Σταδιακά, από τον 2ο αιώνα π.Χ., ο ελλαδικός χώρος κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, μέχρι την οριστική επικράτησή τους το 31 π.Χ. και την πτώση του βασιλείου των Πτολεμαίων (Εικ. 1). Προσαρτήθηκε στα εδάφη της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας το 146 π.Χ. μετά από εκστρατεία, κατά την οποία καταστράφηκε ολοσχερώς η Κόρινθος από τον Ρωμαίο στρατηγό Λεύκιο Μόμμιο, που έλαβε το προσωνύμιο «ο Αχαϊκός», επειδή ήταν εκείνος που προσάρτησε στη ρωμαϊκή επικράτεια μεγάλο μέρος των ελληνικών εδαφών, σχηματίζοντας έτσι την Επαρχία της Αχαΐας (Waterfield, 2018). Οι κάτοικοι της πόλης σφαγιάστηκαν ή πουλήθηκαν σκλάβοι, ενώ οι ναοί απογυμνώθηκαν από τα έργα τέχνης.
Το οικοδομικό πρόγραμμα για την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχε διπλό αντίκτυπο. Αρχικά, οι ελληνικές πόλεις απογυμνώθηκαν από τους καλλιτεχνικούς τους θησαυρούς, που ως λάφυρα μεταφέρθηκαν στη Ρώμη. Ταυτόχρονα με τη μετεγκατάσταση κάποιων καλλιτεχνών, δημιουργήθηκαν νέα τοπικά εργαστήρια για να αντιμετωπιστεί η ζήτηση αντιγράφων κλασικών και ελληνιστικών έργων.
Αργότερα, τον 2ο αιώνα μ.Χ., η Ελλάδα σταδιακά ανοικοδομήθηκε κατά τη βασιλεία του φιλέλληνα αυτοκράτορα Αδριανού (76-138 μ.Χ.) και η Αθήνα αναδείχτηκε ως καλλιτεχνικό κέντρο, κυρίως εξαιτίας της εύνοιας των φιλελλήνων αυτοκρατόρων Αδριανού και Αντωνίνου Ευσεβούς (86-161 μ.Χ.) από το 117 μέχρι το 161 μ.Χ.
Από κοινού με τον λόγιο Ηρώδη τον Αττικό (101/2-177/8 μ.Χ.), ο Αδριανός προχώρησε σε εκτεταμένα έργα ανοικοδόμησης, καλλώπισε την Αθήνα και επισκεύασε πολλές από τις ερειπωμένες ελληνικές πόλεις.
Η ρωμαϊκή Διοίκηση υπηρετήθηκε από την τέχνη και ιδιαίτερα τη γλυπτική, με τη δημιουργία πορτρέτων του αυτοκράτορα, της οικογένειάς του Ανδριανού, καθώς και αξιωματούχων ή ανθρώπων του πνεύματος
(Krasilnikoff and Angelakis, 2019). Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι η Πύλη του Αδριανού (ή Αψίδα του Αδριανού) στο κέντρο της Αθήνας, μια μνημειώδης πύλη που μοιάζει με ρωμαϊκή θριαμβική αψίδα, κατασκευάστηκε για να εορταστεί η άφιξη του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού και για να τιμηθεί για τις πολλές ευεργεσίες του στην πόλη, με την ευκαιρία της αφιέρωσης παρακείμενου ναού το 131-132 μ.Χ.
Οι Ρωμαίοι συνέχισαν στη χρήση των υδρο-τεχνολογιών των Αρχαίων Ελλήνων και αύξησαν την κλίμακα των έργων υδατικών πόρων, ιδιαίτερα υδραγωγείων, όπως αυτά του Ανδριανού στη Ρωμαϊκή Αθήνα στη Θεσσαλονίκη αυτό του Λεμπέτ, το Μόργιας στην Λέσβο, στη Νικόπολη, στην Πάτρα και άλλα. Γενικά οι Ρωμαίοι αντέγραψαν την τεχνολογία των Αρχαίων Ελλήνων και τη χρησιμοποιούσαν πιστά.
Στην Αθήνα ο Αδριανός, εκτός από τα μνημεία, έδωσε μεγάλη σημασία στην ύδρευση της πόλης. Το Αδριάνειο υδραγωγείο στην Αθήνα κατασκευάστηκε από τον Αδριανό και αποπερατώθηκε από τον διάδοχό του, Αντωνίνο τον Ευσεβή τον 2ο αιώνα μ.Χ., με στόχο την ύδρευση της πόλης των Αθηνών από τα όμβρια νερά της Πεντέλης και της Πάρνηθας.
Το Αδριάνειο υδραγωγείο, μήκους 19,8 km και η δεξαμενή του στο Κολωνάκι (Εικ. 2) λειτουργούσαν ανελλιπώς, υδροδοτώντας την περιοχή της Αθήνας μέχρι την εποχή της Τουρκοκρατίας τον 19ο αιώνα (Mays et al., 2013). Τότε το υδραγωγείο εγκαταλείφτηκε, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν τα σαθρά τοιχώματά του και οι Αθηναίοι κατασκεύαζαν κυρίως πηγάδια και βρύσες στα σπίτια τους και σε τζαμιά και άλλα μέρη.
