Ο Οκτώβριος που διανύουμε είναι μήνας μεταβατικός, ανήκει κι από εδώ κι από εκεί, σαν ένα παιδάκι ατίθασο που άλλοτε κάθεται ήσυχα στη γωνιά του με τα μάτια χαμηλωμένα κι άλλοτε, εντελώς ξαφνικά, ξεσηκώνει με τη συμπεριφορά του τον κόσμο εκεί που όλα στον περίγυρο φάνταζαν ήρεμα.
Ανήκει λοιπόν και στο καλοκαίρι και στο φθινόπωρο, με το ένα πόδι ακόμη στη ζεστή άμμο των προηγούμενων ημερών και το άλλο ήδη πάνω στα πρώτα βρεγμένα φύλλα, και στέκεται εκεί, στη μέση του κατωφλιού, χωρίς να βιάζεται να περάσει από καμία μεριά, κάτι που βέβαια η λογοτεχνία και η λαϊκή παράδοση επιβεβαιώνουν απόλυτα, αφού γενικά τον λογίζονται ως τον κατ’ εξοχήν διαμεσολαβητικό μήνα, ένα μεταίχμιο, τουτέστιν, ανάμεσα στην εκμαυλιστική ανάμνηση του ζεστού καλοκαιριού και στην εξαγνιστική επέλαση του φθινοπώρου, ωσάν να στέκεται ο χρόνος ανάμεσα σε δύο καθρέφτες και να μη ξέρει ποιον να πρωτοκοιτάξει.
Κι έτσι οι ποιητές και οι πεζογράφοι τον αντιμετωπίζουν συχνά ως έναν ασταθή μήνα, έναν ανέντιμο εραστή ή μια άπιστη ερωμένη, που διατηρεί μεν τη γλυκιά ζεστασιά της προηγούμενης εποχής, το γνωστό μικρό καλοκαιράκι, εκείνο του Αγίου Δημητρίου που μας ξαναδίνει για λίγες μέρες τον ήλιο που νομίζαμε πως απωλέσαμε, ενώ ταυτόχρονα εισάγει, με τρόπο ύπουλο και τρυφερό συνάμα, τα πρώτα κρύα και τις βροχές του χειμώνα, και για αυτόν τον λόγο και η λαϊκή παράδοση όσο και οι ποιητές μας αγάπησαν τον Οκτώβρη ακριβώς για αυτή την αμφισημία του, επειδή δεν φιλοξενεί το απότομο σκοτάδι του Νοέμβρη, που πέφτει γύρω μας σαν βαριά κουρτίνα, ούτε την ξεγνοιασιά του Αυγούστου, που καίει και ξεχνά, αλλά συγκρατεί κάτι από τα δύο, σαν κρασί που δεν είναι πια μούστος και δεν πάλιωσε ακόμη, και δεν αποπλανά κανέναν, απλώς δεν έχει αποφασίσει, και η αναποφασιστικότητά του είναι τόσο καθαρή και χωρίς πανουργία που σου γλυκαίνει την καρδιά.
Κι αν ανατρέξουμε τώρα στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη, το φθινόπωρο και ιδιαίτερα ο Οκτώβριος λειτουργεί συχνά ως καθρέφτης όπου το καλοκαιρινό φως αρνείται να πεθάνει, μια μεταβατικότητα που αποτυπώνεται στην προσπάθεια να κρατηθεί η αίσθηση του γαλάζιου Αιγαίου μέσα στα πρώτα πρωτοβρόχια, σαν ένα κύμα που θυμάται την ακτή ακόμη κι όταν ο ουρανός αρχίζει να σκουραίνει και η θάλασσα, πίσω από τα σύννεφα, εξακολουθεί να είναι γαλάζια.
Ωστόσο, σε πολλούς άλλους δημιουργούς, ο μήνας αυτός συμβολίζει τη φθορά και τη μετάβαση, που μας εισαγάγει σε μια εσωτερική, χειμερινή διάθεση, χωρίς όμως να έχει χάσει ακόμη τη λάμψη της λιακάδας, όπως ένα σπίτι στην ορεινή Πίνδο που ανάβει το πρώτο τζάκι, ενώ τα παράθυρα μένουν ανοιχτά για να μπαίνει το τελευταίο φως, και βέβαια δεν θα μπορούσαμε να λησμονήσουμε ότι σε ικανό μέρος της πεζογραφίας αυτή η μεταβατική φύση του μήνα μεταφράζεται σε συναισθηματική μετάβαση για τους χαρακτήρες των έργων ή ακόμη και για τους ίδιους τους συγγραφείς, όπως ο Γιώργος Ιωάννου, ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης, που, σύμφωνα με όσα γράφει, ο Οκτώβριος είναι ο μήνας που τοποθετεί τα ορόσημα στη ζωή του, αφού τον Οκτώβριο συνήθως τον συναντά ο έρωτας και τον ίδιο μήνα τον εγκαταλείπει, ένα απόσπασμα που αποτυπώνει με λυρισμό και μελαγχολία τη μοιραία σχέση του με τον συγκεκριμένο μήνα, ο οποίος σημάδευε τη ζωή του με έρωτες και αποχωρισμούς, λειτουργώντας έτσι ως εσωτερικός σταθμός συναισθηματικών προσδοκιών και ματαιώσεων, ένας σταθμός όπου κάθε χρόνο περιμένεις ένα τραίνο που φέρνει κάποιον από τα Παλαιοφάρσαλα κι ένα άλλο που τον παίρνει μακριά.
Και με δεδομένο ότι ο μήνας αυτός φιλοξενεί τις πιο έντονες συναισθηματικές μεταβολές, αυτό πηγάζει ακριβώς από το γεγονός ότι ο ίδιος, ως φύση, ακουμπά, όπως συνηθίζεται να λέγεται, σε δύο βάρκες, για μερικούς δείγμα ασταθούς ή αναποφάσιστης συμπεριφοράς, αλλά με τη χρωματική παλέτα του τοπίου να γεμίζει με τις αποχρώσεις του μελιού, του καφέ της κανέλας και του χαλκού, με το φως να πέφτει λοξά πάνω στους τοίχους και με τα φύλλα να ανάβουν ένα-ένα σαν μικρά φανάρια πριν σβήσουν, οπότε και οι πνευματικοί δημιουργοί τον προσέγγισαν συχνά με μια ιδιαίτερη τρυφερή μελαγχολία, βλέποντάς τον ως αποτελεσματική γέφυρα ανάμεσα στην ανεμελιά του καλοκαιριού και στην απομόνωση του χειμώνα, ως μήνα των πρώτων βροχών, των χρυσαφένιων φύλλων και παράλληλα της εσωτερικής αναζήτησης, ένα πέρασμα όπου ο άνθρωπος σταματά μια στιγμή, κοιτάζει πίσω και μπρος και αναρωτιέται ποιος είναι εκείνος που περπατά ανάμεσα σε δύο εποχές.
Κι ίσως αυτή ακριβώς η αμφισημία του, όπως και εκείνη των ανθρώπων, εμπεριέχει τις έννοιες της ευελιξίας, της ελευθερίας, της αυτονομίας, μακριά από κάθε ταμπέλα κατάταξης, αποκλειστικότητας και κατηγοριοποίησης, με όσα θετικά και αρνητικά μεταφέρουν όλα αυτά, γιατί, όπως ο Οκτώβρης δεν χωρά σε μία εποχή, έτσι κι εμείς τείνουμε να μη χωράμε σε ένα μόνο όνομα, σε μία μόνο στιγμή, σε μία μόνο απόφαση, ένθεν κακείθεν!
Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας