- Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν, είναι σαν να σβήνεις και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον (Γεώργιος Σεφέρης, 1900-1971)
Οι Βυζαντινοί Έλληνες ήταν οι υπήκοοι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με κυρίαρχο το ελληνικό πολιτισμικό στοιχείο και πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Ήταν συγκεντρωμένοι κυρίως στα νότια Βαλκάνια, στην κάτω Ιταλία, στα ελληνικά νησιά, στη Μικρά Ασία, στην Κύπρο, στη Βόρεια Αίγυπτο και στα μεγάλα αστικά κέντρα του Λεβάντε. Λεβάντε είναι μια μεγάλη περιοχή της Μέσης Ανατολής, η οποία ξεκινάει από τα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου και εκτείνεται βόρεια ως την οροσειρά του Ταύρου, ανατολικά ως την Άνω Μεσοποταμία και νότια ως την Αραβική Έρημο (Εικ. 1).
Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, οι Βυζαντινοί αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι και ονόμαζαν το κράτος τους Βασίλειο των Ρωμαίων. Στη σύγχρονη ιστοριογραφία αναφέρονται ως Βυζαντινοί Έλληνες και η Αυτοκρατορία τους ως Βυζαντινή, όροι που δημιουργήθηκαν τον 15ο αιώνα από το Γερμανό λόγιο Hieronymus Wolf.
Η κοινωνική δομή των βυζαντινών χρόνων βασιζόταν κυρίως σε αγροτική βάση δουλοπαροικίας, που αποτελούσαν οι χωρικοί και ένα μικρό μέρος των απόρων. Οι χωρικοί ζούσαν σε τρία είδη οικισμών: την αγροικία, το κοινό χωριό και το μικρό χωριό. Πολλές κοινωνικές αναταραχές κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αποδόθηκαν στις πολιτικές φράξιες μέσα στην αυτοκρατορία παρά στην ευρύτερη λαϊκή βάση της.
Το Βυζάντιο μέχρι τον 12ο αιώνα διατήρησε την εκπαιδευτική παράδοση της Αρχαιότητας, επιτυγχάνοντας σημαντικά υψηλότερα ποσοστά εγγραμματισμού (έως και 20-30% στα αστικά κέντρα) σε σύγκριση με τη μεσαιωνική Δύση.
Οι Βυζαντινοί έμποροι απολάμβαναν μια ισχυρή θέση στο διεθνές εμπόριο. Παρά τον ανταγωνισμό τους από Ιταλούς εμπόρους, κυρίως της Βενετίας και της Γένοβας, κράτησαν αυτή τη θέση σε όλη τη διάρκεια του τελευταίου μισού της ύπαρξης της Αυτοκρατορίας τους.
Στο Φανάρι διατηρήθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με τον εμβληματικό βυζαντινό ναό της Αγίας Σοφίας (Εικ. 2), ο οποίος υπήρξε ιστορικό Μουσείο μέχρι το 2021, που μετατράπηκε σε τζαμί.
Ο κλήρος επίσης κατείχε ειδική θέση, έχοντας περισσότερη ελευθερία από τον αντίστοιχο δυτικό, αλλά διατηρώντας τον Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη που θεωρούνταν ισότιμος του Πάπα στη Ρώμη.
Η ισχυρή αυτή θέση δεν ήταν άμεση, αλλά είχε αύξουσα πορεία, καθώς στην αρχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό τον Μεγάλο Κωνσταντίνο (βασιλεία 306-337), μόνο ένα μικρό μέρος, περίπου 10%, του πληθυσμού ήταν χριστιανοί (Πετρίδης, 2002).
Από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η χρήση της ελληνικής γλώσσας είχε διαδοθεί στο ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ τα λατινικά ήταν η γλώσσα κυρίως της Διοίκησης.
Κατά τη βασιλεία του Ηράκλειου (610-641 μ.Χ.), τα ελληνικά υπήρξαν κυρίαρχη γλώσσα, που αντικατέστησε τα λατινικά στις διοικητικές υπηρεσίες. Στην αρχή η Αυτοκρατορία είχε πολυεθνικό χαρακτήρα, αλλά μετά την απώλεια των μη ελληνόφωνων επαρχιών κυριαρχήθηκε από το ελληνικό στοιχείο.
Με τον καιρό οι σχέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τη Δύση, ειδικά με τη Λατινική Ευρώπη, χειροτέρευσαν με το σχίσμα μεταξύ της Καθολικής Δύσης και της Ορθόδοξης Ανατολής, που οδήγησε στο να χαρακτηρίζονται οι Βυζαντινοί στη Δύση ως αιρετικοί.
Σε όλη τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ειδικά μετά τη στέψη του Καρλομάγνου στη Ρώμη το 800, ως βασιλιά των Φράγκων (768-814), οι Βυζαντινοί δεν θεωρούνταν από τους Δυτικούς Ευρωπαίους ως διάδοχοι και κληρονόμοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αλλά μέρος ενός ανατολικού βασιλείου με ελληνικό πληθυσμό.
Όμως, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και συνέχισε την αδιάσπαστη διαδοχή των Ρωμαίων αυτοκρατόρων.
Η επί δεκαπέντε αιώνες αρχιτεκτονική δραστηριότητα έχει αφήσει στη σημερινή Ελλάδα μεγάλο αριθμό εκκλησιαστικών μνημείων, μερικά από τα οποία συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα της βυζαντινής ναοδομίας.
