Η 14η Ιουνίου 1942 αποτελεί μια από τις πλέον τραγικές και συμβολικές ημερομηνίες στην ιστορία της Κρήτης. Την ημέρα εκείνη, οι γερμανικές κατοχικές Αρχές εκτέλεσαν 50 επιφανείς πολίτες του Ηρακλείου, αφού είχε προηγηθεί η εκτέλεση των 12, σε μια από τις μεγαλύτερες μαζικές εκτελέσεις αμάχων που πραγματοποιήθηκαν στο νησί κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Η θυσία τους χαράκτηκε ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη των Κρητικών. Ωστόσο, εξίσου βαθύ αποτύπωμα άφησε και η μεταπολεμική αδυναμία απόδοσης Δικαιοσύνης, καθώς πολλοί από τους υπευθύνους δεν λογοδότησαν ποτέ για τις πράξεις τους.
Μετά τη Μάχη της Κρήτης, τον Μάιο του 1941, οι γερμανικές δυνάμεις Κατοχής αντιμετώπισαν τον κρητικό λαό με ιδιαίτερη σκληρότητα. Η αντίσταση που προέβαλαν οι λιγοστές στρατιωτικές δυνάμεις του νησιού αλλά και ο άμαχος πληθυσμός προκάλεσαν την οργή της γερμανικής στρατιωτικής ηγεσίας.
Τα φρικτά αντίποινα αποτέλεσαν τα βασικά εργαλεία επιβολής της κατοχικής εξουσίας. Από το Κοντομαρί και την Κάνδανο έως τη Βιάννο και τα Ανώγεια, η Κρήτη γνώρισε πρωτοφανείς καταστάσεις εκδίκησης και τρόμου.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, τον Ιούνιο του 1942, οι γερμανικές Αρχές προχώρησαν σε μαζικές συλλήψεις στο Ηράκλειο. Ανάμεσα στους συλληφθέντες βρίσκονταν έμποροι, δικηγόροι, εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι, δημόσιοι υπάλληλοι, επαγγελματίες και άλλοι διακεκριμένοι πολίτες της πόλης.
Οι κατηγορίες που τους αποδόθηκαν αφορούσαν δήθεν συνεργασία με συμμαχικά δίκτυα πληροφοριών ή συμμετοχή στην αντίσταση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, δεν υπήρχαν αποδείξεις ούτε είχε προηγηθεί οποιαδήποτε νόμιμη δικαστική διαδικασία.
Οι συλλήψεις είχαν σαφή στόχο την τρομοκράτηση της κοινωνίας του Ηρακλείου και την αποδυνάμωση κάθε αντιστασιακής δραστηριότητας. Οι κατακτητές γνώριζαν ότι πλήττοντας εξέχοντα μέλη της τοπικής κοινωνίας θα έστελναν ένα ισχυρό μήνυμα φόβου προς ολόκληρο τον πληθυσμό.
Η εκτέλεση των 62 πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις. Η πρώτη έγινε στις 3 Ιουνίου 1942, όπου οι κατακτητές συνέλαβαν επιφανείς πολίτες, διανοούμενους και επαγγελματίες του Ηρακλείου, χρησιμοποιώντας το δόγμα της ομαδικής ευθύνης, ως αντίποινα για τη δολοφονία γερμανόφιλων και την απόπειρα κατά του διοικητή Χωροφυλακής.
Ανάμεσα στους συλληφθέντες και εκτελεσθέντες ήταν και ο πρώην δήμαρχος Ηρακλείου, Μηνάς Γεωργιάδης. Οι ναζί εκτέλεσαν τους 12 ομήρους στην περιοχή Ξηροπόταμος του Γαζίου.
Κατά τη δεύτερη φάση, 14 Ιουνίου 1942 εκτελέστηκαν οι 50 όμηροι. Η σύλληψη των 50 έγινε μετά από ένα επιτυχημένο σαμποτάζ στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου, γνωστό ως «Επιχείρηση Albumen» που εξετέλεσε μια πενταμελής ομάδα ανδρών της SAS (Special Air Service) με οδηγό τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Κώστα Πετράκη. Στόχος ήταν η καταστροφή των γερμανικών βομβαρδιστικών αεροσκαφών.
