1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →

Τον Ιούλιο του 1885 αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Εβδομάς» της Αθήνας (αρ. φύλλου 72, ημ. 14-7) ο Νικόλαος Γ. Φωτάκης, υπό τον τίτλο «Η Μονή του Αρκαδίου».

Όπως συνάγεται από το άρθρο, ο ίδιος δεν συμμετέχει στην πολιορκία, αλλά είχε επισκεφθεί τη Μονή πιο πριν. Μας παρέχονται, λοιπόν, σημαντικές πληροφορίες για το κλίμα που επικρατούσε.

Μετά την ανατίναξη και αποχώρηση των Τούρκων, επισκέπτεται εκ νέου τη Μονή και μας δίνει επίσης σημαντικότατες πληροφορίες για το τι αντίκρισε. Για τις προετοιμασίες που είχαν κάνει οι αμυνόμενοι μάς αναφέρει:

«… Οι δε εν Αρκαδίω είχον κατασκάψει δύο μεγάλους υπονόμους, την μεν προς την ανατολικήν θύραν, ένθα το τείχος ήτο υψηλότερον, εν η έθεσαν δώδεκα κιβώτια πυρίτιδος (πυριτιδαποθήκη), την δε έτερον προς την δυτικήν θύραν, εν η επτά μόνον κιβώτια πυρίτιδος έρριψαν. (Ηγουμενείο).

Η είσοδος των Τούρκων στη Μονή

Μας δίνει επίσης σημαντικότατες πληροφορίες για το τι αντίκρισε ή διαπίστωσε ότι έγινε κατά την είσοδο των Τούρκων στη Μονή.

«Άμα δε τη προσεγγίσει των εφορμούντων, η πυρίτις ανεφλέχθη, και το μεν τείχος έπεσεν αχώριστον, ως μία πλαξ και εσκέπασεν ες αεί πάντας τους υπό την σκιάν αυτού τέθενται, εις απόστασιν εξήκοντα βημάτων αι δε προσκεκολλημένοι οικίας ετινάχθησαν θρύματα πέτρας και ξύλα εις απόστασιν ενός περίπου μιλίου.

Συγχρόνως δε, ετέθη πυρ και εις την υπό την δυτικήν θύραν υπόνομου, άνω της οποίας εκείτο η οικία του ηγούμενου…

Ατυχώς ένεκα υγρασίας, επειδή ήτο πλησίον δεξαμενή τις, δεν ανεφλέχθη η πυρίτις»…

Για δύο εκρήξεις κάνει αναφορά ο Φωτάκης. Μία στην πυριτιδαποθήκη με τα γνωστά αποτελέσματα και μία στο Ηγουμενείο, η οποία δεν είχε τα ανάλογα αποτελέσματα λόγω της υγρασίας που είχε πάρει η πυρίτιδα λόγω της δεξαμενής νερού που υπήρχε εκεί.

Η έκρηξη όμως αυτή προκάλεσε μερική καταστροφή του Ηγουμενείου, το οποίο παρέμεινε στην ίδια κατάσταση σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο λόγος ήταν ότι η Μονή δεν διέθετε χρήματα για να αποκαταστήσει το Ηγουμενείο, αλλά και οι Τούρκοι ουδόλως ενδιαφέρονταν.

Για την αποκατάστασή του μετέβη το 1894 στη Ρωσία ο τότε ηγούμενος της Αρχιμανδρίτης, Γαβριήλ Μαναρής (Βενέρης σελ. 53 έως 60), συνοδευόμενος από τον ιερομόναχο Ακάκιο Δαουδάκη, με σκοπό να διενεργήσουν έρανο. Επέστρεψαν δύο χρόνια αργότερα και έφεραν μαζί τους 747 εικοσάφραγκα και διάφορα ιερά άμφια και εκκλησιαστικά είδη. Λόγω όμως διαφόρων δυσκολιών, πιθανότατα λόγω των επαναστάσεων, οι εργασίες αποκατάστασης του Ηγουμενείου έγιναν το 1904.

Η σύσκεψη στο κελί του ηγούμενου Γαβριήλ

Ο Φωτάκης επίσης μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για τη σύσκεψη που έγινε το προηγούμενο βράδυ στο Ηγουμενείο.

«Την προτεραίαν της Ολοκαυτώσεως περί την ενάτην ώραν της νυκτός, συνήλθον άπαντες οι επιφανέστατοι των εν Αρκαδίω, ήτοι επίτροποι, οπλαρχηγοί και σύμβουλοι της Μονής, εις το Κελλίον του ηγουμένου, ίνα συσκεφθώσι περί του πρακτέου της επομένης.

