1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →

«Να μη σου λείπει τίποτα και τίποτα να μη σου φτάνει». Μια φράση που περιγράφει με τον πιο εύστοχο τρόπο τη νοοτροπία εκείνων που, ενώ έχουν ήδη αποκτήσει αμύθητο πλούτο, εξακολουθούν να θέλουν περισσότερα. Όχι επειδή τα έχουν ανάγκη, αλλά επειδή δεν μπορούν να αποδεχτούν ότι υπάρχει κάτι που δεν τους ανήκει.

Το ρεσιτάλ απληστίας των ολιγαρχών δεν έχει τέλος. Δεν τους αρκεί να διαθέτουν τεράστιες περιουσίες, επιχειρήσεις και οικονομική δύναμη. Θέλουν να έχουν λόγο στην πολιτική, επιρροή στην ενημέρωση, παρουσία στον αθλητισμό και πρόσβαση στα κέντρα των αποφάσεων. Θέλουν να τα ελέγχουν όλα.

Η διαδρομή είναι πολλές φορές χαρακτηριστική. Ένας ισχυρός επιχειρηματίας, για παράδειγμα, ξεκινά από τη ναυτιλία ή κάποια άλλη μεγάλη οικονομική δραστηριότητα. Αποκτά μια ποδοσφαιρική ή μπασκετική ομάδα και μαζί της ένα μεγάλο κοινό, μια ισχυρή κοινωνική παρουσία και μια θέση στην καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Στη συνέχεια επεκτείνεται στα μέσα ενημέρωσης, αποκτά εφημερίδες, τηλεοπτικούς σταθμούς και ιστοσελίδες. Το χρήμα αποκτά κοινωνική επιρροή και η κοινωνική επιρροή μετατρέπεται σε δύναμη.

Από εκεί και πέρα, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες μπορούν να επεκταθούν στην ενέργεια, στις κατασκευές, στα λιμάνια, στις υποδομές και σε μεγάλες επενδύσεις που συνδέονται με δημόσιες αποφάσεις. Δεν είναι παράνομο ένας επιχειρηματίας να επενδύει σε διαφορετικούς κλάδους. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν υπάρχουν πραγματικός ανταγωνισμός, διαφάνεια και ίσοι κανόνες για όλους.

Στην Ελλάδα του σήμερα, αυτή η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Η έκθεση του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Ιδιοκτησίας των Μέσων Ενημέρωσης για το 2025 καταγράφει τις διασυνδέσεις μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων με τη ναυτιλία, την ενέργεια, τον αθλητισμό και άλλους οικονομικούς κλάδους.

Το ζήτημα δεν είναι ποιος επιχειρηματίας διαθέτει ποια περιουσία. Είναι κατά πόσο η συγκέντρωση τόσων διαφορετικών μορφών ισχύος μπορεί να επηρεάσει την ενημέρωση, τον ανταγωνισμό και τελικά τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Και υπάρχουν αριθμοί που προβληματίζουν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2024 το 55% των διαγωνισμών δημοσίων συμβάσεων στην Ελλάδα είχε μόνο έναν υποψήφιο, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 28%. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του χειραγώγηση των διαγωνισμών. Θέτει όμως ένα σοβαρό ερώτημα για το επίπεδο του ανταγωνισμού και τις ευκαιρίες που έχουν οι μικρότερες επιχειρήσεις να διεκδικήσουν δημόσια έργα.

Την ίδια στιγμή, η κοινωνία αντιμετωπίζει εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες. Η ακρίβεια στα τρόφιμα, το κόστος της ενέργειας, τα ενοίκια και η δυσκολία απόκτησης κατοικίας πιέζουν τα νοικοκυριά. Οι νέοι δυσκολεύονται να ξεκινήσουν τη ζωή τους, οι εργαζόμενοι βλέπουν τον μισθό τους να εξανεμίζεται και οι συνταξιούχοι προσπαθούν να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους με εισοδήματα που δεν ακολουθούν το κόστος ζωής.

Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση. Για κάποιους το ζητούμενο είναι πώς θα αυξήσουν ακόμη περισσότερο την περιουσία και την επιρροή τους. Για τους πολλούς, το ζητούμενο είναι πώς θα βγει ο μήνας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η στέγαση έχει μετατραπεί σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Με άλλα λόγια, για έναν στους τέσσερις περίπου η κατοικία απορροφά ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματος.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Πολιτεία δεν μπορεί να παρακολουθεί αμέτοχη. Δεν αρκεί να μετρά την ανάπτυξη με βάση τις επενδύσεις και τα επιχειρηματικά κέρδη. Πρέπει να εξετάζει ποιος ωφελείται από αυτήν, πόσο διαχέεται στην κοινωνία και αν δημιουργούνται πραγματικές ευκαιρίες για τους πολλούς.

Η επιχειρηματικότητα είναι απαραίτητη. Ο πλούτος που δημιουργείται μέσα από την παραγωγή, την καινοτομία και την εργασία είναι θετικό στοιχείο για μια οικονομία. Άλλο όμως η επιχειρηματική επιτυχία και άλλο η συγκέντρωση οικονομικής, επικοινωνιακής και πολιτικής επιρροής σε τόσο λίγα χέρια, ώστε να δημιουργείται η αίσθηση ότι ορισμένοι βρίσκονται πάνω από τους κανόνες.

Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν αμφισβητούνται οι θεσμοί. Απειλείται και όταν η οικονομική δύναμη γίνεται τόσο μεγάλη ώστε να μπορεί να επηρεάζει τους θεσμούς, την ενημέρωση και τις αποφάσεις που αφορούν όλους μας.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να ενοχοποιήσουμε τον πλούτο. Είναι να διασφαλίσουμε ότι κανένας πλούτος δεν αγοράζει προνόμια, ότι κανένας επιχειρηματίας δεν βρίσκεται πάνω από τον νόμο και ότι η αγορά παραμένει ανοιχτή για όλους.

Γιατί μια χώρα δεν μπορεί να προοδεύει πραγματικά όταν οι λίγοι συγκεντρώνουν όλο και περισσότερη δύναμη και οι πολλοί αγωνίζονται για τα στοιχειώδη.

Και τελικά επιστρέφουμε στην αρχική φράση: «Να μη σου λείπει τίποτα και τίποτα να μη σου φτάνει».

Αυτό είναι το πραγματικό πρόσωπο της απληστίας. Δεν θέλει απλώς περισσότερα χρήματα. Θέλει περισσότερη δύναμη, μεγαλύτερη επιρροή, μεγαλύτερο έλεγχο.

Τα θέλουν όλα. Το ερώτημα είναι πόσα ακόμη θα πρέπει να χάσει η κοινωνία για να μην τους λείπει τίποτα.