Ευλογημένο και τυχερό νιώθω τον εαυτό μου, γιατί κατάφερα να περάσω κι οφέτος το καλοκαίρι αρκετό καιρό στα πατρογονικά μου. Στον τόπο που γεννήθηκα κι ανατράφηκα, στον Άγιο Ιωάννη Αμαρίου. Τόπος ευλογημένος, από την προστασία των Αγίων μας Τεσσάρων Νεομαρτύρων, πολιούχων στο κέντρο του χωριού μας.
Τόπος όμορφος, στη βορεινάδα τσ’ Αϊγιαννιώτικης κορφής, με την καλύτερη θέα της ομορφαγκριγιάδας, του περήφανου, ανταρτοπατημένου και αιματοβαμένου Ψηλορείτη. Και τόπος ποδοπατημένος, από τη σκληρή γερμανική μπότα, με τις συνέπειες του πολέμου (θύματα, καταστροφές, φόβος, ανέχεια).
Δυόμιση μήνες περίπου, επανασυνδέθηκα ολοζώντανα, με το χθες και το σήμερα. Επερπάτηξα σε παλαιϊνούς πατρογονικούς χώρους -ένα οδοιπορικό μνήμης, που βέβαια δεν είχανε ξεχαστεί ποτέ και μου προξενήσανε ιδιαίτερες συγκινήσεις. Ανεβοκατέβαινα σχεδόν κάθε μέρα στσι γνώριμές μου αυλές.
Αναζητούσα την πέτρινη πεζούλα εκεί που γεννήθηκα και επισκεπτόμουνα όλους τους χώρους εκεί που έζησα στα μικράτα μου. Έκανα βέβαια και το κατιτίς και έφευγα με τη σκέψη, την επιθυμία και την ελπίδα κάποτε να αξιωθώ να ξαναζωντανέψω αυτούς τους χώρους. Να κάμω τα πρεπά σ’ αυτό τον λαογραφικό, ιστορικό και θρησκευτικό χώρο.
Ένα χώρο που χτίστηκε το έτος 1850, πριν από 176 δηλαδή χρόνια, από ευσεβείς χρισθιανούς (εγγονός του Νεομάρτυρα Αγγελή). Αυτόν τον ιερό για μένα χώρο, αυτό το παλιό αρχοντόσπιτο, που κληρονόμησα από τους προγόνους μου, ένιωθα την υποχρέωση να διατηρήσω ατόφιο, με τη σκέψη πως κι εκείνοι θα νιώσουνε αγαλλίαση.
Μα η επιθυμία μου για το κάτι και το κάποτε, έμελλε να πραγματοποιηθεί εν μέρει οφέτος. Με την παρακίνηση και την αμέριστη συμπαράσταση της γυναίκας μου Νίτσας, εγίνανε τόσα πολλά που δεν τα φανταζόμουνα. Αναδειχτήκανε όλες οι παλιές παραδοσιακές κατασκευές, κουζίνα, παραθιά, μαγαζές, πατητήρι, φούρνος, αχεργιώνας, ματζαδούρες, κουνελώνας, περιστερώνας, ορνιθοκοιτώνας, χαρκιδιό, και πήρανε τη θέση τους όλα τα αντικείμενα και εργαλεία του νοικοκυριού που βρεθήκανε.
Λείπουνε βέβαια αρκετά, που δεν έπρεπε, τα οποία θα προσπαθήσω να συμπληρώσω με κάθε τρόπο. Σ’ αυτούς τους χώρους και τις κατασκευές συνυπήρχαμε και συζούσαμε για πολλά πολλά χρόνια αρμονικά αθρώποι και οζά. Αργότερα βέβαια, μετακατοχικά πάντως, εγκατασταθήκαμε πάνω από τσ’ αυλές και παραχωρήσαμε όλους τους χώρους στα ζωντανά…
Δεν θα ονοματίσω τα αντικείμενα και τα γεωργικά εργαλεία, γιατί είναι πάρα πολλά. Εξάλλου αναφέρονται, στις σημαντικότερες φωτογραφίες που επισυνάπτω, από τις εβδομήντα και πλέον, τις οποίες τράβηξα ερασιτεχνικά. Περιγράφονται επίσης, με την πρόχειρη αφήγησή μου στο σχετικό βίντεο, που επιμελήθηκε η συγχωριανή μου Αριστέα Ηλ. Βασιλάκη, την οποία ευχαριστώ ιδιαίτερα.
Δείτε το βίντεο: https://youtu.be/dJtoqfiN52o. Πολλές ευχαριστίες και στην κόρη μου, Εμμανουέλα Φωτάκη, καθώς και στη Δήμητρα Σπ. Μαριδάκη, για τα πολύ ωραία βίντεο που τραβήξανε. Το μεγάλο, όμως, «ευχαριστώ» οφείλω στη γυναίκα μου, Νίτσα, γιατί χάρις στην παρακίνησή της, στην προσωπική εργασία της, στις ιδέες της και γενικότερα στην επιμέλειά της υπήρξε αυτό το αποτέλεσμα.
Είναι στη διάθεση οποιουδήποτε θέλει να επισκεφτεί αυτόν τον πρόχειρο, ερασιτεχνικό μικρό λαογραφικό χώρο, όπως τον ονομάζω και έτσι θέλω να παραμείνει. Πιστεύω πως τόσο στο χωριό μου, όσο και σε όλα τα Αμαριώτικα -και όχι μόνο- χωριά υπάρχουνε παρόμοιοι χώροι, που αξίζει να ανακαινιστούνε και να αναδειχτούνε.
Ευχής έργο θα ήτανε, να έδειχνε και η πολιτεία, οι κρατικοί και τοπικοί φορείς κάποιο ενδιαφέρον. Είναι και αυτός ένας καθαρός δρόμος πολιτισμού. Αποδέχομαι οποιαδήποτε κριτική, βοήθεια και προσφορά. Ό,τι έκανα αποτυπώνει την οφειλόμενη τιμή στους κτήτορες προγόνους μου. Ας είναι αιωνία η μνήμη τους.