Ο Κώστας Καρτσάκης, ο αείμνηστος δάσκαλος, λογοτέχνης, ποιητής, φίλος και καλός μου συγγενής, μας αποχαιρέτησε πριν έναν χρόνο, στην καρδιά της άνοιξης. Σε μια σεμνή τελετή, πριν ένα μήνα, ο Σύλλογος λογοτεχνών, εικαστικών και συγγραφέων «Κρητών Λόγος» τίμησε τον ποιητή.
Η οικογένειά του, εκτός από τη θερμή φιλοξενία, πρόσφερε στη μνήμη του μια καλαίσθητη, υποδειγματικά επιμελημένη έκδοση, με τον τίτλο Σταχυολογήματα, στην οποία ανθολογούνται κείμενα, ποιητικά και πεζά, από το έργο του δημιουργού.
Στη σύντομη αλλά περιεκτική «Εισαγωγή» της, η Στέλλα Καρτσάκη, φιλόλογος και κόρη του εκλιπόντος, σχολιάζει την πολυσχιδή προσωπικότητα και το πλούσιο συγγραφικό έργο του, τον λυρικό και διάφανο ποιητικό λόγο του, με τον οποίο ο ποιητής αντιμάχεται τον ζόφο της εποχής μας, αλλά και τα εμποτισμένα με τη φιλοσοφία του υπαρξισμού και με την καζαντζακική θεώρηση του κόσμου πεζά του.
Με την έκδοση αυτή, ένδειξη βαθύτατου σεβασμού και ανυπόκριτης αγάπης, όπως και με το συνολικό έργο του, ο Κώστας Καρτσάκης είναι κοντά μας.
Μας φέρνει την ανθηρή άνοιξη της ποίησης, μας μιλά με το φως που έχει παγιδεύσει στους στίχους του, μέσα στους οποίους έχουν εγκιβωτιστεί οι αξίες στις οποίες ως ποιητής πίστεψε και τις οποίες ως εκπαιδευτικός υπηρέτησε. Ιεραρχώντας τις αξίες αυτές, θα διέκρινα πρωτίστως την κοινωνική συνείδηση ενός υπεύθυνου «εν κοινωνία» ανθρώπου:
Μια χούφτα αστέρια να μαζέψω
από το μπλε των ουρανών,
κανίσκι δώρα να τα πέψω
μες στις καλύβες των φτωχών (σ. 14).
Ο ποιητής, όπως ορίζει ο Σαρτρ, είναι «εν καταστάσει» και δεν μπορεί παρά να είναι «του κόσμου τούτου», να αγωνιά και να διαμαρτύρεται για την κακότητα των ανθρώπων:
Υψώνω κραυγή διαμαρτυρίας
για τον ιδρώτα και το αίμα
που χύνεται άδικα και για το πνεύμα
το σκλαβωμένο απ’ τα δεσμά της βίας (σ. 17).
Ο πόνος του ποιητή είναι διττός: για το αδικοχαμένο αίμα και για το αλυσοδεμένο με τα δεσμά της βίας ανθρώπινο πνεύμα. Θλίβεται για την ανηθικότητα των ισχυρών και των πολεμοκάπηλων, για την ύβρη του κόσμου μας. Αλλά και για την υποδούλωση του πνεύματος, εναντίον της οποίας πολέμησε μια ολόκληρη ζωή. Διαπιστώνει με πόνο ψυχής ότι:
Η δεξαμενή του κόσμου στέρεψε
πίνει τώρα το τελευταίο δισκοπότηρο
των πόνων και των ωδινών […] (σ. 25).
Καταγγέλλει με παρρησία το αδικαίωτο των αγώνων:
Καταθέτω την αναφορά μου,
την αναφορά όλων των γενναίων
για τον αδικαίωτο αγώνα (σ. 26).
Γνωρίζει, με τη ζωική πείρα του, τη δυσοίωνη ανθρώπινη μοίρα, όπως συνοψίζεται στη μορφή του εμβληματικού μυθικού επαναστάτη Προμηθέα:
[…] άπειροι χρόνοι θα σε δένουν
και δίσεκτοι καιροί
θα σε σταυρώσουν, Προμηθέα,
θα σε δοξάζουν μάρτυρα,
ήρωα, ελευθερωτή! (σ. 29).
Ο ποιητής αντιδρά με την τέχνη, τη μόνη πραγματική αντίσταση στην υποταγμένη εποχή μας. Μέσα από τους στίχους του αναπηδά η ελπίδα μιας προσδοκώμενης άνοιξης για έναν ανθρωπινότερο κόσμο:
Βάζω μάρτυρες τους στίχους μου
που ανασταίνουν την ελπίδα
που κάνουν τη ζωή μας όνειρο
μεσημεριού του Ιούλη (σ. 25).
«Συνταξιδεύω στ’ όνειρο (σ. 23), θα πει, δραπετεύοντας από τον άκοσμο κόσμο μας, κατακτώντας με την τέχνη του την αισιοδοξία, μέσα από την πικρή άρνηση:
Ξημερώνουν χίλιοι Αυγερινοί
στο μέσα μου σύμπαν,
καθώς ανεβαίνω τον Γολγοθά μου,
τραγουδούν την ελπίδα,
με φωνή αηδονιού υπερκόσμιου
μελωδούν της αγάπης τη ρίμα (σ. 19).
Η αγάπη φαίνεται να είναι η κορωνίδα στο αξιακό σύμπαν του Κώστα Καρτσάκη. Η ύπαρξή της θεωρείται προϋπόθεση για την ομορφιά της ζωής:
Αγάπη αν ήταν η ζωή
γιομάτη θα ’ταν ουρανούς η γη,
με μόσχους φορτωμένη και χαρές
να παίρνεις και να δίνεις προσφορές (σ. 36).
Η αγάπη και η ειρήνη είναι οι ματωμένες κραυγές του κόσμου μας (σ. 53). Ο ποιητής οραματίζεται μιαν εποχή κατά την οποία «θα τραγουδούν τον παναρμόνιο σκοπό / του κόσμου οι στρατολάτες, / έναν σκοπό Συμπαντικό / στη Μάνα την Ειρήνη» (σ. 45).
Μέσα στην ιδανική ειρηνική αυτή κοινωνία, γεννιέται η πανανθρώπινη αλληλεγγύη και ο ποιητής, σε μια προφητική ενατένιση της ζωής, δηλώνει ότι, αν ήταν να ζήσει το έσχατό του καλοκαίρι, θα ήθελε να πει σε όλους τους ανθρώπους, ακόμα μια φορά, πόσο τους αγαπά και να τους μάθει, αν μπορούσε,
[…] πως το πιο άξιο είναι
να προσεύχεσαι για τον απέναντι,
το πιο αληθινό να νιώθεις
με την αφή της ψυχής σου (σ. 78).
Γιατί,
Όταν δίνεις και δίνεσαι,
αδειάζεις το κανάλι της ψυχής σου,
το κάθε δόσιμο ιερή προσφορά
που ενεργοποιεί το σύμπαν (σ. 79).
Αυτή είναι, σύμφωνα με τον ποιητή, η δικαίωση και η αποστολή της ύπαρξης: «Να δίνεις την ενθάρρυνση, την υπομονή, την καλοσύνη! / Να εμπνέεις την αναμονή και την ελπίδα στον καθένα!» (σ. 80). Να ζεις το θαύμα αυτού του κόσμου «με το χαμένο όνειρο και το τραγούδι» (σ. 15).
Ο Κώστας Καρτσάκης νοσταλγεί με τους στίχους του μια «θέαση αθέατη» σαν ναυαγός του κόσμου (σ. 67), «προσμένοντας καρτερικά το φως σε μάταιες διαδρομές» (σ. 73), και εύχεται «η κάθε μέρα να είναι γεμάτη αναμονή / για κάτι υπέροχο» (σ. 82). Μέσα από την ποίησή του, μια ποίηση σεμνής νουθεσίας και κοινωνικής ευαισθησίας, ανατέλλει η ελπίδα ως ύψιστη αξία.
