1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που η ανθρωπότητα καλείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη, να αναμετρηθεί με τις αξίες της, να ζυγίσει τις αποφάσεις της και να αναρωτηθεί αν τελικά ο πολιτισμός που τόσο υπερήφανα διακηρύσσει έχει καταφέρει να διατηρήσει ζωντανό το πιο ουσιαστικό του στοιχείο: την ανθρωπιά. Το μεταναστευτικό δεν είναι απλώς ένα ζήτημα διαχείρισης συνόρων, αριθμών, στατιστικών και πολιτικών ισορροπιών.

Είναι ένα σύνθετο κοινωνικό, πολιτικό και ανθρωπιστικό πρόβλημα, που αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της εποχής μας. Είναι η ιστορία ανθρώπων που εγκαταλείπουν τον τόπο τους όχι επειδή έπαψαν να τον αγαπούν, αλλά επειδή οι συνθήκες ζωής τούς στερούν ακόμη και το δικαίωμα να παραμείνουν σε αυτόν.

Πίσω από κάθε βάρκα που διασχίζει τη Μεσόγειο, πίσω από κάθε άνθρωπο που περνά ένα συρματόπλεγμα, υπάρχει μια ιστορία. Ένα σπίτι που εγκαταλείφθηκε, μια μάνα που αποχαιρέτησε το παιδί της, ένας πατέρας που πήρε την απόφαση να ρισκάρει τη ζωή του για να εξασφαλίσει στα παιδιά του μια πιθανότητα επιβίωσης. Υπάρχουν όνειρα, φόβοι, απώλειες και μια ακατανίκητη ανάγκη για ζωή.

Κι όμως, πολλές φορές, όλα αυτά συμπυκνώνονται σε μια λέξη: «μετανάστες». Σαν να αρκεί μια λέξη για να διαγράψει την ανθρώπινη υπόσταση. Σαν να μπορούν οι αριθμοί να αντικαταστήσουν τα πρόσωπα. Σαν να είναι δυνατόν να μετατρέψουμε τον πόνο σε διοικητικό φάκελο και την απόγνωση σε ζήτημα γραφειοκρατικής διευθέτησης.

Ας είμαστε, όμως, ειλικρινείς. Κανένα κράτος δεν μπορεί να αγνοήσει την ανάγκη προστασίας των συνόρων του. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κανόνες, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς υποδομές και χωρίς μια οργανωμένη μεταναστευτική πολιτική. Η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών δεν είναι υπόθεση ευχολογίων ούτε μπορεί να στηρίζεται σε συναισθηματικές εξάρσεις. Απαιτεί σοβαρότητα, διεθνή συνεργασία, δίκαιη κατανομή ευθυνών και σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο.

Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα: Πού τελειώνει η ευθύνη ενός κράτους και πού αρχίζει η ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στον συνάνθρωπό του; Γιατί η προστασία των συνόρων δεν μπορεί να σημαίνει εγκατάλειψη της ανθρώπινης ζωής. Η ασφάλεια δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω στην αδιαφορία και η πολιτική αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να μετριέται με το πόσες τραγωδίες καταφέρνουμε να μην βλέπουμε.

Η Ευρώπη, που γεννήθηκε μέσα από τα συντρίμμια δύο Παγκόσμιων Πολέμων και διακήρυξε την ειρήνη, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα ως θεμέλια της ύπαρξής της, βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια βαθιά αντίφαση. Από τη μια πλευρά επικαλείται τις ανθρωπιστικές της αξίες, και από την άλλη δυσκολεύεται να διαμορφώσει μια κοινή, συνεκτική και δίκαιη πολιτική ασύλου και μετανάστευσης.

Οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, και ιδιαίτερα εκείνες που βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, σηκώνουν δυσανάλογα μεγάλο βάρος.

Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, βρίσκεται συχνά στην πρώτη γραμμή αυτής της πραγματικότητας. Δεν μπορεί, επομένως, να επωμίζεται μόνη της μια ευθύνη που αφορά ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ούτε, όμως, μπορεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια να γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ Κυβερνήσεων.

Και υπάρχει ακόμη μια διάσταση που συχνά αποσιωπάται: Οι άνθρωποι δεν εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους σε ένα ιστορικό και πολιτικό κενό. Πόλεμοι, ένοπλες συγκρούσεις, πολιτικές διώξεις, φτώχεια, περιβαλλοντικές καταστροφές και οικονομικές ανισότητες δημιουργούν συνθήκες αναγκαστικού εκτοπισμού.

Σε έναν κόσμο όπου τα συμφέροντα, οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και οι οικονομικές εξαρτήσεις διαμορφώνουν την τύχη ολόκληρων λαών, δεν μπορούμε να εξετάζουμε τις μεταναστευτικές ροές αποκομμένες από τις αιτίες που τις γεννούν. Είναι υποκριτικό να συζητάμε αδιάκοπα για την αντιμετώπιση των συνεπειών και να αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα τις αιτίες.

Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε τις ανησυχίες των τοπικών κοινωνιών. Οι άνθρωποι που ζουν σε περιοχές πρώτης υποδοχής έχουν δικαίωμα στην ασφάλεια, στην αξιοπρεπή καθημερινότητα, στις δημόσιες υπηρεσίες και στην κοινωνική συνοχή. Δεν είναι ούτε άκαρδοι ούτε απάνθρωποι επειδή ζητούν απαντήσεις από την πολιτεία. Η αλληλεγγύη δεν μπορεί να επιβάλλεται ως υποχρέωση στους αδύναμους, ούτε να μετατρέπεται σε άλλοθι για την απουσία κρατικού σχεδιασμού.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να αντιπαραθέσουμε τον ντόπιο με τον ξένο, τον πρόσφυγα με τον πολίτη, τον φόβο με τη συμπόνια. Το ζητούμενο είναι να δημιουργήσουμε συνθήκες στις οποίες κανένας άνθρωπος δεν θα αισθάνεται απειλή για τον άλλον επειδή απουσιάζει η πολιτική βούληση να διαχειριστεί με δικαιοσύνη την πραγματικότητα.

Γιατί όταν η πολιτική αδυνατεί να δώσει λύσεις, ο φόβος βρίσκει χώρο να ριζώσει. Και όταν ο φόβος γίνεται πολιτικό εργαλείο, τότε ο άνθρωπος παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο και μετατρέπεται σε πρόβλημα προς απομάκρυνση. Εκεί γεννιούνται τα στερεότυπα, εκεί ενισχύονται οι ακραίες φωνές, εκεί η κοινωνική ανασφάλεια μετατρέπεται σε εχθρότητα.

Και τότε, αντί να αναζητούμε τις πραγματικές ευθύνες, αρχίζουμε να αναζητούμε αποδιοπομπαίους τράγους. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως η Ελλάδα γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει ξεριζωμός.

Η ιστορία της είναι γεμάτη προσφυγικές διαδρομές, ξεριζωμένες οικογένειες, ανθρώπους που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τους ολόκληρες ζωές για να αναζητήσουν μια καινούργια αρχή. Η μνήμη αυτή δεν πρέπει να λειτουργεί ως ιστορικό διακοσμητικό στοιχείο. Είναι ευθύνη. Είναι υπενθύμιση. Είναι ένα κομμάτι της συλλογικής μας συνείδησης.

Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε σε όλα για να αναγνωρίζουμε την ανθρώπινη υπόσταση του άλλου. Δεν χρειάζεται να καταργήσουμε τα σύνορα για να υπερασπιστούμε την αξιοπρέπεια. Χρειάζεται, όμως, να καταργήσουμε την αδιαφορία που υψώνει αόρατα τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Δεν δοκιμάζονται μόνο οι αντοχές των κρατών από το μεταναστευτικό. Δοκιμάζονται και οι αντοχές της δημοκρατίας, η ποιότητα του πολιτισμού μας, η αξιοπιστία των θεσμών και, πάνω απ’ όλα, η συνείδησή μας. Γιατί τα σύνορα μπορεί να χαράσσονται πάνω στους χάρτες, αλλά η ανθρωπιά δεν χωρά σε γεωγραφικές συντεταγμένες.

Κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να είναι υποχρεωμένος να πεθαίνει για να αποδείξει ότι δικαιούται να ζήσει. Και κανένα κράτος δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί την ανθρωπιστική κρίση ως άλλοθι για την πολιτική του ανεπάρκεια. Το μεταναστευτικό χρειάζεται πολιτικές αποφάσεις, όχι επικοινωνιακές παραστάσεις. Χρειάζεται ευρωπαϊκή ευθύνη, όχι εθνική εγκατάλειψη. Χρειάζεται κανόνες, δικαιοσύνη και έλεγχο, αλλά και σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, όταν σβήσουν οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, όταν κλείσουν οι τηλεοπτικές κάμερες και όταν οι αριθμοί πάψουν να απασχολούν τα δελτία ειδήσεων, θα μείνει ένα ερώτημα να αιωρείται πάνω από τις συνειδήσεις μας: Σε ποια Ευρώπη θέλουμε να ζούμε;

Σε μια Ευρώπη που προστατεύει τα σύνορά της χωρίς να χάνει την ψυχή της ή σε μια Ευρώπη που, στην προσπάθειά της να διαφυλάξει την ασφάλειά της, κινδυνεύει να ξεχάσει τις ίδιες τις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε;

Γιατί ο πολιτισμός δεν αποδεικνύεται από το ύψος των τειχών που υψώνουμε, αλλά από το μέτρο της ανθρωπιάς που διατηρούμε όταν δοκιμάζονται οι αντοχές μας.

Η Εύα Καπελλάκη-Κοντού είναι εκπαιδευτικός, αρθρογράφος και ραδιοφωνική παραγωγός