Η επιχείρηση αποσκοπούσε στην αποδυνάμωση της γερμανικής αεροπορίας, ώστε να μη μπορεί να υποστηρίξει τις δυνάμεις του Άξονα (Άφρικα Κορπς) στο μέτωπο της Βόρειας Αφρικής.
Οι κατοχικές δυνάμεις προχώρησαν σε σαρωτικές συλλήψεις. Συνέλαβαν περισσότερους από 50 νέους ομήρους, τους οποίους φυλάκισαν στη Νέα Αλικαρνασσό και έπειτα τους οδήγησαν στον τόπο της θυσίας. Οι Γερμανοί, με την εκτέλεση των 50 Ηρακλειωτών, ολοκλήρωσαν το μακάβριο σύνολο των 62 Μαρτύρων.
Η ταφή των νεκρών έγινε κάτω από καταναγκαστικά μέτρα από τους ίδιους τους κατοίκους. Η φρικτή αυτή πράξη δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας δικαστικής απόφασης αλλά μέρος της ευρύτερης πολιτικής αντιποίνων που εφάρμοζε η Βέρμαχτ στην κατεχόμενη Ελλάδα. Σοβαρό ρόλο έπαιξε και ο ρόλος του εντόπιου δωσιλογισμού που μεταπολεμικά δεν τιμωρήθηκε όσο θα του άξιζε.
Η είδηση της εκτέλεσης προκάλεσε σοκ και βαθύ πένθος. Οι οικογένειες των θυμάτων έχασαν πατέρες, αδέλφια και συζύγους, ενώ η πόλη στερήθηκε ανθρώπους με σημαντική κοινωνική, οικονομική και πνευματική προσφορά.
Οι εκτελεσθέντες πέρασαν στη συλλογική μνήμη ως οι «62 Μάρτυρες του Ηρακλείου», σύμβολο της θυσίας του κρητικού λαού στον αγώνα κατά του ναζισμού.
Με τη λήξη του πολέμου, δημιουργήθηκε η προσδοκία ότι οι υπεύθυνοι (Γερμανοί και δωσίλογοι) θα οδηγούνταν ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Η Ελλάδα συγκέντρωσε στοιχεία για τα εγκλήματα Κατοχής και υπέβαλε αιτήματα δίωξης και έκδοσης πολλών Γερμανών αξιωματικών. Ωστόσο, οι διεθνείς εξελίξεις δεν ευνόησαν την πλήρη απονομή Δικαιοσύνης.
Πολλοί των δωσιλόγων ακολούθησαν την υποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων και διέφυγαν στην Αυστρία και Γερμανία, όπου βρήκαν προστασία, ενώ υπήρχαν και κάποιοι που πέρασαν από δίκες.
Η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου άλλαξε τις προτεραιότητες των δυτικών δυνάμεων. Η Δυτική Γερμανία θεωρήθηκε απαραίτητος σύμμαχος απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και η πολιτική της ταχείας ενσωμάτωσής της στο δυτικό στρατόπεδο υπερίσχυσε της επιδίωξης για εκτεταμένες διώξεις εγκληματιών πολέμου.
Πολλοί φάκελοι εγκλημάτων που αφορούσαν την Ελλάδα μπήκαν στο περιθώριο ή εγκαταλείφθηκαν.
Βεβαίως, ορισμένοι κορυφαίοι αξιωματικοί τιμωρήθηκαν.
Ο στρατηγός Bruno Bräuer, διοικητής των γερμανικών δυνάμεων στην Κρήτη, συνελήφθη, εκδόθηκε στην Ελλάδα, δικάστηκε και εκτελέστηκε το 1947. Το ίδιο συνέβη και με τον διαβόητο Friedrich-Wilhelm Müller, τον επονομαζόμενο «σφαγέα της Κρήτης», ο οποίος κρίθηκε ένοχος για πλήθος εγκλημάτων πολέμου και εκτελέστηκε την ίδια χρονιά.
Ο Kurt Student, που συνδέθηκε άμεσα με τα αντίποινα μετά τη μάχη, δικάστηκε μεταπολεμικά από βρετανικό στρατοδικείο, αλλά η δίωξή του περιορίστηκε σε ορισμένες πτυχές της συμπεριφοράς απέναντι σε αιχμαλώτους πολέμου και όχι στο πλήρες εύρος των εγκλημάτων κατά των Κρητών αμάχων.
