Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Η θετή μου γιαγιά, η Κατερίνη, με μεγάλωσε με πολλή αγάπη κα τρυφερότητα. Είχε σκοτωθεί ο άντρας της στη Δοϊράνη και ως θύμα πολέμου έπαιρνε σύνταξη. Έτσι σε μια κοινωνία όπου λειτουργούσε η ανταλλακτική οικονομία, εκείνη είχε πάντα χρήματα και δεν μου έλειψε ποτέ το χαρτζιλίκι.

Είχε μια απλή μαύρη τσάντα στο συρτάρι ενός επίπλου στην κρεβατοκάμερά της. Η τσάντα αυτή ήταν για μένα ένα μαγικό αντικείμενο. Δεν τόλμησα ποτέ να την ανοίξω, παρά τη μεγάλη μου περιέργεια.

Την άνοιξα μόνο, όταν εκείνη έφυγε από τη ζωή και με συγκίνηση είδα όσα έκρυβε. Ένα τετράδιο χειρόγραφο με συνταγές γλυκών που της είχε δώσει η σύζυγος του αδελφού της του στρατηγού, ένα συναξάρι του Αγίου Κυπριανού, την ταυτότητά της και την άδεια να ταξιδέψει για Αθήνα το 1949 και να μεταφέρει τα οστά της μοναχοκόρης της που είχε ταφεί εκεί. Την κρατώ πάντα ως ιερό κειμήλιο και μου ξυπνά αγαπημένες παιδικές αναμνήσεις.

Ίσως η λατρεία μου και η περιέργειά μου για τις γυναικείες τσάντες οφείλεται στις μνήμες αυτές. Χωρίς να το θέλω αισθάνομαι τη μεγάλη επιθυμία, όταν βρεθώ με μια φίλη να ανοίξω την τσάντα της, να ξεσκαλίσω και να βρω τα κρυμμένα μυστικά της.

Συνήθως υπάρχει ένα μικρό καθρεφτάκι, μια χτένα, ένα κραγιόν, ένα άρωμα και άλλα μικροαντικείμενα. Αν μου δοθεί ευκαιρία, χωρίς να το θέλω, κλέβω κάτι. Εκείνες γνωρίζοντας την αδυναμία μου υποκρίνονται ότι αδιαφορούν και με αφήνουν να ψάχνω και να ικανοποιώ την αδυναμία μου.

Δεν ξέρω πώς βρέθηκα σε μια παραλία και όλα άλλαξαν ξαφνικά, όταν φάνηκε εκείνη με την αέρινη παρουσία της, το λευκό φόρεμα που κυμάτιζε στο αεράκι και άφηνε τη φαντασία να καλπάζει με τις αποκαλύψεις του.

Εκείνο όμως που ερέθισε περισσότερο τη διάθεσή μου ήταν μια γαλάζια κομψή τσάντα που δεν ταίριαζε για παραλία, όπου συνήθως παίρνουν οι γυναίκες τσάντες φτηνές, υφασμάτινες και βάζουν μέσα πετσέτες και κρέμες προστατευτικές.

Την άφησε, άλλαξε και μπήκε στη θάλασσα για να αρχίσει το μαρτύριό μου. Ήταν ίσως από δέρμα κροκοδείλου, πανάκριβη με ζωηρό χρώμα, πιο φωτεινό από της θάλασσας το βάθος.

Λαχταρούσα να την ανοίξω, να χαϊδέψω το περιεχόμενό της, αλλά τρόμαζα στην ιδέα ότι εκείνη ίσως φανεί ξαφνικά και ξεσηκώσει τον κόσμο θεωρώντας με ως κλέφτη.

Με νίκησε η περιέργεια. Με τρόπο πήρα την τσάντα, την άνοιξα, βρήκα ένα μπλοκάκι με ποιήματα, ένα μικρό πορτοφολάκι, ένα καθρεφτάκι και ένα μικρό φιαλίδιο με άρωμα. Δεν ήξερα αν τα ποιήματα ήταν δικά της ή τα είχε αντιγράψει, επειδή της άρεσαν, αλλά μίλησαν στην ψυχή μου.

Έκλεψα όμως το φιαλίδιο με το άρωμά της. Βγήκε από τη θάλασσα, φόρεσε το αέρινό της φόρεμα, άναψε ένα τσιγάρο και κάπνιζε βλέποντας τη θάλασσα. Η αγωνία μου ήταν μεγάλη, αλλά ευτυχώς δεν αναζήτησε το άρωμά της.

Εγώ έριχνα το βλέμμα μου πότε στα μαύρα της μαλλιά που κυμάτιζαν στον άνεμο, πότε στην τσάντα. Το βλέμμα της, στραμμένο προς τη θάλασσα, είχε μια θλίψη σαν να αναπολούσε περασμένες ώρες και πάθη.

Ξύπνησα με αγωνία και συνειδητοποίησα ότι έβλεπα ένα όνειρο, μόνο που τρόμαξα, όταν στο κομοδίνο μου είδα το φιαλίδιο με το άρωμά της και μια ποιητική συλλογή, που μου είχε σταλεί. Σας μεταφέρω το ποίημα που διάβαζα πριν κοιμηθώ.

ΕΣΥ Η ΟΡΑΣΗ ΜΟΥ

Καθώς βάδιζα ώρα πολλή

σε ένα συνηθισμένο περίπατο,

ανασηκώνοντας τα μάτια μου, είδα ολόγυρα βουνά, δέντρα, ουρανό

και τα σπαρτά του κάμπου να ξεπροβάλλουν

δειλά στο καταχείμωνο.

Έκπληκτη αναρωτήθηκα

Μα πού ήταν πρωτύτερα όλη αυτή η φύση;

Μήπως χάνεται η όρασή μου;

Ωστόσο, αδύνατο μονολόγησα, αφού εσένα βλέπω παντού.

Εσύ μονοπωλείς την όρασή μου.

Ακόμη και τούτη την ώρα

που εξέρχεται από εντός μου

η μορφή σου συρτά

ξεχύνεται και απλώνεται στο έδαφος

κάτω από το κάθε μου βήμα

που γίνεται ανάλαφρο, ευλαβικό…

μην σε πονέσω.

 Έχουν πολλοί προσπαθήσει να ερμηνεύσουν τα όνειρα και να ερευνήσουν την ανθρώπινη ψυχή. Εκείνη όμως είναι απέραντη και κανείς δεν θα μπορέσει να την εξαντλήσει.

Όπως κανείς δεν θα μπορέσει να απαντήσει αν ζούμε πραγματικά ή αν ονειρευόμαστε. Προσωπικά κατανοώ την περιέργειά μου για τις γυναικείες τσάντες, γιατί η τσάντα της γιαγιάς μένει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου.

Ίσως και το άρωμα αυτό, που όταν ξύπνησα βρέθηκε στο κομοδίνο μου, να είχε καιρό ξεχαστεί εκεί και αυθαίρετα συνδέθηκε με την ονειρική φαντασίωση. Μακάρι να μου χαριστούν και άλλα παρόμοια όνειρα κι ας σβήσουν την αυγή.

Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος