Α΄ ενότητα: Το φαινόμενο της παράκτιας υφαλμύρινσης στη Μεσόγειο

Το «μυστικό» πάντως για την αξιοποίηση των νερών του Αλμυρού Ηρακλείου είναι το ότι θα πρέπει να υπάρξει κυβερνητική πρόθεση σε επίπεδο… πρωθυπουργού! Ή μήπως δεν δικαιούται μια ανάλογη αντιμετώπιση ο νομός Ηρακλείου, ένας από τους πλέον παραγωγικούς νομούς της χώρας, καθώς και ένας από εκείνους με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο εθνικό Α.Ε.Π.!

Εισαγωγικό σημείωμα

Το παρακάτω κείμενο είναι έκφραση γνώμης μετά τη πολύχρονη ενασχόληση του γράφοντα, καταρχήν στο ΙΓΜΕ, και, στη συνέχεια, σε άλλα τμήματα της δημόσιας διοίκησης Κρήτης ως υδρογεωλόγου.

Οι ανακρίβειες και το παράδοξο

Έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον ένα εξάμηνο από τότε που άρχισε μια μεγάλη συζήτηση με δηλώσεις και δημοσιεύματα για την αξιοποίηση των νερών της πηγής του Αλμυρού Ηρακλείου.

Η υπόθεση της διαχείρισης των υπόγειων νερών, δηλαδή των πηγών και των γεωτρήσεων, είναι ένα θέμα απόλυτα τεχνικό, όπου τον κύριο λόγο καταρχήν τον έχει ο επιστημονικός κλάδος των γεωλόγων και, πιο συγκεκριμένα, των υδρογεωλόγων, όσον αφορά τις ποσότητες των νερών, τη διακύμανση της ποιότητάς τους, την περιοδικότητα της απόδοσής τους, όπως επίσης και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις στο ισοζύγιο των υπόγειων νερών της ευρύτερης περιοχής.

Σε δεύτερο χρόνο, εμπλέκονται και άλλοι επιστημονικοί κλάδοι, όπως των πολιτικών μηχανικών, των μηχανολόγων μηχανικών και των χημικών μηχανικών. Το παράδοξο, λοιπόν, στην υπόθεση του Αλμυρού είναι ότι, καμιά δήλωση ή δημοσίευμα, δεν προήρχετο από υδρογεωλόγο, αλλά ούτε καν από γεωλόγο. Οι ανακρίβειες, λοιπόν, που ειπώθηκαν, σχολιάστηκαν και γράφτηκαν, ήταν απερίγραπτες.

Οι παράκτιες υφάλμυρες πηγές

Η υφαλμύρινση των νερών της πηγής του Αλμυρού είναι ένα σύνηθες φαινόμενο που συναντιέται σε όλες τις περιοχές της παράκτιας Μεσογειακής Ευρώπης, από την Ισπανία έως και τη Μικρά Ασία, όπως και στα τέσσερα τουλάχιστον μεγάλα νησιά της:

την Κορσική, τη Σαρδηνία, τη Σικελία και την Κρήτη. Δεν συναντιέται στα μεσογειακά νησιά της Ισπανίας, στη Μάλτα και στην Κύπρο. Και τούτο, γιατί, για τη γένεση του φαινομένου, πρέπει να συνυπάρχουν τέσσερις τουλάχιστον προϋποθέσεις, όπου στα υπόλοιπα αυτά νησιά, όπως και στα δεκάδες άλλα μικρότερα, δεν συναντώνται. Οι εξής:

  1. Κατά πρώτον θα πρέπει να υπάρχουν υψηλές βροχοπτώσεις στις περιοχές.
  2. Κατά δεύτερον θα πρέπει να υπάρχουν σε σχετικά κοντινή απόσταση από τη θάλασσα πολύ υψηλά βουνά με υψόμετρο τουλάχιστον 2.000 μέτρα και άνω.
  • Κατά τρίτον, τα βουνά αυτά θα πρέπει να δομούνται από τα γεωλογικά πετρώματα των αλπικών ασβεστολίθων ή των νεότερων νεογενών ασβεστολίθων του ευρωπαϊκού χώρου, τα οποία κρίνονται ως ιδιαίτερα υδροπερατά.
  1. Και κατά τέταρτον, τα πετρώματα αυτά των ασβεστολίθων που συναντώνται στους ορεινούς όγκους θα πρέπει να συνεχίζονται είτε επιφανειακά είτε υπόγεια και να φτάνουν έως και τη θάλασσα.

Ο μηχανισμός υφαλμύρινσης των νερών αυτών είναι το ότι η θάλασσα εισχωρεί στα ασβεστολιθικά αυτά πετρώματα από ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο σύστημα αγωγών και υπόγειων σηράγγων και σπηλαιώσεων σε πολύ μεγάλο βάθος, αλλά και σε πολύ μεγάλη απόσταση προς την ενδοχώρα, όπου και συναντάει το γλυκό νερό που κατεισδύει από τους ορεινούς όγκους.