Ο Μπούρας (2001) μελέτησε την αρχιτεκτονική τους (τυπολογική, στιλιστική και κατασκευαστική) και την εξέλιξη της ναοδομίας στην Ελλάδα από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέχρι τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους.
Κατά την Αρχαιότητα, συνήθης τρόπος ύδρευσης ενός οικισμού ήταν η μεταφορά νερού με υδραγωγείο από ανανεώσιμες πηγές (Tsouris, 2013). Η Βυζαντινή Ελλάδα διέθετε εξελιγμένα δίκτυα διαχείρισης υδατικών πόρων, βασιζόμενα κυρίως στη βυζαντινή τεχνολογία την οποία κληρονόμησαν από τους Ρωμαίους.
Η ύδρευση και η άρδευση ήταν κρίσιμες για την επιβίωση των οικισμών από τις επιθέσεις άλλων. Η μεταφορά εξασφαλιζόταν με υπόγειο, επίγειο ή υπέργειο υδραγωγείο ή με συνδυασμό δύο ή και των τριών από αυτά. Όμως κατά τη Βυζαντινή Εποχή, και κυρίως κατά τη Μέση και Ύστερη Βυζαντινή Περίοδο, δεν φαίνεται να κατασκευάστηκαν νέα υδραγωγεία.
Λιγοστές μεγάλες πόλεις εξακολούθησαν να χρησιμοποιούν και να συντηρούν τα υδραγωγεία που είχαν κατασκευαστεί στο τέλος των ιστορικών χρόνων. Ενδείξεις για την ύπαρξη συστημάτων μεταφοράς υδάτων ή πληροφορίες πηγών για κατασκευή υδραγωγείων από τον 9ο μέχρι τον 15ο αιώνα παραμένουν σπάνιες και δεν έχουν μελετηθεί και τόσο συστηματικά (Tsouris, 2013).
Εντυπωσιακή εξαίρεση αποτελούν μερικά μοναστηριακά υδραγωγεία, όπως αυτά στις Μονές Μεγίστης Λαύρας και Σιμωνόπετρας στον Άθωνα, Παναγίας Κοσμοσωτήρας στο κέντρο της σημερινής πόλης των Θερών, Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στον Ιορδάνη (Παλαιστίνη) και Ταξιαρχών (Παλαιά) στην Αιγιάλεια (Tsouris, 2013).
Αντίθετα, στις βυζαντινές πόλεις ήταν συνηθέστερα τα πηγάδια και οι δεξαμενές (Εικ. 3) για υδροδότηση, αντί της διατήρησης των υπαρχόντων ρωμαϊκών υδραγωγείων ή κατασκευής νέων (Λυκουρίνος, 1997).
Οι κιονοστήρικτες δεξαμενές (κινστέρνες) κατασκευαζόταν με οικοδομικά υλικά δεύτερης χρήσης, δηλαδή από διάσπαρτα υλικά στην περιοχή μνημείων, που ξαναχρησιμοποιούνταν για να στηρίξουν τις δεξαμενές (Mays, 2014). Οι δεξαμενές, που αποθήκευαν το νερό, όπως αυτές στο Ηράκλειο, χρονολογούνται από το 961 μ.Χ. και μετά.
Την ίδια τεχνολογία ακολουθήσαν και οι τότε Πελοποννήσιοι στον Μυστρά και τη Μονεμβασία. Η αντιμετώπιση της ύδρευσης γινόταν διά μέσου υδρευτικού δικτύου, που αποτελούνταν από δεξαμενές συλλογής και αποθήκευσης βρόχινου νερού και δίκτυο πήλινων σωλήνων διανομής πόσιμου νερού σε κρήνες και λουτρά.
Επίσης πήλινες σωλήνες χρησιμοποιούνταν και στα δίκτυα αποχέτευσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συλλογής και αποθήκευσης βρόχινου νερού είναι η υπόγεια δεξαμενή ΒΑ της Αγίας Σοφίας του Μυστρά (Εικ. 4).
Καθώς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία άρχισε να παρακμάζει, από τα μέσα του 11ου αιώνα, μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου το 1054, οι Βυζαντινοί και τα εδάφη τους αρχίζουν να περιέρχονται υπό ξένη, κυρίως οθωμανική, κυριαρχία. Ο προσδιορισμός των ελληνόφωνων Ελληνορθοδόξων ως Ρωμαίων, τόσον από τους ίδιους όσον και από τους Οθωμανούς επικυρίαρχους τους, συνεχίστηκε μέχρι και τον 19ο αιώνα, ενώ εξακολουθεί μέχρι και σήμερα από τους ολιγοστούς εναπομείναντες κατοίκους της σύγχρονης Τουρκίας.
—–
O Ανδρέας Ν. Αγγελάκης είναι επίτιμο μέλος και διακεκριμένο fellow του Παγκόσμιου Οργανισμού Υδατικών Πόρων
Βιβλιογραφία
Mays, L. (2014). Use of cisterns during antiquity in the Mediterranean region for water resources sustainability. Water Supply 14 (1): 38-47. Μπούρας, Χ. (2001). Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Μέλισσα, Αθηνά.
Πετρίδης, Π. (2002). Βυζαντινοί χρόνοι. Στο Πετρίδης Π. et al., Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο, Τομ. Β, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα.
Tsouris, K. (2013). Οχυρωματικά έργα επί ανανεωσίμων πηγών υδάτων (9ος – 15ος αιώνας). Byzantina Symmeikta, 22: 293-339.
doi:https://doi.org/10.12681/byzsym.1081