Η τέχνη και ο δημιουργός συνιστούν μια βαθύτατα ανθρώπινη, οντολογική εκδήλωση, η οποία πηγάζει αυθεντικά από τα απόκρυφα βάθη της ύπαρξης. Πρόκειται για μια μυστηριακή, σχεδόν τελετουργική διαδικασία, η οποία θέτει αμείλικτα ένα θεμελιώδες αισθητικό ερώτημα στον «έσω άνθρωπο»: για ποιο λόγο ορισμένα έργα -ποιητικά και όχι μόνο- αναδεικνύονται σε πανανθρώπινα, διαχρονικά αναγνώσματα, ενώ κάποια άλλα εξαντλούνται σε ένα στιγμιαίο, εφήμερο ενδιαφέρον;
Το ερώτημα αυτό δεν περιορίζεται, ασφαλώς, μόνο στα Ομηρικά Έπη, στον «Φάουστ» του Γκαίτε, στα επικά και πολυσέλιδα δημιουργήματα του Τολστόι ή στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, τα οποία αποτελούν αδιαμφισβήτητα ορόσημα του παγκόσμιου πολιτισμού. Αντίθετα, επεκτείνεται με την ίδια ακριβώς ένταση και στα πονήματα των σύγχρονων λογοτεχνών, οι οποίοι πασχίζουν να αποτυπώσουν την πολυπλοκότητα της δικής τους εποχής.
Παρατηρείται συχνά το φαινόμενο, σύγχρονα έργα να προξενούν αρχικά την έντονη προσοχή και τον ενθουσιασμό του κοινού, όμως με την πάροδο του χρόνου να ξεθωριάζουν αναπόφευκτα και να παύουν να μας απασχολούν ουσιαστικά. Ιδιαίτερα από την ανάδυση του αιώνα της τυπογραφίας έως τη σημερινή, με την καταιγιστική κυριαρχία του ηλεκτρονικού βιβλίου, της ψηφιακής ανάγνωσης και της ταχύτατης διάχυσης της πληροφορίας, αυτό το φαινόμενο της γρήγορης πνευματικής λήθης έχει καταστεί ένα σύνηθες και καθημερινό φαινόμενο.
Σαφώς, βασικό και αναπαλλοτρίωτο στοιχείο ενός πραγματικά αξιόλογου βιβλίου είναι η ευκρινής ανάδειξη και η διάκριση της αιώνιας αντίθεσης ανάμεσα στο καλό και το κακό, η αυθεντική αποτύπωση της ιερότητας της ζωής, καθώς και η προσέγγιση του μεγαλειώδους.
Αν και η απόλυτη τελειότητα παραμένει εξ ορισμού ανέφικτη και άπιαστη στην ανθρώπινη τέχνη, εκείνο που κρίνεται τελικά ως όρος «ουκ άνευ» (sine qua non) είναι η βαθιά συγκίνηση που δονεί συθέμελα την ψυχή του δέκτη. Αυτό το αισθητικό αποτέλεσμα ισχύει αναμφίβολα για όλες τις μορφές της καλλιτεχνικής έκφρασης, αλλά εκδηλώνεται πρωτίστως και εντονότερα στη λογοτεχνία και, ειδικότερα, στην ποίηση.
Ωστόσο, η εν λόγω συγκίνηση δεν επιτρέπεται να είναι απλώς στιγμιαία, επιφανειακή ή προϊόν ενός πρόσκαιρου και επιδέξιου εντυπωσιασμού. Στους ταραγμένους και απαιτητικούς καιρούς μας, όπου τα ποιητικά έργα γράφονται με ιδιαίτερη ευκολία, μηχανική αναπαραγωγή και σε τεράστιο πλήθος, η ποσότητα συχνά απειλεί την ποιοτική υπόσταση του λόγου.
Για να καταφέρει ένα ποιητικό έργο να ξεπεράσει τα στενά όρια του ιστορικού χρόνου και να καθιερωθεί ως διαχρονικό κτήμα της ανθρωπότητας, οφείλει να συγκινεί αν όχι όλους, τουλάχιστον τους πολλούς. Και χρησιμοποιούμε σκόπιμα τη διατύπωση «αν όχι όλους», διότι είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως ορισμένα από τα σπουδαιότερα έργα του πνεύματος δέχτηκαν στην εποχή τους την προσωρινή απαξίωση, την ειρωνεία ή την πλήρη αδιαφορία της κριτικής και του κοινού, προτού ο χρόνος δικαιώσει την εσωτερική τους αλήθεια.
Ποια είναι, όμως, η βασική προϋπόθεση για τον δημιουργό που επιδιώκει να υπερβεί το εφήμερο και να αγγίξει την αιωνιότητα; Πέρα από την όποια θεωρητική ή τεχνική διδαχή, οι ανώτερες καλλιτεχνικές ιδιότητες είναι εν πολλοίς έμφυτες, προικίζοντας τους ανθρώπους με διαφορετικές βαθμίδες πνευματικής, ψυχικής και αισθητικής διαύγειας.
Ο αληθινός δημιουργός οφείλει να διαθέτει ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα, άσβεστο πάθος, απόλυτη γνώση των κανόνων, των μέτρων και των ρυθμών, καθώς και φαντασία, σε συνδυασμό με την ευαισθησία απέναντι στα ανθρώπινα πάθη. Κεντρικό και αναντικατάστατο ρόλο σε αυτή τη μακρά δημιουργική πορεία διαδραματίζει η έμπνευση, όπως ορθά επισημαίνουν διαχρονικά οι ερμηνευτές και οι αναλυτές της τέχνης.
Ο καλλιτέχνης οφείλει να έχει ένα ευρύτερο, οικουμενικό όραμα για τον κόσμο και τον άνθρωπο, παράλληλα με την ικανότητα να βυθίζεται στα σκοτεινά και ανεξερεύνητα άδυτα του υποσυνειδήτου του, εφαρμόζοντας με συνέπεια το αρχαίο φιλοσοφικό παράγγελμα «σκάπτε ένδον».
Μόνο μέσα από αυτή την επώδυνη, εσωτερική ανασκαφή καταφέρνει να ανασύρει και να υλοποιήσει, χρησιμοποιώντας υλικά στοιχεία -όπως τα χρώματα, την κίνηση ή τις λέξεις-, αυθεντικά ψήγματα από τον ασύλληπτο κόσμο των ιδεών. Ως ένας άλλος «μύστης» και πνευματικός καθοδηγητής, ο ποιητής κατοικεί μόνιμα στο μεταίχμιο του ορατού και του αοράτου κόσμου, μετουσιώνοντας το προσωπικό του όραμα σε συλλογική εμπειρία, μέσω της αποκάλυψης και της γραπτής καταγραφής των πανανθρώπινων αληθειών.
Το καίριο αυτό ζήτημα είχε θιγεί παλαιότερα και στο προσωπικό μας δοκίμιο με τίτλο «Ο Χωρόχρονος, ο Μύστης, ο Ποιητής», το οποίο παρουσιάστηκε με αφορμή την τιμητική απονομή του Βραβείου «Νίκος Καζαντζάκης». Εκεί τονίστηκε εμφαντικά ότι ο αληθινός δημιουργός καλείται ουσιαστικά να υπερβεί την τρέχουσα, χειροπιαστή πραγματικότητα που τον περιβάλλει.
Αυτή η πραγματικότητα, σύμφωνα με την κλασική αριστοτελική σκέψη, ορίζεται από τη δυνατότητα ύπαρξης μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία του χρόνου, η οποία μεταβάλλεται διαρκώς.
Σε αυτό το ρευστό κοινωνικό-χρονικό πλαίσιο, η επιστήμη υφίσταται συνεχείς αναθεωρήσεις, καταρρίψεις και ριζικές μεταβολές των εννοιών της. Πρόκειται για μια αέναη, γραμμική διαδικασία του χρόνου, η οποία, μέσω της σταδιακής εγκατάλειψης των παλαιών γνωστικών παραδειγμάτων και εννοιών, κατασκευάζει συνεχώς καινούργια ερμηνευτικά σχήματα για τον κόσμο.
Συνεπώς, στον επιστητό κόσμο της ορθολογικής παρατήρησης, ποτέ δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι μια έννοια, ένας κανόνας ή ένας επιστημονικός ορισμός παραμένει σταθερός, αμετάβλητος και οριστικός για πάντα.
Αντίθετα με την επιστημονική και τεχνολογική γνώση που μεταβάλλεται μέσα στην ιστορία -καθώς, σύμφωνα με τον πασίγνωστο ηρακλείτειο αφορισμό, «τα πάντα ρει»- η μεγάλη τέχνη επιτυγχάνει ένα μοναδικό, μεταφυσικό θαύμα: κατορθώνει να ακινητοποιήσει τη ροή του χρόνου, ενσωματώνoντας το παρελθόν στο αιώνιο παρόν της ανθρώπινης συνείδησης.
Έτσι, το παγκόσμιο ποιητικό έργο υπερβαίνει τον ιστορικό χωροχρόνο και προσφέρει στον άνθρωπο ένα σταθερό, αμετάβλητο πνευματικό καταφύγιο, μια αδιατάρακτη σταθερά αξιών που συνεχίζει να δονεί τις ψυχές των ανθρώπων ανά τους αιώνες.
Ο Αντώνης Σανουδάκης-Σανούδος είναι καθηγητής Ιστορίας-συγγραφέας