Η ποινή του υπήρξε περιορισμένη σε σχέση με το ηθικό βάρος των πράξεων που βάρυναν το όνομά του. Ανάλογα ονόματα, όπως του Alexander Andrae και άλλων Γερμανών αξιωματικών που συνδέθηκαν με την κατοχική βία στην Κρήτη, έμειναν στη δημόσια μνήμη ως σύμβολα μιας Δικαιοσύνης ελλιπούς, αργής ή επιλεκτικής.
Ο Γερμανός στρατηγός Αλεξάντερ Αντρέ (Alexander Andrae) υπήρξε διοικητής του «Φρουρίου Κρήτη» κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής της Κρήτης από τις 9 Ιουνίου 1941 έως τις 30 Αυγούστου 1942. Η εκτέλεση των 62 Μαρτύρων στο Ηράκλειο έγινε υπό τις δικές του διαταγές.
Το 1946 δικάστηκε από ειδικό στρατοδικείο εγκλημάτων πολέμου στην Αθήνα και καταδικάστηκε σε πολλαπλές ισόβιες καθείρξεις. Τελικώς, αποφυλακίστηκε το 1952.
Απεβίωσε στη Γερμανία το 1979 αμετανόητος, ενταγμένος ενεργά μέχρι τα βαθιά γεράματα στο Γερμανικό Κόμμα του Ράιχ (Deutsche Reichspartei – DRP), ένα εθνικιστικό, νεοφασιστικό πολιτικό κόμμα της μεταπολεμικής περιόδου.
Η ατιμωρησία αυτή δεν αφορούσε μόνο την εκτέλεση των 62. Αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου φαινομένου που χαρακτήρισε τη μεταπολεμική Ευρώπη. Παρά τις δίκες της Νυρεμβέργης, μόνο ένα περιορισμένο ποσοστό των ανθρώπων που συμμετείχαν στον ναζιστικό μηχανισμό εξόντωσης και καταστολής οδηγήθηκε τελικώς στη Δικαιοσύνη.
Οι πολιτικές σκοπιμότητες της εποχής, οι δυσκολίες συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων και η απροθυμία πολλών κρατικών μηχανισμών να συνεχίσουν τις διώξεις συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός κλίματος ατιμωρησίας.
Για τις οικογένειες των θυμάτων και για την κρητική κοινωνία, η εξέλιξη αυτή υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη. Η ιστορική δικαίωση δεν συνοδεύτηκε από πλήρη δικαστική δικαίωση.
Οι νεκροί τιμήθηκαν, η θυσία τους αναγνωρίστηκε, όμως πολλοί από όσους έφεραν ευθύνη για το έγκλημα δεν τιμωρήθηκαν ποτέ. Σήμερα, 84 χρόνια μετά, η εκτέλεση των 62 παραμένει ζωντανό σημείο αναφοράς στη μνήμη του Ηρακλείου και της Κρήτης.
Οι ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης, τα μνημεία και οι ιστορικές μελέτες διατηρούν άσβεστη την ανάμνηση των θυμάτων και υπενθυμίζουν το βαρύ τίμημα που κατέβαλε ο κρητικός λαός στον αγώνα για την ελευθερία.
Η ιστορία των 62 δεν είναι μόνο η ιστορία ενός εγκλήματος πολέμου. Είναι ταυτόχρονα η ιστορία της μεταπολεμικής αδυναμίας απονομής πλήρους Δικαιοσύνης. Αποτελεί μια υπενθύμιση ότι η ιστορική μνήμη δεν αρκεί από μόνη της. Απαιτείται διαρκής προσπάθεια για την αποκάλυψη της αλήθειας, τη διατήρηση της μνήμης και την υπεράσπιση των αξιών που θυσιάστηκαν για να παραμείνουν ζωντανές.
Οι 62 του Ηρακλείου δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν της Κρήτης. Ανήκουν στη συλλογική ιστορική συνείδηση του Ελληνισμού και αποτελούν διαχρονικό σύμβολο αντίστασης απέναντι στην αυθαιρεσία, τη βία και τη λήθη.
Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι δρ Υπολογιστικής Γλωσσολογίας και ιστορικός