Επίσης στην Κρήτη, ένα στρατηγικό σημείο στην ανατολική Μεσόγειο, υπήρξε έντονη ρωμαϊκή επιρροή. Το 74 π.Χ. ο Μάρκος Αντώνιος (83-30 π.Χ.) ξεκίνησε εκστρατεία ενάντια στο νησί, αλλά οι καλά προετοιμασμένοι Κρήτες τον νίκησαν στη θάλασσα. Αργότερα, το 69 π.Χ., η Κρήτη έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων και έγινε ρωμαϊκή επαρχία. Το 67 π.Χ., η Γόρτυνα, φιλικά προσκείμενη στη Ρώμη, πήρε τη θέση της πρωτεύουσας της Κρήτης, από την μέχρι τότε πρωτεύουσα Κνωσό.
Η Γόρτυνα ανακηρύχτηκε πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας Κρήτης και Κυρηναϊκής, θέση την οποία διατήρησε μέχρι την αραβική κατάκτηση το 828 μ.Χ. Άλλες σημαντικές ρωμαϊκές πόλεις ήταν η Έλυρος, η Κίσσαμος, το Μαράθι (Μινώα), η Χερσόνησος, τα Καστελλιανά, η Ιεράπυτνα, η Αρκαδία, η Λεύκη, η Λύττος, τα Άπτερα και το Ηράκλειο (Angelakis et al., 2021).
Στη Ρωμαϊκή Κνωσό κατασκευάστηκε ένα σημαντικό υδραυλικό έργο, αποδεικνύοντας ότι ήταν απολύτως εφικτό στον αρχαίο κόσμο να σχεδιάζονται και να κατασκευάζονται τεχνολογικά προηγμένα έργα μεταφοράς νερού, μεγάλης κλίμακος. Αυτή την περίοδο κατασκευάστηκε το υδραγωγείο της Φουντάντας για ύδρευση της Ρωμαϊκής Κνωσού, μήκους 12,42 km και κλήση 0,20 % περίπου με ανάλογο όρυγμα αυτού του Ευπαλίνειου υδραγωγείου, μήκους 1050 m (Εικ. 3).
Το υδραγωγείο της Φουντάντας έχει πολύ μακρά ιστορία, καθώς λειτουργεί ακόμη σήμερα. Κατά την Αιγυπτιακή περίοδο (1830-1840) το υδραγωγείο λειτούργησε, αλλά ανακατασκευάστηκε το υπόγειο τούνελ του με διατομή 1×2 m2. Κατά την ανακατασκευή του τούνελ, πολλοί εργάτες πέθαναν από ασφυξία, πιθανότατα εξαιτίας των έξι φρεάτων του, που αρχικά δεν λειτούργησαν, αλλά τελικά κατάφεραν να τα επαναλειτουργήσουν (Angelakis et al., 2021).
Επιπλέον τη Ρωμαϊκή Εποχή προωθήθηκε η υγιεινή νερού με τα περίφημα δημόσια λουτρά και τουαλέτες, τα οποία τροφοδοτούνταν με νερό μέσω υδραγωγείων με μεγάλη διακλάδωση, συντηρούνταν ανελλιπώς και είχαν υψηλό επίπεδο καθαριότητας για την εποχή τους (Angelakis et al., 2021). Ο Καρακάλλας (188-217 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας (198-217 μ.Χ.) ίδρυσε τα Λουτρά του Καρακάλλα, που βρίσκονται νοτιοανατολικά του κέντρου της Ρώμης, που άρχισαν να κατασκευάζονται την Ελληνιστική Περίοδο, ολοκληρώθηκαν και άνοιξαν το 217 μ.Χ. κατά τη διάρκεια της Βασιλείας του, ως ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα λουτρών στον κόσμο της εποχής. Τα λουτρά αυτά λειτουργούσαν για πάνω από 300 χρόνια.
Αν και είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες δεν είχαν την άμεση στρατιωτική ή διοικητική ισχύ της Ρώμης κατά την πρώιμη Ρωμαϊκή Περίοδο, η σχέση τους περιγράφεται συχνά με τη φράση του Οράτιου (65-8 π.Χ.): “Graecia capta ferum victorem cepit” («Η αιχμάλωτη Ελλάδα αιχμαλώτισε τον άγριο κατακτητή της»).
Αν και η Ρώμη κυριάρχησε στρατιωτικά και πολιτικά στη Μεσόγειο, η πολιτιστική υπεροχή της Ελλάδας ήταν τόσο συντριπτική που τελικά «κατέκτησε» τους ίδιους τούς κατακτητές της.
*O Ανδρέας Ν. Αγγελάκης είναι επίτιμο μέλος και διακεκριμένο Fellow του Παγκόσμιου Οργανισμού Υδατικών Πόρων
Βιβλιογραφία
Angelakis, A. N., Christodulakos Y., Tzanakakis, V. (2021). Roman Aqueducts in Crete, Greece: Learning from the past. Water 13: 1069. https://doi.org/10.3390/w13081069
Krasilnikoff J. and Angelakis, A. N. (2019). Water management and its judicial contexts in ancient Greece: a review from the earliest times to the Roman period. Water Policy 21(2): 245- https://doi.org/10.2166/wp.2019.176.
Mays, L., Antoniou, G., and Angelakis, A. N. (2013). History of Water Cisterns: Legacies and Lessons. Water, 5 (4): 1916-1940.