Σε αυτό το μικρό βιβλίο αυτομυθοπλασίας, το οποίο βραβεύτηκε με το Βραβείο Strega 2025, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση στην Ιταλία, το βασικό ερώτημα το οποίο τίθεται είναι αν μπορεί κανείς να εγκαταλείψει τον πατέρα και τη μητέρα του.
Μέσα από μία πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο συγγραφέας περιγράφει πως στα σαράντα ένα του χρόνια αποφασίζει να διακόψει κάθε σχέση με τους γονείς του. Ακολουθούν δέκα χρόνια απόλυτης αποξένωσης, τα καλύτερα δέκα χρόνια της ζωής του, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος και έτσι, αποτίοντας φόρο τιμής στην απελευθέρωσή του, καταθέτει μία προσωπική γραπτή μαρτυρία για το δικαίωμα καθενός να απομακρύνεται από ό,τι τον πληγώνει, έστω κι αν αυτό είναι ο λανθασμένα θεωρούμενα ως ιερός θεσμός της οικογένειας.
Από τα παιδικά κιόλας χρόνια του αφηγητή, παρουσιάζεται ένα κακοποιητικό πλαίσιο, με έναν πατέρα, απολυταρχικό τύραννο, που ασκεί σωματική και ψυχολογική βία στη γυναίκα του και τα παιδιά του. Η οικογένεια ζει σε ένα μικρό χωριό του βορρά, με την απουσία τηλεφώνου για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια και την έλλειψη κοινωνικών επαφών για τη μητέρα, παρά μόνο κάποιες κατ’ εξαίρεση φιλίες που τελικά διαλύονται, ουσιαστικά επειδή θεωρούνται ως απειλή για την οικογενειακή συνοχή.
Ποια είναι όμως αυτή η μητέρα, η οποία και αποτελεί κλειδί για την οικογενειακή παθολογία. Διαθέτοντας μια έμφυτη τάση για πειθαρχία και υπακοή, καταλήγει μια θαμπή παρουσία υποταγής, αφάνειας, αποστασιοποίησης και δυστυχίας. Ούσα ουσιαστικά σε ένα αόρατο περιθώριο και έχοντάς της επιβληθεί ο ρόλος της νοικοκυράς, αναγνωρίζει τον εαυτό της μόνο μέσα από τα μάτια του συζύγου της. Μάλιστα, μέσα από μια βαθιά απάρνηση της ζωής, θεωρεί πως δεν έχει κάτι να υπερασπιστεί, ούτε καν τα ίδια της τα παιδιά. Άραγε αυτό την καθιστά από θύμα σε συνεργό;
Ο ίδιος ο αφηγητής αποκαλύπτει: «Ο πατέρας μου, με δυο λόγια, είχε ανάγκη να τρομάζει τους άλλους για να νιώθει αγαπητός, παρ’ όλο που ήξερε ενστικτωδώς πως κανένας τρόμος δεν θα αρκούσε ποτέ για να αγαπηθεί όσο ήθελε, και πως αντί για αγάπη θα προκαλούσε μόνο φόβο, υποκρισία και εν τέλει αποστροφή. Είχε διαλέξει τη μητέρα μου επειδή του φαινόταν τέλεια: το να τη βλέπει να καταφτάνει στο ραντεβού τους κρατώντας ξυπνητήρι αντί για ρολόι, για να μην προκαλέσει τον θυμό ή την επίπληξή του, πρέπει να ήταν, φαντάζομαι, η αρχική επιβεβαίωση ότι αυτός ο τρόπος μπορεί να δούλευε. Όταν όμως, με τον καιρό, κατάλαβε πως η μητέρα μου στην πραγματικότητα ήταν άτρωτη, ότι δεν φοβόταν, τότε ήρθε το τέλος του, γιατί καταδικάστηκε διά παντός στη μη αγάπη. Με το να συνεχίζει να εκρήγνυται, αν και όχι τακτικά, απλώς μεγάλωνε τον κρατήρα που ο ίδιος είχε ανοίξει. Όσο για τη μητέρα μου, το ότι δεν τον φοβόταν της εξασφάλιζε μια ουδέτερη ζώνη ατάραχης δυστυχίας. Γι’ αυτό, όπως είδη είπα, η μητέρα μου ήταν πιο δυνατή από τον πατέρα μου, και τελικά τον νίκησε».
Έτσι ο γιος, έχοντας πια κουραστεί να προβλέπει και να καταπνίγει κάθε βίαιη εκτροπή του πατέρα του, με την παράλληλη τέλεια απόσυρση της μητέρας του, αλλά και αντιμετωπίζοντας ο ίδιος πλήθος διαπροσωπικών και ψυχοσωματικών προβλημάτων, με τη συνεπικουρία και της ψυχοθεραπείας, παίρνει τη μεγάλη απόφαση για την οριστική αποστασιοποίηση από τους γονείς του, πράγμα που του αλλάζει τη ζωή προς το καλύτερο.
Όσο για την πολιτική διάσταση του βιβλίου, αυτή μπορεί να γίνει κατανοητή από τον λόγο του Αντρέα Μπαγιάνι στην τελετή απονομής του Βραβείου Strega, στην οποία είπε ότι «η λογοτεχνία αμφισβητεί πάντα την επίσημη εκδοχή της εξουσίας και ότι θα πρέπει σε αυτή τη συγκυρία να αμφισβητήσει και την πατριαρχική δομή και εκδοχή της οικογένειας». Είπε επίσης «ότι αυτή η αμφισβήτηση έπρεπε να γίνει από τους ίδιους τους άντρες». Και αυτό, κατά τα λεγόμενά του, εξόργισε πολλούς άντρες.