Ο Οκτώβριος έχει ήδη εισβάλει αθόρυβα, σαν επισκέπτης που διστάζει να χτυπήσει την πόρτα σου, φορτωμένος με τη γνώριμη υγρασία του και με τους πρώτους ανήσυχους ανέμους που προμηνύουν την αλλαγή της εποχής. Κι εδώ, σε τούτους τους μεσογειακούς γεωγραφικούς παραλλήλους, οι θερμοκρασίες υποχωρούν διστακτικά, σαν να αρνούνται ακόμη να παραδώσουν τα ηνία της ατμόσφαιρας στο φθινόπωρο, κρατώντας στον αέρα έναν τελευταίο ζεστό ψίθυρο του καλοκαιριού που έφυγε, την ίδια στιγμή που μέσα μου αφυπνίζονται σκέψεις και ιδέες, που για καιρό παρέμεναν βυθισμένες σε ένα σιωπηλό υπόγειο της μνήμης και της ψυχής, με τα φώτα σβηστά και τις πόρτες μισόκλειστες, περιμένοντας ένα σημάδι για να ανέβουν στο φως.
Την ίδια στιγμή, στον μικρόκοσμο που με περιβάλλει εδώ και πολλά χρόνια, τα πάντα μοιάζουν να αποκτούν μια παράξενη βαρύτητα, σαν να έχει πυκνώσει ο αέρας και κάθε αντικείμενο να ζυγίζει περισσότερο από πριν, κι η μεγάλη βεράντα, απλωμένη έξω από το παράθυρό μου, με τα άφθονα λουλούδια της να αλλάζουν ύφος και αποχρώσεις μέρα με τη μέρα, από τις έντονες και θορυβώδεις αποχρώσεις του καλοκαιριού στις πιο απαλές και κουρασμένες του φθινοπώρου, μοιάζει να αντιστέκεται πεισματικά στη φθορά, παρότι κι εκείνη υπόκειται, αναπόφευκτα, στους νόμους του χρόνου, όπως δυστυχώς κι εγώ, κι όλοι μας, ενώ το απαλό φως του ήλιου απλώνεται καθημερινά νωχελικά πάνω στα φύλλα, σαν χέρι που χαϊδεύει χωρίς να πιέζει, κι αφήνει στις πήλινες γλάστρες μια ζεστασιά που κρατά ως το απόγευμα, ενώ αρκετά συχνά ένα ήρεμο αεράκι διασχίζει τον χώρο χωρίς βιασύνη, κουνώντας ελάχιστα τα πέταλα και τα κλαδιά και αφήνοντας πίσω του μια απίστευτη αίσθηση γαλήνης, που μοιάζει με ευλογία, με μια σύντομη ανακωχή ανάμεσα σε εμένα και στον χρόνο.
Αλλά όταν το φως χαμηλώνει και τα απέναντι σπίτια της γειτονιάς ανάβουν ένα-ένα τα παράθυρά τους, σαν μικρά φανάρια που κρατούν συντροφιά στο σούρουπο, η βεράντα βυθίζεται σε μια βαθιά μπλε σιγαλιά και τα λουλούδια γίνονται σχήματα και σκιές, κι εγώ μένω εκεί, ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, να ακούω τον κόσμο να αναπνέει αργά.
Όμως, μέσα σε αυτή τη φαινομενική αταραξία, η σιωπή δεν είναι ποτέ απόλυτα αθώα, γιατί επιστρέφει κάθε τόσο σαν λεπτή βελονιά που διαπερνά τον ιστό των ημερών, τραβώντας πίσω της όσα δεν ειπώθηκαν, όλα τα χρόνια που πέρασαν μέσα από τα δάχτυλα των χεριών μου, όσα είδα και αποκρύφτηκαν ή έμειναν μετέωρα σε παλαιότερες αφηγήσεις, που οι περισσότερες αποτυπώθηκαν σε χαρτί ή εναποτέθηκαν στον απέραντο ψηφιακό κόσμο που μας ελέγχει διακριτικά, αλλά τόσο επιμελημένα και ύπουλα, σαν αόρατος επιστάτης που ξέρει πού κρύβονται οι λέξεις μας και πότε θα τις χρειαστεί.
Και τότε, σαν χρωματιστή κλωστή που αρνείται να κοπεί, η μνήμη αναλαμβάνει το έργο της, χωρίς βιασύνη και χωρίς να ζητά την άδειά μου, κι αρχίζει να υφαίνει αργά και επίμονα ένα νέο κέντημα πάνω στον αόρατο καμβά, εκεί όπου κάθε στιγμή που έζησα είναι ένα μικρό σημάδι, μια κηλίδα χρώματος, κι όπου οι λέξεις, τα συναισθήματα και οι σκιές τους αναζητούν επιτέλους τη δική τους μορφή, το δικό τους περίγραμμα, τη δική τους θέση κάτω από το φως και τελικά ίσως γι’ αυτό ο Οκτώβριος, με την υγρασία του και τη διστακτική του αλλαγή, δεν μου φαίνεται πια απειλή, αλλά πρόσκληση, να καθίσω στο γραφείο μπροστά στη βεράντα, να πάρω στα χέρια τη βελόνα της γραφής και να συνεχίσω το κέντημα, βελονιά τη βελονιά, μέρα τη μέρα, ώσπου να φανεί πάνω στον αόρατο καμβά η εικόνα που τόσον καιρό περίμενε να γεννηθεί!
*Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας