1946 — 2026
το ΧΘΕΣ
80
Συναντά το ΑΥΡΙΟ
80 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΤΡΙΣ · Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΕΙΣ →

Αγαπητοί αναγνώστες,

Η καθημερινότητα όλων μας είναι γεμάτη σκέψεις, συναισθήματα, δυσκολίες, αλλά και αναζητήσεις. Συχνά έχουμε ερωτήματα που αφορούν τις σχέσεις μας, την οικογένεια, τα παιδιά, το άγχος, την αυτοεκτίμηση ή τις προκλήσεις της σύγχρονης ζωής.

Μέσα από αυτή τη στήλη θα έχουμε την ευκαιρία να συζητούμε μαζί, με εχεμύθεια, σεβασμό και επιστημονική τεκμηρίωση, θέματα που μας απασχολούν. Στόχος δεν είναι να δώσουμε «έτοιμες λύσεις», αλλά να προσφέρουμε κατανόηση, γνώση και χρήσιμες κατευθύνσεις που μπορούν να βοηθήσουν στην προσωπική μας πορεία. Επίσης, εννοείται ότι η αλληλεπίδραση αυτή δεν μπορεί κι ούτε έχει ως σκοπό να αντικαταστήσει ή υποκαταστήσει μια ολοκληρωμένη ψυχοθεραπεία.

Σας προσκαλούμε να μοιραστείτε τις σκέψεις και τους προβληματισμούς σας. Κάθε ερώτημα αξίζει προσοχής, γιατί πίσω από κάθε ερώτηση υπάρχει ένας άνθρωπος.

Όποιος επιθυμεί, μπορεί να του στέλνει στο mail του, [email protected], ερωτήματα (αναφέροντας σαν «Θέμα» του mail: «Ερώτηση για την εφημερίδα “Πατρίς”»). Με τις ερωτήσεις-απαντήσεις να δημοσιεύονται στην επόμενη κυκλοφορία της εφημερίδας. Εννοείται υπάρχει σεβασμός στο απόρρητο και θα διατηρείται η ανωνυμία του κάθε ατόμου.

Παρακάτω θα βρείτε ερωτήσεις αναγνωστών με τις απαντήσεις τους

1) Η τριαντάχρονη κόρη μου διαγνώστηκε προ τετραετίας με ένα σοβαρό αυτοάνοσο νόσημα. Έκτοτε παρατηρώ πτώση της διάθεσής της και συνεχή θλίψη. Επιπλέον εκδηλώνει συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα και ξεσπάσματα θυμού προς τα άτομα που την περιβάλλουν. Ποιοι είναι οι ενδεδειγμένοι τρόποι διαχείρισης της κατάστασης και πώς μπορώ να παρέχω την κατάλληλη στήριξη;
Καλησπέρα. Η διάγνωση ενός σοβαρού αυτοάνοσου νοσήματος αποτελεί συχνά μια βαθιά ανατρεπτική εμπειρία, όχι μόνο σε σωματικό αλλά και σε ψυχολογικό επίπεδο. Ένας άνθρωπος μπορεί να βιώσει φόβο, αβεβαιότητα, θυμό, θλίψη ή ακόμη και ένα αίσθημα απώλειας για τη ζωή που γνώριζε πριν από τη διάγνωση.

Η χρόνια ασθένεια ενδέχεται να επηρεάσει την αυτοεικόνα, την αίσθηση αυτονομίας και τον τρόπο με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται το μέλλον του. Η ευερεθιστότητα και τα ξεσπάσματα θυμού μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποτελούν εκφράσεις αυτής της εσωτερικής επιβάρυνσης.

Ωστόσο, η επίμονη θλίψη και οι αλλαγές στη συναισθηματική συμπεριφορά χρειάζονται προσοχή. Θα ήταν σημαντικό η κόρη σας να ενθαρρυνθεί να απευθυνθεί σε επαγγελματία ψυχικής υγείας, ώστε να διερευνηθεί εάν υπάρχει καταθλιπτική συμπτωματολογία ή άλλη συναισθηματική δυσκολία. Παράλληλα, είναι χρήσιμη η συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό της, καθώς τόσο η ίδια η νόσος όσο και ορισμένες φαρμακευτικές αγωγές μπορεί να επηρεάζουν τη διάθεση και τη συναισθηματική κατάσταση.

Σε ό,τι αφορά τη δική σας στάση, προσπαθήστε να της προσφέρετε έναν χώρο όπου θα μπορεί να εκφράζεται χωρίς να αισθάνεται ότι κρίνεται ή ότι πρέπει διαρκώς να είναι δυνατή. Ακούστε τη με ενδιαφέρον, αναγνωρίστε τη δυσκολία της και αποφύγετε φράσεις όπως «πρέπει να είσαι δυνατή» ή «όλα θα πάνε καλά». Μπορείτε επίσης να τη ρωτάτε τι είδους βοήθεια χρειάζεται, αντί να θεωρείτε εκ των προτέρων ότι γνωρίζετε τι είναι καλύτερο για εκείνη.

Τέλος, μην παραμελείτε τη δική σας συναισθηματική φροντίδα. Η υποστήριξη ενός αγαπημένου προσώπου με χρόνια νόσο μπορεί να είναι απαιτητική. Να θυμάστε ότι δεν χρειάζεται να έχετε όλες τις απαντήσεις. Συχνά, η σταθερή παρουσία, η αποδοχή και η ουσιαστική συναισθηματική διαθεσιμότητα αποτελούν από μόνες τους πολύτιμες μορφές στήριξης.

2) Η σύζυγός μου εμφανίζει έντονες μεταπτώσεις στη διάθεσή της. Σημειώνει παρατεταμένες περιόδους συναισθηματικής αποστασιοποίησης, οι οποίες διακόπτονται από ξαφνικά, με ασήμαντη αφορμή, δυσανάλογα ξεσπάσματα θυμού. Τι μπορώ να κάνω γι’ αυτό;
Γεια σας! Οι έντονες μεταπτώσεις στη διάθεση ενός ανθρώπου μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη συντροφική σχέση, δημιουργώντας σε αρκετές περιπτώσεις σύγχυση, συναισθηματική απόσταση και ένα αίσθημα αβεβαιότητας για το πώς πρέπει να αντιδράσει κανείς. Είναι κατανοητό ότι μια τέτοια κατάσταση μπορεί να σας προβληματίζει, ιδιαίτερα όταν δυσκολεύεστε να κατανοήσετε τι προκαλεί αυτές τις αλλαγές στη συμπεριφορά της συζύγου σας.

Η συναισθηματική αποστασιοποίηση και τα δυσανάλογα ξεσπάσματα θυμού μπορεί να συνδέονται με διαφορετικούς παράγοντες, όπως συσσωρευμένο άγχος, ψυχική εξουθένωση, δυσκολίες στη διαχείριση έντονων συναισθημάτων ή ανεκπλήρωτες συναισθηματικές ανάγκες.

Κάποιες φορές, μάλιστα, ο θυμός λειτουργεί ως δευτερογενές συναίσθημα, πίσω από το οποίο μπορεί να κρύβονται φόβος, απογοήτευση, θλίψη ή αίσθημα ματαίωσης. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την αιτία χωρίς μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση.

Ένα πρώτο βήμα θα ήταν να επιχειρήσετε μια ήρεμη συζήτηση μαζί της, σε χρόνο που δεν υπάρχει ένταση. Εκφράστε το πώς βιώνετε εσείς αυτές τις εναλλαγές, χρησιμοποιώντας προσωπικές διατυπώσεις, όπως «αισθάνομαι ότι απομακρυνόμαστε» αντί για κατηγορίες ή χαρακτηρισμούς. Προσπαθήστε να ακούσετε τη δική της οπτική, χωρίς να βιαστείτε να δώσετε λύσεις.

Εάν αυτή η συμπεριφορά επιμένει και επηρεάζει τη λειτουργικότητα ή τη σχέση σας, θα ήταν χρήσιμο να αναζητήσει η σύζυγός σας υποστήριξη από ειδικό Ψυχικής Υγείας. Η ατομική ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στη διερεύνηση των συναισθηματικών δυσκολιών και στην ανάπτυξη αποτελεσματικότερων τρόπων διαχείρισης. Εφόσον υπάρχει διάθεση και από τους δύο, η θεραπεία ζεύγους μπορεί επίσης να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο επικοινωνίας.

Τέλος, θυμηθείτε ότι η κατανόηση των δυσκολιών της συζύγου σας δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να ανέχεστε συμπεριφορές που σας πληγώνουν. Η ενσυναίσθηση και τα προσωπικά όρια μπορούν και χρειάζεται να συνυπάρχουν.

3) Συχνά, όταν πληγώνομαι από άλλους, νιώθω θλίψη και θυμό, αλλά δυσκολεύομαι να εξωτερικεύσω αυτά τα συναισθήματά μου. Επιλέγω τη σιωπή και την απόσυρση, ενώ νιώθω ότι πονάω βαθιά μέσα μου. Θέλω να μπορώ να υποστηρίξω τον εαυτό μου και τα «θέλω» μου, να έχω μια υγιή διεκδικητική συμπεριφορά, να μπορώ να διαχειριστώ μια διαπροσωπική σύγκρουση. Πώς μπορώ να το πετύχω αυτό;

Καλησπέρα. Καταλαβαίνω πως το να δυσκολεύεστε να εκφράσετε τη θλίψη ή τον θυμό σας, όταν αισθάνεστε ότι κάποιος σας πληγώνει, μπορεί να είναι ιδιαίτερα επώδυνο.

Συχνά, η σιωπή και η απόσυρση λειτουργούν ως τρόποι αυτοπροστασίας, ειδικά όταν υπάρχει φόβος απόρριψης, σύγκρουσης ή μήπως η έκφραση των συναισθημάτων σας επιβαρύνει μια ήδη δύσκολη σχέση. Ωστόσο, όταν αυτή η στάση γίνεται επαναλαμβανόμενο μοτίβο, υπάρχει ο κίνδυνος να συσσωρεύονται μέσα σας θυμός, απογοήτευση και ανεκπλήρωτες ανάγκες.

Η διεκδικητική συμπεριφορά βρίσκεται ανάμεσα στην παθητικότητα και την επιθετικότητα. Σημαίνει ότι αναγνωρίζετε και εκφράζετε τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις ανάγκες σας με σαφήνεια και σεβασμό, τόσο προς τον εαυτό σας όσο και προς τους άλλους. Δεν σημαίνει ότι επιβάλλεστε ή ότι πρέπει πάντοτε να κερδίζετε μια διαφωνία, αλλά ότι αναγνωρίζετε πως η δική σας οπτική έχει εξίσου σημαντική θέση στη σχέση.

Ένα πρώτο βήμα είναι να εξασκηθείτε στην αναγνώριση των συναισθημάτων σας, πριν αυτά συσσωρευτούν. Αναρωτηθείτε: «Τι ακριβώς με πλήγωσε;», «Τι θα ήθελα να είχε συμβεί διαφορετικά;». Στη συνέχεια, δοκιμάστε να εκφράζεστε μέσα από προσωπικές διατυπώσεις, όπως: «Όταν συμβαίνει αυτό, αισθάνομαι ότι δεν λαμβάνεται υπόψη η γνώμη μου» ή: «Θα ήθελα να μπορούμε να συζητάμε χωρίς να διακόπτουμε ο ένας τον άλλον».

Είναι επίσης σημαντικό να θυμάστε δύο πράγματα: αφενός ότι η διαφωνία δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με απόρριψη και, αφετέρου, ότι δεν μπορείτε να ελέγξετε πάντοτε την αντίδραση του άλλου. Μπορείτε, όμως, να επιλέξετε να εκφράσετε τη θέση σας με σεβασμό και να προστατεύσετε τα όριά σας.

Τέλος, εάν διαπιστώνετε ότι η δυσκολία αυτή επαναλαμβάνεται και σας προκαλεί σημαντική ψυχική επιβάρυνση, η ψυχοθεραπεία μπορεί να σας βοηθήσει να διερευνήσετε τις βαθύτερες αιτίες της και να αναπτύξετε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη δυνατότητά σας να διεκδικείτε τις ανάγκες σας. Η διεκδικητικότητα είναι μια δεξιότητα που καλλιεργείται σταδιακά. Και μάλλον η σημαντικότερη αρχή της είναι να αναγνωρίσετε ότι τα συναισθήματα και οι ανάγκες σας αξίζουν να ακούγονται.

4) Είναι δυνατόν να ζητάμε πολλά από μια σχέση; Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν έχω υπερβολικές προσδοκίες ή αν απλώς δεν πρέπει να συμβιβάζομαι με πράγματα που με πληγώνουν.

Χαίρετε! Είναι πολύ ουσιαστικό το ερώτημά σας, καθώς αγγίζει μια από τις συχνότερες εσωτερικές συγκρούσεις που αντιμετωπίζουμε στις συντροφικές σχέσεις: πού τελειώνει ένας υγιής συμβιβασμός και πού αρχίζει η παραμέληση των προσωπικών μας αναγκών; Η αμφιβολία για το αν ζητάμε πολλά μπορεί κάποιες φορές να μας οδηγήσει στο να αμφισβητούμε ακόμη και τα πιο βασικά συναισθηματικά μας δικαιώματα.

Κάθε άνθρωπος εισέρχεται σε μια σχέση έχοντας τις δικές του προσδοκίες, ανάγκες και βιώματα. Ανάγκες όπως αυτή για σεβασμό, συναισθηματική διαθεσιμότητα, εμπιστοσύνη, ουσιαστική επικοινωνία και αμοιβαιότητα δεν αποτελούν υπερβολικές απαιτήσεις. Είναι βασικά συστατικά μιας σχέσης που προσφέρει ασφάλεια και συναισθηματική σύνδεση.

Από την άλλη, ανάγκες όπως να είναι ο άλλος συνεχώς διαθέσιμος για μας, να έχουμε πλήρη επίγνωση του τι συμβαίνει στη ζωή του (συχνά μέσω ελέγχου), να προσαρμόζεται διαρκώς στα «θέλω» μας, είναι κατανοητό να υπάρχουν, αλλά στην πράξη καθιστούν σχέσεις μη βιώσιμες ή έστω ικανοποιητικές μακροπρόθεσμα.

Είναι επίσης σημαντικό να διακρίνουμε τις ανάγκες μας από τις προσδοκίες μας. Οι ανάγκες συνδέονται με όσα θεωρούμε απαραίτητα για να αισθανόμαστε καλά μέσα σε μια σχέση, ενώ οι προσδοκίες αφορούν συχνά τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούμε να εκφράζονται αυτές οι ανάγκες.

Για παράδειγμα, η ανάγκη για συναισθηματική εγγύτητα είναι θεμιτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή εκφράζεται μπορεί να διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Ίσως, λοιπόν, αξίζει να αναρωτηθείτε: «Αυτό που ζητώ είναι κάτι που χρειάζομαι για να αισθάνομαι ασφάλεια και σεβασμό ή περιμένω από τον άλλον να λειτουργεί ακριβώς όπως εγώ;». Επίσης, να αναρωτηθείτε αν μέσα στη σχέση υπάρχει αμοιβαία διάθεση κατανόησης και προσπάθειας.

Μια υγιής σχέση δεν απαιτεί να απουσιάζουν οι διαφωνίες ή οι συμβιβασμοί. Απαιτεί, όμως, να μη χρειάζεται να εγκαταλείπουμε διαρκώς κομμάτια του εαυτού μας για να διατηρήσουμε τη σύνδεση με τον άλλον. Το ζητούμενο δεν είναι να μάθουμε να ζητάμε λιγότερα, αλλά να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τι πραγματικά έχουμε ανάγκη και να επιλέγουμε σχέσεις μέσα στις οποίες υπάρχει χώρος και για τους δύο.

5) Κάθε φορά που μου στέλνει email ο προϊστάμενός μου, ακόμα κι αν γράφει απλώς «καλημέρα, μπορείς να περάσεις από το γραφείο;», η καρδιά μου χτυπάει σαν να έχω κάνει κάτι λάθος. Γιατί φοβάμαι τόσο την κριτική;

Γεια σας! Ο φόβος της κριτικής, ιδιαίτερα όταν προέρχεται από πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εξουσίας ή αξιολόγησης, είναι μια αρκετά συνηθισμένη εμπειρία. Το γεγονός ότι ένα απλό email από τον προϊστάμενό σας προκαλεί τόσο έντονη σωματική αντίδραση δείχνει ότι πιθανόν δεν αντιδράτε μόνο στο ίδιο το μήνυμα, αλλά και στο νόημα που αποκτά αυτό μέσα σας.

Συχνά, ο φόβος της κριτικής συνδέεται με την ανάγκη μας για αποδοχή και επιβεβαίωση, αλλά και με τον τρόπο που έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε την αξία μας. Εάν, για παράδειγμα, μεγαλώσαμε σε ένα περιβάλλον όπου η αποδοχή συνδεόταν με τις επιδόσεις, την υπακοή ή την αποφυγή λαθών, μπορεί στην ενήλικη ζωή να βιώνουμε την αρνητική αξιολόγηση ως απειλή για την προσωπική μας αξία. Έτσι, ένα ουδέτερο ερέθισμα μπορεί να ενεργοποιήσει αυτόματες σκέψεις, όπως «κάτι έκανα λάθος», «θα απογοητεύσω τον άλλον» ή «δεν είμαι αρκετά καλός/ή».

Από τη σκοπιά της γνωσιακής-συμπεριφοριστικής προσέγγισης, αυτό μπορεί να σχετίζεται με την τάση να ερμηνεύουμε αμφίσημες καταστάσεις με αρνητικό τρόπο. Το σώμα ενεργοποιεί έτσι κατόπιν έναν «μηχανισμό συναγερμού», ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πραγματική ένδειξη κινδύνου.

Ένα πρώτο βήμα που θα σας πρότεινα είναι να παρατηρείτε αυτές τις αυτόματες σκέψεις και να αναρωτιέστε: «Έχω πραγματικά κάποια ένδειξη ότι έκανα λάθος ή απλώς φοβάμαι ότι συνέβη;». Προσπαθήστε επίσης να διαχωρίζετε την επαγγελματική αξιολόγηση από την προσωπική σας αξία. Ένα λάθος στη δουλειά δεν καθορίζει το ποιος/α είστε.

Εάν παρατηρείτε ότι αυτός ο φόβος επηρεάζει συστηματικά την καθημερινότητά σας, η ψυχοθεραπεία μπορεί να σας βοηθήσει να διερευνήσετε τις βαθύτερες ρίζες του και να αναπτύξετε μια πιο ασφαλή σχέση με την αξιολόγηση και την πιθανότητα του λάθους. Άλλωστε, η δυνατότητα να κάνουμε λάθη χωρίς να αμφισβητούμε συνολικά την αξία μας αποτελεί σημαντικό μέρος της ψυχικής μας ωρίμανσης.