Αναγγέλλει με αισιοδοξία ότι «οι βαρυχειμωνιές που άγρια μαστίγωναν τη Γη, / θα σβήσουν, τ’ άστρα / θα χαμηλώσουν πιο πολύ στις πέτρες και στο χώμα» (σ. 62). «Ολίγο φως και μακρινό σε μαύρο σκότος κι έρμο», θα έλεγε ο Διονύσιος Σολωμός.
Εξιδανικεύει, λοιπόν, ο ποιητής; Νεφοβατεί σε έναν κόσμο που σπαράσσεται από κακία και ανομία; («Ἠγάπησας κακίαν ὑπέρ ἀγαθωσύνην, ἀδικίαν ὑπέρ τοῦ λαλῆσαι δικαιοσύνην», θα πει ο ψαλμωδός [Ψαλμοί, ΝΑ (ΝΒ΄) 51]).
Αλλά η ποίηση έχει αποστολή να υπονομεύει τη στυγνή πραγματικότητα, «να ματαιώνει το μάταιο», σύμφωνα με τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη. Και ο ποιητής είναι ταγμένος να φρουρεί το δίκιο των ανθρώπων, «να διορθώνει τα λάθη του Θεού», σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη.
Η αισιοδοξία του Κώστα Καρτσάκη πηγάζει από βαθιά συμ-πάθεια για τον άνθρωπο: «Δακρύζω για το βλέμμα των αθώων παιδιών / που σβήνουν τα όνειρά τους στην απώλεια / και στον όλεθρο (σ. 48). «Δακρύζω για τα έργα των πολιτισμών / που σμίλεψαν σοφοί, / μα οι άφρονες ερείπωσαν και σύλησαν» (σ. 49).
Ο ποιητής γνωρίζει ότι «μας εμπαίζουν, μας ερημώνουν και μας λεηλατούν με τον τρόμο», επιμένει ο Μάνος Λουκάκης, ο συντοπίτης ποιητής, που βλέπει με το οξύ του βλέμμα να κυριαρχεί στην κοινωνία μας ο δόλος και η απάτη. Ο ποιητής, βαθύς γνώστης των ανθρωπίνων, στρατεύεται στη φωτεινή πλευρά το ζωής, προσβλέπει στην ανα-γέννηση του κόσμου μας, οραματίζεται έναν κόσμο-κόσμημα.
Με τις σκέψεις αυτές και με αφορμή την άρτια αυτή έκδοση, που τιμά τον τιμώμενο αλλά και τους τιμώντας αγαπημένους του, υποκλινόμαστε με σεβασμό στον Κώστα Καρτσάκη για την προσφορά του στην ποίηση, στην υψηλή τέχνη το διδασκαλίας, στη διακονία της ομορφιάς, στον αγώνα της ζωής.
Ο ποιητής ζει, αλώβητος πλέον, στο έργο του, τις αξίες που μας κληροδότησε, στην αγάπη των οικείων και των φίλων του. Θα διαβάζουμε πάντα τους στίχους του, αλλά και τα στοχαστικά πεζά του, με την ελπίδα μιας προσδοκώμενης άνοιξης για έναν δικαιότερο και ανθρωπινότερο κόσμο. Το έργο του θα συνεχίζει, με λόγο καίριο και ανεπανάληπτο και ελληνικό, να σκορπά στίχους «εἰς τό πολύαστρον τοῦ αἰθέρος» και η φωνή του ν’ ακούγεται καθαρή:
Όταν θα ταξιδεύω στ’ όνειρο,
σαν μακρινό φθινόπωρο θα με θυμάσαι.
Όταν ατέλειωτη σιωπή θ’ αλυσοδένει
το ξημέρωμά μου,
εσύ, γενιά του ερχόμενου αιώνα,
θα με διαβάζεις σαν φτωχικό μνημόσυνο ελπίδας!
Ο Αντώνης Καρτσάκης είναι διδάκτωρ Φιλολογίας Παν. Κρήτης