Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Ο Ροΐδης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους λογοτέχνες της Ελλάδας του 19ου αιώνα. Καυστικός και οξυδερκής, είχε διατυπώσει το περίφημο «έκαστος τόπος έχει την πληγήν του. Η Αγγλία την ομίχλη, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Βλαχία τις ακρίδες, η δε Ελλάδα τους Έλληνες».

Επίσης, δεν παρέλειπε να τονίζει ότι «ένας νόμος απαιτείται για τη χώρα αυτή, την Ελλάδα δηλαδή, να επιτάσσει την εφαρμογή όλων των υπολοίπων νόμων». Γόνος εύπορης αριστοκρατικής οικογένειας, γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου στις 28 Ιουλίου του 1836. Η καταγωγή του βέβαια ήταν από τη Χίο.

Η γνώμη του Ροΐδη για τους συγχρόνους του Έλληνες, οι οποίοι δεν διέφεραν πολύ από τους σημερινούς, απ’ ότι φαίνεται δεν ήταν και τόσο καλή. Ο Ροΐδης είχε μελετήσει τα ελαττώματα της φυλής και εμβαθύνει στα μίση και στα πάθη της.

Είχε προχωρήσει σε βάθος για να δει καλά τον χαρακτήρα τους και έγραφε πολλά ενδιαφέροντα που αντικατοπτρίζουν περασμένες, αλλά και σύγχρονες δυστυχώς καταστάσεις αθεράπευτες.

Αυστηρός με τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς, δίνει μέσα από κάποιο σατιρικό του κείμενο οδηγίες σε πολλούς Αθηναίους που κατέχουν δημόσια αξιώματα και ακόμα συχνάζουν στις βασιλικές αίθουσες.

Λέει λοιπόν: «Κατά τον σοφόν Κομφούκιον τρία είναι τα γνωρίσματα λαού εξευγενισμένου: α) να κλείνει την πόρτα πάντα και μάλιστα σε ώρα χειμώνα β) το να μη ρωτάει γυναίκα ποτέ για την ηλικία της ούτε και κάποιο άπορο για το πώς προμηθεύεται τα αναγκαία και γ) το να αφαιρεί το καπέλο κάποιου, όταν πρόκειται αυτός να καθίσει σε δείπνο».

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης ισχυρίζεται ότι η πολιτική είναι στα ενδιαφέροντα του κάθε Έλληνα που προσπαθεί να βοηθήσει στη δημιουργία ενός πολιτισμένου τρόπου λειτουργίας και να δώσει συμβουλές.

Αυτές φυσικά αποβλέπουν στο πώς να συμπεριφέρονται οι άνθρωποι και πώς να μετέχουν στη διαχείριση των κοινών. Δεν παραλείπει λοιπόν να αναφέρει: «Ότι οι Άγγλοι έχουν δύο Βουλές, μία άνω και μία κάτω, αντίθετα μ’ εμάς τους Έλληνες που έχουμε μόνο μια… άνω-κάτω».

Προφανώς οι Άγγλοι έχουν δύο Βουλές, τη Βουλή των λόρδων και τη Βουλή των κοινοτήτων. Σ’ ένα φύλλο της σατιρικής εφημερίδας που έβγαινε εκείνη την εποχή, στον «Ασμοδαίο», ο Ροΐδης γράφει: «Εν Ελλάδι ο ορισμός συνταγματικού υπουργού έχει ως εξής: Άνθρωπος τρεφόμενος οικογενειακώς εκ των δημοσίων εις του οποίου όμως το πινάκιον έχει ο τυχών την άδειαν να πτύση ατιμωρητί».

Ο ίδιος δίνει και σε πολλές άλλες λέξεις τις δικές του εξηγήσεις, οι οποίες αντικατοπτρίζουν πρόσωπα και πράγματα της εποχής του όπως:

Αγέλαστος: Ο πεπαυμένος της θέσεως αυτού.

Αβέβαιος: Πας ανερχόμενος την υπουργικήν έδραν.

Αγαθός: Πολίτης δίδων γεύματα, εσπερίδας, συναναστροφάς και παραβλάπτων μόνον το θυλάκιόν του.

Άγαλμα: Νεάνις δεκαπενταέτις, πρώτη φορά ευρισκόμενη εν συναναστροφή.

Η γνώμη του Ροΐδη για τα κόμματα ήταν η εξής: «Σε πολλές χώρες και σε διαφορετικές κοινωνίες τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουν άνθρωποι που διαφωνούν μεταξύ τους και ο καθένας άλλα θέλει κι επιδιώκει. Στην Ελλάδα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μετά της οποίας όλοι θέλουν το ίδιο πράγμα, να τρέφονται με δαπάνη του δημοσίου».

Σχετικά με τον ορισμό της λέξης κόμμα, ο Ροΐδης ήταν με σατιρική, αλλά και καυστική διάθεση πολύ αυστηρός, χωρίς όμως να έχει και πολύ δίκιο. Έλεγε συγκεκριμένα: «Αν υπήρχε λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας, νομίζουμε ότι ο ορισμός της έννοιας κόμμα μπορούσε να είναι ο ακόλουθος:

«Ομάδα ανθρώπων ειδότων ν’ αναγιγνώσκωσι και ν’ ανορθογραφώσιν, εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν’ αναβιβάσωσιν αυτόν διά παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι, χωρίς να σκάπτωσι».

Επίσης, καυτηριάζει την υπερπληθώρα των αξιωματικών και προχωράει και στους άλλους κρατικούς τομείς, δίνοντας μια εικόνα του δυσκίνητου και πληθωρικού κρατικού μηχανισμού, που τόσα πολλά κοστίζει στον πάντα αναιμικό προϋπολογισμό μας. Πιο χαρακτηριστικά τονίζει ο ίδιος: «Εξ όλων των διπόδων, των κατοικούντων επί του πλανήτου μας, ο Έλλην στρατιώτης είναι το ολιγαρκέστερον και εν τούτοις το δαπανηρότερον.

Αρκείται μεν εις άρτον και ελαίας, αλλ’ ίνα διοικηθεί έχει, φαίνεται, ανάγκην στρατηγών, ταγματαρχών, λοχαγών, ανθυπασπιστών, λοχιών και δεκανέων, δεκαπλασίων των αλλαχού, η δε απαραίτητος αύτη ανάγκη, καταδικάζει ημάς να μην έχομεν στρατόν»!

Μαζί μ’ όλα αυτά και τόσα άλλα που δημοσιεύονταν, γελούσαν αφενός οι άνθρωποι εκείνα τα χρόνια και αφετέρου προβληματίζονταν πάνω σε πολλά πολιτικά, κοινωνικά, θρησκευτικά και άλλα ζητήματα. Η αθηναϊκή σάτιρα σ’ όλο της το μεγαλείο ξεχυνόταν μέσα από τα διάφορα έντυπα, τα οποία κυκλοφορούσαν εκείνα τα χρόνια.

Ένα πραγματικά μεγάλο σχολείο και η προβολή αυτών των αθηναϊκών σατιρικών κειμένων σίγουρα αντικατόπτριζαν κάθε εποχή, κάθε άνθρωπο και φυσικά κάθε κοινωνικό σύνολο.