Ο Μελισσώτης, ανήρ λόγιος και πατριώτης άριστος, πληρεξούσιος δ’ εν τη Επαναστατική Συνελεύσει, μετά μακράν συζήτησιν των αντιπροσώπων και οπλαρχηγών, έλαβε τον λόγον και φέρων πολλά παραδείγματα, το του Μεσσολογγίου, το του Φαλήρου, το του Ξωπατέρα, το του Διάκου και το της Γραβιάς κ.τλ., ενίσχυσεν έτι μάλον την απόφασιν αντιστάσεως, εθέρμανε δε το αίσθημα των μαχητών, επιπροσθέτων ότι εκείνα τα έθνη μεγαλουργούσι και κρίνονται άξια ελευθερίας, άτινα ηυτύχησαν να έχουν άνδρας πιστούς εις τον υπέρ της πατρίδος όρκον και εις την ακριβή εκτέλεσιν του υπέρ αυτής καθήκοντος. Η πρότασίς του, του να εμμείνωσι θαρραλέως εις τον πόλεμον, εγένετο μετά μεγάλης επευφημίας δεκτή».

Εμμ. Μελισσώτης

Καταγόταν από το Φόδελε -τότε Μυλοποτάμου- και ήταν δάσκαλος. Πριν την Επανάσταση, ο Καπετάν Μιχάλης Σκουλάς τον είχε εντάξει, μαζί και τον αδελφό του, Εμμ. Σκουλά -επίσης δάσκαλο- στην περίφημη «Συντροφιά του Βραχασίου», περίοδο του μοναστηριακού ζητήματος και διεκδικούσαν χρήματα από τα μοναστηριακά έσοδα για τη δημιουργία σχολείων, κυρίως στην ενδοχώρα της Κρήτης.

Συμμετείχε ως αντιπρόσωπος του Μυλοποτάμου στην ειρηνική διαμαρτυρία του κρητικού λαού στις 14 Μαΐου 1866 στα Χανιά και υπέγραψε το κείμενο που στάλθηκε στον Σουλτάνο. Στη συνέχεια παρέμεινε μαζί με τον Μιχ. Σκουλά και 20 ακόμα αντιπροσώπους στα ορεινά των Χανίων, περιμένοντας την απάντηση του σουλτάνου στα αιτήματα του κρητικού λαού. Η απάντηση ήρθε στις 20 Ιουλίου και ήταν άκρως προσβλητική για τον κρητικό λαό, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει η επανάσταση ένα μήνα αργότερα στις 21 Αυγούστου.

Στο Αρκάδι παρευρέθηκε με την επίσημη ιδιότητά του ως εκλεγμένο μέλος της επαρχίας Μυλοποτάμου, στη Γενική Συνέλευση των Κρητών. Λίγες μέρες αργότερα κατεύθασε με άλλους Μυλοποταμίτες ο φίλος και συναγωνιστής του στο Μοναστηριακό ζήτημα, Εμμ. Σκουλάς. Οι δύο φίλοι πιθανότατα συναποφάσισαν να παραμείνουν και να υπερασπιστούν το Αρκάδι εκ των έσω.

Αδελφός του Εμμ. Μελισσώτη ήταν ο Μιχαήλ, τον οποίο κατά την έναρξη της Επανάστασης όρισε ο Μιχ. Σκουλάς ως αρχηγό Μυλοποτάμου, φρούραρχο στην περιοχή Φόδελε και Αγία Πελαγία. Οι λόγοι που επέβαλαν την ύπαρξη μόνιμης φρουράς στην περιοχή ήταν η προστασία του νοσοκομείου, της Επανάστασης στη Μονή του Αγίου Νικολάου, η προστασία των εφοδίων από λεηλασία και η ομαλή διανομή τους στους οπλαρχηγούς, που έφερναν τα ατμόπλοια στον όρμο του Φόδελε, και η προστασία των γυναικόπαιδων που συνέρρεαν στην περιοχή με την ελπίδα να τους πάρει κάποιο πλοίο και να τους μεταφέρει στην Ελλάδα.

Οι Τούρκοι όμως, με την ανοχή του φιλότουρκου Γάλλου πρόξενου στα Χανιά Δερσέ, ύψωναν γαλλικές σημαίες στα πολεμικά τους και προσέγγιζαν την ακτή. Έτσι, ξεγελούσαν τα γυναικόπαιδα τα οποία έσπευσαν να επιβιβαστούν. Οι Τούρκοι τότε άνοιγαν ομαδικό πυρ εναντίον τους και, όπως αναφέρουν οι πηγές της εποχής, οι κλαυθμοί και οδυρμοί τους ακούγονταν μέχρι τον ουρανό…