον βηματισμό τους. Η ζωή στην ταβέρνα έπαιρνε μία ιδιαίτερη όψη, όταν άρχιζε να χειμωνιάζει και φυσικά να σουρουπώνει. Φυσικά το τραγούδι και ο αμανές πάντοτε στο φόρτε τους από τους πιστούς της… φίλους και θαμώνες!
Νέοι, πιο νέοι, αλλά και μεγάλοι με γκρίζα και άσπρα μαλλιά.
Μια ζωή μέσα σ’ αυτή. Ηρωίδα της καρδιάς πολλών η κάνουλα, βασίλισσα των σκέψεών τους, στην οποία απευθυνόμενοι με έμμετρο τρόπο σε στίχους -που πολλοί τους έπαιρναν και για έρωτα των γηρατειών- τον λεγόμενο γεροντοσεβδά. Και όμως, η κάνουλα του βαρελιού είχε ιδιαίτερη σημασία και αξία όπως φαίνεται:
«Στον ουρανό κι αν ανεβείς
στα νέφη κι αν κοιμάσαι
φτερά κι αν κάνεις να πετάς
πάλι δικιά μου θα ’σαι».
Και ο διπλανός χωρίς να χάνεις χρόνο συνεχίζει:
«Σε βλέπω εκεί που κάθεσαι
βασίλισσα γεμάτη
ας βύζαινα την κάνουλα
κι ας μου ‘βγαινε το μάτι».
Πολλοί αναπολώντας τα περασμένα, έρχονταν στο κέφι πρόσχαροι και γελαστοί, συνεχίζοντας το τραγούδι:
«Σταλαγματιά, σταλαγματιά, το αίμα μου θα χύσω,
σαν όπως στάζει το κρασί, στου βαρελιού τον πύρο,
μεσ’ στην ταβέρνα για να μπω και να σε αποκτήσω,
και δίπλα εις την κάνουλα, για πάντα πια να γύρω!».
Σίγουρα, όπως έλεγαν και οι παλιότεροι, «όταν πίνεις μία γουλιά, γίνεσαι άλλος άνθρωπος και όταν γίνεις άλλος άνθρωπος, πίνεις και τη δεύτερη…». Στο παλιό Ηράκλειο η συνήθεια της ταβέρνας και της ρέγουλας, όπως λεγόταν και τότε και σήμερα, ήταν κάτι το συνηθισμένο. Η πόλη μας είχε αρκετές ταβέρνες στα κεντρικά σημεία της, καθώς και μικρότερα ταβερνάκια και μπακαλοταβέρνες σ’ όλες τις γειτονιές του Μεγάλου Κάστρου, που οι Ηρακλειώτες πήγαιναν τα μεσημέρια και προπαντός τα βράδια μετά από την εργασία τους για να πιούν ένα ποτήρι κρασί και να ξεσκάσουν, που λέει ο λόγος. Παρέες-παρέες έκαναν την απαραίτητη ρέγουλα για να τους ανοίξει η όρεξη και μετά να πάνε στα σπίτια τους για φαγητό, όσοι δεν είχαν χορτάσει στην ταβέρνα.
Στις ταβέρνες κουτσόπιναν τον ωραίο γλυκόπιοτο Μαλεβιζιώτικο μαρουβά και μάθαιναν τα νέα της ημέρας. Οι ταβέρνες, εκτός από το καλό κρασί, σερβίριζαν στους θαμώνες τους εξαιρετικής ποιότητας τσικουδιά, αλλά και ούζο με τους σχετικούς μεζέδες.
Οι μεζέδες συνήθως ήταν λουμπούνια, τυρί, ελιές, σαρδέλες (συνήθως από το κουτί, τινάζοντάς τες για να φύγουν τα πολλά αλάτια), ρέγκες και από σαλατικά προτιμούσαν το σταμναγκάθι, τις παπούλες και τις παστανάγλες. Ταβέρνα! Μία συνήθεια των Καστρινών, οι οποίοι μετά την εργασία τους συναντιόντουσαν σε παρέες-παρέες συνήθως τις βραδινές ώρες και μόνο σε ανώτερη βία μπορούσε να δικαιολογηθεί κάποια απουσία!