6) Όταν έχω μια σημαντική απόφαση να πάρω, ρωτάω τη γνώμη όλων. Στο τέλος έχω ακούσει δέκα διαφορετικές απόψεις και δεν ξέρω πλέον τι θέλω εγώ. Πώς μαθαίνουμε να εμπιστευόμαστε την κρίση μας;

Καλησπέρα. Η ανάγκη να συμβουλευόμαστε τους άλλους πριν πάρουμε μια σημαντική απόφαση είναι απολύτως ανθρώπινη. Οι διαφορετικές οπτικές μπορούν να μας βοηθήσουν να δούμε πλευρές μιας κατάστασης που ίσως δεν είχαμε σκεφτεί. Ωστόσο, όταν η αναζήτηση γνώμης γίνεται απαραίτητη προϋπόθεση για να αποφασίσουμε, μπορεί όντως σταδιακά να απομακρυνθούμε από τη δική μας επιθυμία και να δυσκολευτούμε να αναγνωρίσουμε τι πραγματικά θέλουμε.

Πίσω από αυτή τη συμπεριφορά μπορεί να κρύβονται διαφορετικοί ψυχολογικοί μηχανισμοί. Για ορισμένους ανθρώπους, η δυσκολία λήψης αποφάσεων συνδέεται με τον φόβο του λάθους και τις πιθανές συνέπειές του. Για άλλους, σχετίζεται με την ανάγκη αποδοχής, την ανησυχία μήπως απογοητεύσουν τους σημαντικούς άλλους ή την αμφιβολία για την προσωπική τους επάρκεια. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η γνώμη των άλλων λειτουργεί προσωρινά καθησυχαστικά, χωρίς όμως να ενισχύει τελικά την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας.

Η αυτοπεποίθηση στη λήψη αποφάσεων δεν σημαίνει ότι είμαστε πάντοτε βέβαιοι ή ότι δεν χρειαζόμαστε τη συμβουλή κανενός. Σημαίνει ότι μπορούμε να ακούμε τους άλλους, να αξιολογούμε τις πληροφορίες και τελικά να αναλαμβάνουμε την ευθύνη της προσωπικής μας επιλογής. Άλλωστε, μόνο το ίδιο το άτομο που παίρνει την απόφαση γνωρίζει όλες τις επιμέρους παραμέτρους της.

Στην περίπτωσή σας, μπορείτε να ξεκινήσετε με μικρές καθημερινές αποφάσεις, προσπαθώντας να επιλέγετε χωρίς να ζητάτε επιβεβαίωση. Σε σημαντικότερες αποφάσεις, πριν συμβουλευτείτε κάποιον, δοκιμάστε να αναρωτηθείτε: «Εγώ τι θα επέλεγα αν δεν χρειαζόταν να ικανοποιήσω τις προσδοκίες κανενός;». Επίσης, θυμηθείτε ότι καμία απόφαση δεν συνοδεύεται από εγγύηση επιτυχίας-ούτε κι αφότου έχουμε συμβουλευτεί άλλους.

Τέλος, αξίζει να διερευνήσετε τι είναι αυτό που σας δυσκολεύει περισσότερο: η πιθανότητα να κάνετε λάθος ή η πιθανότητα οι άλλοι να διαφωνήσουν/δυσαρεστηθούν με την επιλογή σας; Η κατανόηση αυτής της διάκρισης μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα προς την προσωπική αυτονομία. Η εμπιστοσύνη στην κρίση μας δεν προϋποθέτει να έχουμε πάντα δίκιο, αλλά να αναγνωρίζουμε ότι έχουμε το δικαίωμα να επιλέγουμε, να κάνουμε λάθος κάποιες φορές, να μαθαίνουμε και να αναθεωρούμε.

7) Πότε πρέπει ένας άνθρωπος να ζητήσει βοήθεια από ψυχολόγο; Πρέπει να έχει φτάσει στα όριά του ή αρκεί το ότι νιώθει πως κάτι στη ζωή του δεν πάει καλά;

Γεια σας! Σίγουρα δε χρειάζεται να φτάσει κανείς στα όριά του για να απευθυνθεί σε έναν ψυχολόγο. Μάλιστα, η αντίληψη ότι η ψυχολογική υποστήριξη είναι απαραίτητη μόνο όταν κάποιος βρίσκεται σε έντονη ψυχική κρίση αποτελεί μια από τις πιο συνηθισμένες παρανοήσεις γύρω από την ψυχοθεραπεία, η οποία καταλήγει να αποτελεί και έναν σημαντικό παράγοντα πρόκλησης αυτών των κρίσεων, αφού τα όποια προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται ενόσω είναι ακόμα μικρά. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο όριο δυσφορίας που πρέπει να ξεπεράσουμε προκειμένου να δικαιολογείται η αναζήτηση βοήθειας.

Ένας άνθρωπος μπορεί να απευθυνθεί σε ειδικό όταν βιώνει επίμονη θλίψη, άγχος, δυσκολίες στις διαπροσωπικές του σχέσεις, χαμηλή αυτοεκτίμηση ή όταν αισθάνεται ότι επαναλαμβάνει συμπεριφορές και μοτίβα που τον δυσκολεύουν. Ακόμη και μια γενικότερη αίσθηση δυσαρέσκειας, συναισθηματικής σύγχυσης ή απομάκρυνσης από τον εαυτό μας μπορεί να αποτελέσει έναν ουσιαστικό λόγο για να ξεκινήσουμε ψυχοθεραπεία.

Η ψυχοθεραπεία, επίσης, δεν αφορά αποκλειστικά την αντιμετώπιση συμπτωμάτων. Μπορεί να αποτελέσει και μια διαδικασία προσωπικής διερεύνησης, μέσα από την οποία αποκτούμε μεγαλύτερη επίγνωση των συναισθημάτων, των αναγκών των σχέσεών μας και τελικά του ίδιου μας του εαυτού.

Μας βοηθά να κατανοήσουμε πώς διαμορφώθηκαν ορισμένοι τρόποι σκέψης και συμπεριφοράς, να αναγνωρίσουμε όσα μας δυσκολεύουν και να αναπτύξουμε πιο λειτουργικούς τρόπους διαχείρισης των προκλήσεων της ζωής.

Ίσως, λοιπόν, ένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα δεν είναι «Είμαι αρκετά άσχημα για να ζητήσω βοήθεια;», αλλά «Θα ήθελα να κατανοήσω καλύτερα τον εαυτό μου και να βελτιώσω τη σχέση μου με τη ζωή και τους ανθρώπους γύρω μου;».

Το να ζητάμε βοήθεια δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας ούτε χρειάζεται να είναι η τελευταία μας επιλογή. Μπορεί να είναι μια συνειδητή πράξη φροντίδας προς τον εαυτό μας, αλλά και μια ευκαιρία να δημιουργήσουμε περισσότερο χώρο για αλλαγή, προσωπική ανάπτυξη και ψυχική ευεξία.

*Ο Γεώργιος Σφακιανάκης είναι ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής, πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Κρήτης και κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου «Συνθετική Ψυχοθεραπεία και Συμβουλευτική» από το Mediterranean College. Έχει εμπειρία από ευρεία γκάμα πλαισίων και τα τελευταία τρία χρόνια εργάζεται σαν ψυχοθεραπευτής στο ιδιωτικό του γραφείο, στο κέντρο του Ηρακλείου, ακολουθώντας τη Συνθετική Προσέγγιση (συνδυασμό προσωποκεντρικής, ψυχαναλυτικής και γνωσιακής-συμπεριφοριστικής).

Συνεργάζεται ήδη με την εφημερίδα μας, έχοντας ξεκινήσει μια στήλη όπου απαντάει σε ερωτήματα αναγνωστών μας σχετικά με θέματα ψυχολογίας.