Στην κορύφωση της ελληνικής κρίσης χρέους (2010), δημοσιεύματα όπως από την Bild, αλλά και ανώνυμοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι στο Eurogroup, είχαν εισηγηθεί προκλητικά την πώληση ελληνικών νησιών ή της Ακρόπολης για αποπληρωμή του χρέους. Η ιδέα απορρίφθηκε τότε ως ακραία και πολιτικά αδύνατη, παραμένοντας ένα σύμβολο οικονομικής πίεσης και αναλγησίας.
Η κυριολεκτική πώληση της Ακρόπολης δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα, ωστόσο η διαχείριση και η οικονομική της εκμετάλλευση έχουν περάσει σε μια νέα φάση ενισχυμένης εμπορευματοποίησης.
Νομοσχέδια του Υπουργείου Πολιτισμού προωθούν τη σταδιακή μετατροπή του τρόπου διαχείρισης των δημόσιων πολιτιστικών αγαθών και των εσόδων τους, εισάγοντας εταιρικά σχήματα και ιδιωτικές πρακτικές. Ξεκίνησαν με τα έργα διαμόρφωσης, όπως οι νέες διαστρώσεις και η αξιοποίηση κτηρίων για σύγχρονες υπηρεσίες. Εισήγαγαν τη λογική «τουριστικής βιομηχανίας» και αυξανόμενης εμπορικής εκμετάλλευσης του αρχαιολογικού χώρου.
Η παρέμβαση αυτή βασίστηκε σε μελέτη του ακαδημαϊκού και αρχιτέκτονα Μανώλη Κορρέ και χρησιμοποιήθηκε σκυρόδεμα με τσιμέντο για να προστατευθεί ο αρχαίος βράχος και να διευκολυνθεί η πρόσβαση σε άτομα με αναπηρία! Στις σκληρές κριτικές το Υπουργείο Πολιτισμού απάντησε ότι οι επεμβάσεις είναι πλήρως αναστρέψιμες και εγκεκριμένες από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ). Όμως, ο Μανώλης Κορρές συνδέεται στενά με το ΥΠΠΟ επί δεκαετίες. Αποτελεί τακτικό μέλος του ΚΑΣ, το οποίο αποτελεί το ανώτατο γνωμοδοτικό όργανο του Υπουργείου και είναι πρόεδρος της ΕΣΜΑ (Επιτροπή Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως).
Άμεσα συνδεδεμένος με τη Λίνα Μενδώνη, αρχαιολόγο, η οποία παραμένει υπουργός καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η ακλόνητη υπουργός είναι ίσως το αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα των ανθρώπων και του τρόπου που διοικούν τη χώρα σήμερα. Από αυτό στη συνέχεια μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη διολίσθηση στο αξιακό σύστημα της διακυβέρνησης.
Διορίστηκε γενική γραμματέας Υπουργείου Πολιτισμού 1999 επί Κυβέρνησης Κώστα Σημίτη, κατά τη διάρκεια των Κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και των κατοπινών σχηματισμών έως το 2015. Τον Ιούλιο του 2019 επιλέχθηκε από τον Κυρ. Μητσοτάκη να αναλάβει την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, αποτελώντας μια χαρακτηριστική περίπτωση υπουργοποίησης στελέχους με προέλευση από την κεντροαριστερά σε μια κεντροδεξιά Κυβέρνηση.
Οι κυριότερες νομοθετικές πρωτοβουλίες και αποφάσεις του Υπουργείου Πολιτισμού από το 2019 έως σήμερα, που έτυχαν θετικών αποφάσεων του ΚΑΣ, οι οποίες σύμφωνα με συλλόγους εργαζομένων, αρχαιολόγους και την αντιπολίτευση οδήγησαν στην εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και διευκόλυναν μεγάλα επενδυτικά σχέδια, συνοψίζονται στα εξής σημεία:
Σύσταση της Ανώνυμης Εταιρείας «Hellenic Heritage» (Ιούλιος 2026): Με τον νόμο αυτό, η διαχείριση, η ανάπτυξη και η εκμετάλλευση των ελληνικών μνημείων και αρχαιολογικών χώρων περνά σε μια ιδιωτική εταιρεία. Η κίνηση αυτή επικρίθηκε έντονα, καθώς παρακάμπτει εν μέρει την παραδοσιακή Αρχαιολογική Υπηρεσία και αντιμετωπίζει τα μνημεία με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Παραχώρηση υπηρεσιών σε ιδιώτες (Outsourcing): Ανατέθηκαν σε ιδιωτικές εταιρείες η έκδοση και ο έλεγχος των εισιτήριων και σε άλλους κομβικούς αρχαιολογικούς χώρους, αφαιρώντας έσοδα και αρμοδιότητες από το Δημόσιο. Παραμονή Δεκαπενταύγουστου βγήκαν στη Διαύγεια 27 πωλητήρια, σε έναν ανάδοχο για 12 χρόνια, με προσφορά λίγο πάνω από το ελάχιστο, π.χ. Επίδαυρος 1,600 ευρώ. Ο τυχερός ήταν η Space Hellas Radiant, ένωση εταιρειών. Μόνο που η Space κατέχει τη Singular Logic και αυτή κατέχει το 51% της Radiat. Ένωση εαυτού σου. Παρεμπιπτόντως, η Singular είναι αυτή που μετράει τις ψήφους στις εκλογές! Μετατροπή των μεγάλων Κρατικών Μουσείων σε ΝΠΔΔ (Νόμος 5021/2023): Τα πέντε μεγαλύτερα μουσεία της χώρας αποκόπηκαν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.Διοικούνται πλέον από διορισμένα Διοικητικά Συμβούλια (συχνά με τεχνοκράτες ή επιχειρηματίες), με δυνατότητα ίδρυσης παραρτημάτων στο εξωτερικό και αυτόνομης αναζήτησης χορηγιών.
Μακροχρόνιος δανεισμός αρχαιοτήτων (Νόμος 4761/2020): Θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα εξαγωγής και δανεισμού αρχαιολογικών ευρημάτων και συλλογών σε μουσεία του εξωτερικού για διάρκεια έως και 50 χρόνια, γεγονός που χαρακτηρίστηκε ως «νόμιμη εμπορία» και αποστέρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς από τους φυσικούς της χώρους.
Διευκόλυνση μεγάλων Real Estate επενδύσεων: Μέσω αποφάσεων του ΚΑΣ, δόθηκαν εγκρίσεις γιαμεγάλα επενδυτικά έργα (όπως στο Ελληνικό, στο Καστέλλι Ηρακλείου, και σε τουριστικά συγκροτήματα), με την αντιπολίτευση και τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων να καταγγέλλουν γρήγορες διαδικασίες «αποχαρακτηρισμού» ή μετακίνησης αρχαιοτήτων (π.χ. Σταθμός Βενιζέλου στο Μετρό Θεσσαλονίκης) προς όφελος των εργολάβων.
Ιδιωτικές/VIP ξεναγήσεις (2024): Θεσπίστηκαν οι αποκλειστικές premium ξεναγήσεις στην Ακρόπολη εκτός ωραρίου λειτουργίας (έως 4 ομάδες των 5 ατόμων, με κόστος 5.000€ ανά ομάδα), εισάγοντας ταξικούς διαχωρισμούς στην πρόσβαση των δημόσιων μνημείων.
Υπόθεση Μυκηνών (Σεπτέμβριος 2020): Μετά την πυρκαγιά στον αρχαιολογικό χώρο, υπήρξαν έντονες καταγγελίες για προσπάθεια υποβάθμισης των καταστροφών από το Υπουργείο Πολιτισμού και για εσπευσμένες διαδικασίες του ΚΑΣ, προκειμένου να εγκριθούν μελέτες αποκατάστασης χωρίς να αποδοθούν ευθύνες για την έλλειψη προστασίας.
Από το 2019 έως σήμερα, οι σημαντικότερες αποφάσεις του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) που άλλαξαν ή ανατράπηκαν με παρέμβαση ή πολιτική αλλαγή του Υπουργείου Πολιτισμού, και για τις οποίες εκδόθηκαν κρίσιμες αποφάσεις από το ΣτΕ, αφορούν μεγάλα αναπτυξιακά και υποδομικά έργα στην Ελλάδα.
Στην ελληνική νομοθεσία, οι αποφάσεις του ΚΑΣ έχουν γνωμοδοτικό χαρακτήρα, όμως ο εκάστοτε υπουργός Πολιτισμού τις επικυρώνει ή τις αναπέμπει. Η αλλαγή της Κυβέρνησης το 2019 οδήγησε στην επανεξέταση και ανατροπή προηγούμενων γνωμοδοτήσεων μέσω της διαδικασίας της «αναπομπής». Όταν η αναπομπή γίνεται για λόγους σκοπιμότητας (και όχι αποκλειστικά για λόγους νομιμότητας ή αντισυνταγματικότητας), η επιχειρηματολογία και οι κατηγορίες της εστιάζουν στην ουσία, την πολιτική ορθότητα, τις επιπτώσεις και την αναγκαιότητα της ρύθμισης.
Οι κυριότερες κατηγορίες και επικρίσεις για την έλλειψη ανεξαρτησίας στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) διατυπώνονται διαχρονικά από επιστημονικούς φορείς, όπως ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, συνδικαλιστικές οργανώσεις και περιβαλλοντικές ή πολιτικές συλλογικότητες. Οι άξονες της κριτικής συνοψίζονται στις εξής κατηγορίες:
Κυβερνητικός έλεγχος της σύνθεσης: Η πλειοψηφία των μελών του αποτελείται από υπηρεσιακά στελέχη του Υπουργείου Πολιτισμού (όπως διευθυντές Εφορειών) και προεδρεύεται από τον εκάστοτε γενικό γραμματέα του Υπουργείου. Η ιεραρχική εξάρτηση των μελών από την πολιτική ηγεσία περιορίζει την ελευθερία έκφρασης αυτόνομων επιστημονικών απόψεων, καθώς τα μέλη ενδέχεται να υφίστανται πιέσεις για εναρμόνιση με τις κυβερνητικές κατευθύνσεις.
Γνωμοδοτικός αντί για αποφασιστικός χαρακτήρας: Ιστορικά, η μετατροπή του από όργανο με αποφασιστική ισχύ σε καθαρά γνωμοδοτικό σώμα σήμαινε ότι η τελική υπογραφή και απόφαση ανήκει αποκλειστικά στον υπουργό Πολιτισμού. Αυτό επιτρέπει στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία να παρακάμπτει ή να εργαλειοποιεί τις γνωμοδοτήσεις ανάλογα με την πολιτική βούληση.
Πολιτικές και οικονομικές πιέσεις για μεγάλες επενδύσεις: Το Συμβούλιο δέχεται συχνά κατηγορίες ότι λειτουργεί υπό το καθεστώς «πολιτικής επίσπευσης» όταν καλείται να γνωμοδοτήσει για εμβληματικά έργα ή μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις (π.χ. περιπτώσεις όπως το Ελληνικό, ο σταθμός Μετρό Βενιζέλου ή αιολικά πάρκα π.χ. Ζάκρος). Πιέζεται να προτάξει τη βιώσιμη ανάπτυξη ή τα οικονομικά συμφέροντα έναντι της αυστηρής προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αδιαφάνεια στις διαδικασίες και τις αλλαγές μελών: Έχουν καταγραφεί καταγγελίες για αιφνίδιες αντικαταστάσεις μελών του Συμβουλίου πριν από τη λήξη της θητείας τους, με σκοπό, σύμφωνα με τους επικριτές, τη διασφάλιση ευνοϊκότερων πλειοψηφιών για συγκεκριμένα θέματα. Επιπλέον, η δυσκολία πρόσβασης του κοινού ή ανεξάρτητων φορέων στα πλήρη πρακτικά των συνεδριάσεων τροφοδοτεί συζητήσεις περί ελλείμματος διαφάνειας.
Οι κυριότερες περιπτώσεις και οι αντίστοιχες αποφάσεις του ΣτΕ για μελέτες έργων είναι οι εξής:
Αρχαιότητες στον Σταθμό «Βενιζέλου» (Μετρό Θεσσαλονίκης)
Η αλλαγή: Το 2017, το ΚΑΣ και το Υπουργείο είχαν αποφασίσει τη διατήρηση των σπουδαίων βυζαντινών αρχαιοτήτων κατά χώραν. Στα τέλη του 2019, κατόπιν αιτήματος της «Αττικό Μετρό», το Υπουργείο ανέπεμψε το θέμα στο ΚΑΣ. Το Συμβούλιο άλλαξε τη γνωμοδότησή του, εγκρίνοντας την απόσπαση, μεταφορά και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων.
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας του ‘21 απέρριψε τις προσφυγές επιστημονικών φορέων και έκρινε νόμιμη την υπουργική απόφαση απόσπασης, κρίνοντας ότι τεκμηριώθηκε επαρκώς η τεχνική αναγκαιότητα για την ολοκλήρωση του έργου.
Μεταλλευτικές Εγκαταστάσεις στις Σκουριές Χαλκιδικής
Η αλλαγή: Πριν από το 2019, το Υπουργείο Πολιτισμού είχε καθυστερήσει ή αρνηθεί εγκρίσεις για τις τεχνικές μελέτες της Eldorado Gold στην περιοχή των Σκουριών, επικαλούμενο την προστασία αρχαίων μεταλλευτικών καταλοίπων. Το φθινόπωρο του 2019, το θέμα επανήλθε στο ΚΑΣ, το οποίο γνωμοδότησε υπέρ της έγκρισης των μελετών, οδηγώντας στην άμεση έκδοση των σχετικών υπουργικών αποφάσεων.
Το ΣτΕ απέρριψε αιτήσεις ακύρωσης τοπικών φορέων, δικαιώνοντας τις νέες εγκρίσεις του Υπουργείου και του ΚΑΣ, ανοίγοντας τον δρόμο για τη συνέχιση της επένδυσης.
Οικόπεδο της «Eredene» στον Αρχαιολογικό Χώρο της Ακαδημίας Πλάτωνος
Η αλλαγή: Το ΚΑΣ είχε παλαιότερα επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς δόμησης και προστασίας σε ακίνητα της περιοχής, εμποδίζοντας εμπορικά Projects. Μεταξύ 2019-2020, υπήρξε συμβιβασμός και επαναδιατύπωση των όρων δόμησης και των ανταλλαγών εκτάσεων μεταξύ του Δημοσίου και της εταιρείας, με σκοπό τη δημιουργία του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας.
Το ΣτΕ έκρινε νόμιμο το νέο πολεοδομικό καθεστώς και τις τροποποιημένες εγκρίσεις που προέκυψαν από το ΚΑΣ και το Υπουργείο, κρίνοντας ότι εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον και η ανάδειξη του χώρου.
Επένδυση στο Ελληνικό (Ύψη κτηρίων και ουρανοξύστες)
Η αλλαγή: Αν και η βασική κήρυξη του αρχαιολογικού χώρου στο Ελληνικό είχε γίνει το 2017, μετά το 2019 το ΚΑΣ κλήθηκε να εγκρίνει επιμέρους μελέτες (όπως το Σχέδιο Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης και τις μελέτες υψηλών κτηρίων). Το Συμβούλιο ενέκρινε τις προτεινόμενες χωροθετήσεις και τα μεγάλα ύψη των κτηρίων (ουρανοξύστες), ξεπερνώντας παλαιότερες επιφυλάξεις για την οπτική όχληση προς την Ακρόπολη.
Το ΣτΕ με σειρά αποφάσεών του έκρινε νόμιμα τα Προεδρικά Διατάγματα και τις Υπουργικές Αποφάσεις που βασίστηκαν στις γνωμοδοτήσεις του ΚΑΣ, απορρίπτοντας τις αιτήσεις ακύρωσης πολιτών και περιβαλλοντικών σωματείων.
Το ραντάρ στον λόφο Παπούρα
Το ΚΑΣ: Ενέκρινε κατά πλειοψηφία τη χωροθέτηση και εγκατάσταση ραντάρ και ραδιοβοηθημάτων για το νέο αεροδρόμιο Καστελλίου επάνω στον λόφο Παπούρα, κοντά στο μινωικό μνημείο. Ο Δήμος Μινώα Πεδιάδας, κάτοικοι, φορείς και επιστήμονες προσέφυγαν στο ΣτΕ ζητώντας την ακύρωση της απόφασης/έγκρισης, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση του ΚΑΣ παραβιάζει διατάξεις προστασίας των αρχαιοτήτων.
Το ανώτατο ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή των φορέων, κρίνοντας ότι δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας των πράξεων της Διοίκησης.
Στην κορυφή του λόφου αποκαλύφθηκε σπάνια κυκλική μινωική κατασκευή (διαμέτρου περίπου 48-50 μ.), μοναδική στον αιγαιακό χώρο. Στα πρανή υπάρχουν επίσης αρχαίο μονοπάτι, κτηριακό συγκρότημα και λατρευτικό σπήλαιο. Η εγκατάσταση του ραντάρ σε απόσταση αναπνοής (περίπου 20 μέτρα) από το μνημείο συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Αρχαιολογικού Νόμου. Οι εκτενείς διαμορφώσεις και οι ισοπεδώσεις εκατέρωθεν του λόφου θα προκαλέσουν άμεση και έμμεση καταστροφή στο ίδιο το μνημείο και τον περιβάλλοντα χώρο του.
Οι αρχαιολόγοι κατήγγειλαν ότι η απόφαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) πάρθηκε πριν ολοκληρωθεί πλήρως η ανασκαφή και χωρίς να διερευνηθεί επαρκώς η ευρύτερη περιοχή του λόφου.
Οι κυριότερες κατηγορίες και θεσμικές επικρίσεις που διατυπώνονται διαχρονικά από νομικούς, διεθνείς εκθέσεις και ενώσεις δικαστών για τα ελλείμματα δικαστικής ανεξαρτησίας στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) και στην Ανώτατη Δικαιοσύνη γενικότερα, αποτυπώνονται στους εξής άξονες:
Διορισμός της ηγεσίας από την εκτελεστική εξουσιοδότηση: Η συνταγματική πρόβλεψη να επιλέγονται ο πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι του ΣτΕ απευθείας από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η διαδικασία αυτή θεωρείται ότι ευνοεί τις πολιτικές σκοπιμότητες και δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης.
De Facto ελλείμματα έναντι De Jure κατοχύρωσης: Παρά την ισχυρή συνταγματική προστασία (de jure), οι διεθνείς δείκτες (π.χ. του Ευρωπαϊκού Δικτύου Δικαστικών Συμβουλίων) κατατάσσουν την Ελλάδα χαμηλότερα στην πραγματική (de facto) αίσθηση ανεξαρτησίας.
Πολιτικές και επικοινωνιακές πιέσεις: Οι δικαστές του ΣτΕ έρχονται συχνά αντιμέτωποι με έντονη δημόσια κριτική, στοχοποίηση και επιδράσεις από τα ΜΜ, ειδικά όταν καλούνται να κρίνουν μείζονος σημασίας πολιτικά ή οικονομικά κυβερνητικά νομοσχέδια.
Πειθαρχικός έλεγχος και υπηρεσιακή εξέλιξη: Κατηγορίες για έμμεσες παρεμβάσεις μέσω του συστήματος προαγωγών, μεταθέσεων ή της ενεργοποίησης πειθαρχικών διώξεων κατά δικαστικών λειτουργών που εκφράζουν αντίθετη ή ανεξάρτητη γνώμη.
Οικονομική εξάρτηση: Η έλλειψη πλήρους οικονομικής αυτοτέλειας της Δικαιοσύνης από τον κρατικό προϋπολογισμό, γεγονός που περιορίζει τις υλικοτεχνικές υποδομές και την ταχύτητα απονομής των αποφάσεων.
Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τους άξονες αυτούς είναι ότι στην Ελλάδα υφίσταται ένα θεσμικό και πρακτικό έλλειμμα ανεξαρτησίας τόσο στην Ανώτατη Δικαιοσύνη (Συμβούλιο της Επικρατείας) όσο και στα κρίσιμα γνωμοδοτικά όργανα της Διοίκησης (Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο). Παρά τη θεωρητική ή νομική προστασία, η εκτελεστική εξουσία διατηρεί ισχυρούς μηχανισμούς ελέγχου και επιρροής, υπονομεύοντας την αντικειμενικότητα των αποφάσεων.
*Ο Ανδρέας Χιωτάκης είναι πολιτικός αναλυτής, αρθρογράφος