Σε μια εποχή όπου τεράστια ποσά ξοδεύονται για πολέμους και εξοπλισμούς, εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο συνεχίζουν να ζουν με τον φόβο της φτώχειας και της ανασφάλειας.
Την ίδια στιγμή, οι οικονομικές πολιτικές που εφαρμόζονται από τις Κυβερνήσεις και τους διεθνείς οργανισμούς τα τελευταία χρόνια προβάλλονται στα λόγια ως μονόδρομος για την ανάπτυξη και την πρόοδο, όμως στην πράξη συχνά μεταφέρουν το κόστος των προβλημάτων στους εργαζόμενους και στα λαϊκά στρώματα.
Η αγορά εργασίας, όπως όλοι βλέπουμε, γίνεται όλο και πιο αβέβαιη, θύμα ούσα της ελεύθερης αγοράς και της εκμετάλλευσης των αδυνάτων από τους δυνατούς. Η σταθερή εργασία και η μονιμότητα αντικαθίστανται αρκετά συχνά από προσωρινές και ελαστικές μορφές απασχόλησης· την ίδια ώρα, οι μισθοί πιέζονται και χάνουν την πραγματική τους αξία, ενώ η κοινωνική προστασία περιορίζεται.
Ο εργαζόμενος υποχρεώνεται να καλύψει όλο και περισσότερα έξοδα με μικρότερη ασφάλεια για το μέλλον. Ταυτόχρονα, το κόστος ζωής βαίνει διογκούμενο και οι παράμετροί του χτυπούν σαν τις πληγές του Φαραώ τη ζωή των πολιτών: η κατοικία, η εκπαίδευση, η ενέργεια, τα τρόφιμα και η υγεία, οι άμεσοι και οι έμμεσοι φόροι γίνονται δυσβάσταχτα βάρη για πολλά νοικοκυριά.
Η εικόνα, όμως, αυτή δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση. Μπορούμε να τη διακρίνουμε στην καθημερινή δημόσια ζωή. Ενδεικτικά, αναφέρουμε τον νέο που εργάζεται αλλά δεν μπορεί να φύγει από το πατρικό του σπίτι, τον συνταξιούχο που αναγκάζεται να περιορίσει ακόμη και βιοτικές ανάγκες, τον άνεργο που ψάχνει μήνες για μια δουλειά σε μια ανασφαλή αγορά εργασίας.
Φαίνεται, επίσης, και στον μικρομεσαίο επαγγελματία που βλέπει οι δαπάνες του να γιγαντώνονται, ενώ η επιχείρησή του ίσα-ίσα που καταφέρνει να επιβιώσει, αλλά και στον γαιοκτήμονα που δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγάλες παραγωγικές μονάδες.
Μέσα, λοιπόν, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό από τον καθένα μας, σε τέτοιες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, η λεγόμενη «κοινωνική πολιτική», δηλαδή ο φιλολαϊκός μανδύας που φορούν αναίσχυντα οι δούλες του καπιταλισμού φιλελεύθερες Κυβερνήσεις, συχνά περιορίζεται στη διαχείριση της φτώχειας και δεν προχωρά με δυναμικά βήματα προς την αντιμετώπιση των αιτιών που τη δημιουργούν.
Η λογική της στήριξης μόνο «εκείνων που έχουν πραγματικά ανάγκη», που εφαρμόζουν διάφορες Κυβερνήσεις, παραμερίζει το ερώτημα για ποιο λόγο όλο και περισσότεροι άνθρωποι διαφόρων ηλικιών και φύλων από τα λαϊκά στρώματα οδηγούνται στην ανάγκη αυτή.
Όταν μια πολιτική καπιταλιστικού προσανατολισμού δημιουργεί ανασφάλεια στην εργασία, μειώνει την κοινωνική προστασία και αυξάνει τις ανισότητες αντί να κοιτά πώς να βρει και θαρραλέα κι αψηφώντας τα όποια κόστη να ξεπαστρέψει τα γενεσιουργά αίτια αυτής της κοινωνικής δυσλειτουργίας, δεν αρκεί μια πρόσκαιρη, ενίοτε και ψηφοθηρική, βοήθεια για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα.
Οι οικονομικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών μάς δείχνουν ότι η ανάπτυξη των αριθμών δεν φέρνει μαζύ της και βελτίωση της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής των ανθρώπων. Σίγουρα θα έχετε ακούσει κατά καιρούς ότι η οικονομία ενδέχεται να παρουσιάζει κέρδη και μεγέθυνση, αλλά την ίδια στιγμή στην πραγματικότητα πολλοί εργαζόμενοι να δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις βασικές τους ανάγκες. Η συγκέντρωση του πλούτου και των υλικών και πνευματικών αγαθών σε λίγα χέρια και η διεύρυνση των κοινωνικών διαφορών προξενούν ένα μεγάλο και σημαντικό αδιέξοδο που δεν μπορεί να αγνοείται.
Το πραγματικό ζητούμενο, επομένως, των εκάστοτε κρατούντων δεν πρέπει να είναι μόνο η αύξηση των οικονομικών δεικτών, αλλά μια κοινωνία όπου η εργασία θα προσφέρει τα προς το ζην και αξιοπρέπεια, η κοινωνική ασφάλεια και προστασία θα είναι δικαίωμα και η ανάπτυξη θα αφορά όλους τους ανθρώπους.
Και τούτο, διότι όπως προσωπικά νομίζω μια κυβερνητική πολιτική που ευνοεί τα συμφέροντα των πολιτικοοικονομικά δυνατών και μια οικονομική πολιτική που δε νοιάζεται για την πρόοδο και την ευημερία όλων δεν μπορεί να θεωρούνται και δεν είναι πραγματικά επιτυχημένες.