Το αποτέλεσμα της ανάμειξης αυτής του θαλασσινού με το γλυκό νερό είναι η γένεση των υφάλμυρων πηγών, όπως και στην περίπτωση του Αλμυρού Ηρακλείου. Σε περίπτωση, μάλιστα, όπου η εκβολή του νερού γίνεται υποθαλάσσια, σε κάποια απόσταση από την ακτή, τότε δημιουργείται το φαινόμενο της «εσταβέλλας».

Στις εσταβέλλες, την περίοδο του χειμώνα και της άνοιξης, το νερό υφάλμυρο αναβλύζει από ρωγμές στον πυθμένα της θάλασσας, ενώ την υπόλοιπη περίοδο του καλοκαιριού και μέρους τουλάχιστον του φθινοπώρου, στις ρωγμές αυτές εισχωρεί θαλασσινό νερό.

Σε όλα αυτά τα πράγματι περίεργα συστήματα ροής, τα οποία βεβαίως δημιουργούνται από τις φυσικές διεργασίες της διάβρωσης και των γεωτεκτονικών ρωγματώσεων και μετακινήσεων, ισχύουν οι δυναμικές καταστάσεις της υπόγειας υδραυλικής ροής όπως και τα φαινόμενα του «σιφωνισμού».

Η αδυναμία εντοπισμού της υπόγειας διαδρομής των νερών

Οι διεργασίες της φύσης είναι πράγματι πολύπλοκες και μερικές φορές είναι αδύνατον να προβλεφθούν, καθότι οι ανθρώπινες νοητικές δυνατότητες φτάνουν στο να μπορούν να διερευνούν υποθέσεις και φαινόμενα που αναφέρονται σε ιστορικούς ή και προϊστορικούς χρόνους που μπορεί να φτάνουν μέχρις και μερικές εκατοντάδες αιώνες.

Όμως, η γένεση των φαινομένων αυτών, των υπόγειων σπηλαιώσεων και σηράγγων αναφέρεται σε γεωλογικούς χρόνους, που είναι δεκάδες εκατομμύρια χρόνια ή ακόμη και πολλές χιλιάδες εκατομμύρια χρόνια.

Άρα, η οποιαδήποτε κανονικότητα και αναλογία χάνει το νόημά της, καθότι είναι αδύνατον να προβλεφθεί. Αναφέρουμε, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, αφενός, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την αδυναμία πρόβλεψης της υπόγειας διαδρομής αυτών των σηράγγων και, επομένως, να αποδεχτούμε ότι αυτό είναι απολύτως αδύνατον.

Οι ενδεδειγμένες λύσεις

Η σχετιζόμενη διεθνής επιστημονική κοινότητα των υδρογεωλόγων, αλλά και των υδραυλικών μηχανικών έως σήμερα, έχει καταλήξει ότι οι εφαρμοζόμενες τεχνικές που μπορούν να αποδώσουν για την αξιοποίηση των παράκτιων υφάλμυρων πηγών είναι δύο.

  1. Η πρώτη είναι η δημιουργία εργοστασίου αφαλάτωσης του υφάλμυρου νερού.
  2. Η δεύτερη, εάν αυτό είναι εφικτό λόγω της γεωμορφολογίας του εδάφους, είναι η δημιουργία ενός υποθαλάσσιου ή παράκτιου φράγματος, ώστε να επιτευχθεί μια ανύψωση της στάθμης του νερού και, επομένως, λόγω της διαφοράς του ειδικού βάρους γλυκού προς αλμυρού νερού, να υπάρξει ένας αδρός διαχωρισμός καθ’ ύψος του γλυκού νερού από το αλμυρό.

Η δεύτερη αυτή τεχνική λύση έχει εφαρμοστεί με αρκετή επιτυχία στις παράκτιες υφάλμυρες πηγές του Αγίου Γεωργίου στο Κιβέρι του Άργους. Το έργο αυτό κατασκευάστηκε αρχές της δεκαετίας του 1970 και είναι ένα από τα ελάχιστα παγκοσμίως έργα σύλληψης ελαφρώς υφάλμυρου νερού από παράκτιες καρστικές πηγές μέσα στην ίδια τη θάλασσα.

Το έργο συνίσταται σε ένα ημικυκλικό φράγμα με θυρίδες που ανοιγοκλείνουν, ώστε να εμποδίζεται η είσοδος θαλασσινού νερού. Το νερό το οποίο αντλείται είναι φυσικά υφάλμυρο, αλλά είναι κατάλληλο για άρδευση, με το οποίο αρδεύονται περίπου 50.000 στρέμματα στον αργολικό κάμπο.