Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

  • Η έμμετρη απόκριση μιας νεαρής Κρητικιάς στον αγαπημένο της, που πολεμά στο μέτωπο
  • Μια μυθοπλαστική συνέχεια του ποιήματος «Πρόβερνε φως μου…»

Το ποίημα «Πρόβερνε φως μου…», που δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 2023 στον κρητικό Τύπο, αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, βασισμένης όμως σε μια αυθεντική φωτογραφία κατοίκων των Κουρουτών Αμαρίου, των αρχών του 20ού αιώνα (εκτιμώ, μεταξύ 1912 και 1920), την οποία είχε χαρίσει ο προπάππους μου, ο Κατσουγκρογιάννης, στην κόρη του την Καλλιόπη, κι εκείνη σε εμένα το 1986.

Στη φωτογραφία αυτή, ένας νεαρός στρατιώτης (ο Κωστής Μ. Καπελώνης -γεν. 1893) κρατά μια πινακίδα με τη μαντινάδα «Πρόβερνε φως μου να θωρείς όξω το παραθύρι, αν είμαι και στο πόλεμο να μου βαστάς χατήρι». Αν στο ποίημα «Πρόβερνε φως μου…» ακούγεται η φωνή του νεαρού Κρητικού που, λίγο πριν αναχωρήσει εθελοντικά για το μέτωπο, αφήνει μέσω της φωτογραφίας το μήνυμά του στην αγαπημένη του, εδώ γίνεται προσπάθεια να ακουστεί και η δική της φωνή.

Στους πολέμους των αρχών του 20ού αιώνα, οι γυναίκες της Κρήτης δεν κρατούσαν όπλα στα πεδία των μαχών. Στήριζαν, όμως, τις οικογένειές τους, φρόντιζαν τα σπίτια και τις καλλιέργειές τους και, με την προσευχή, τα γράμματα που έστελναν -όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν- και την υπομονετική αναμονή τους, στήριζαν το φρόνημα των αντρών της οικογένειάς τους που πολεμούσαν μακριά από τον τόπο τους.

Οι στρατιώτες, παράλληλα με το χρέος προς την πατρίδα, έπαιρναν δύναμη και στη σκέψη πως κάποιος περίμενε την επιστροφή τους.

Το ποίημα, λοιπόν, που ακολουθεί, αποτελεί την απάντηση της νεαρής Κρητικιάς στην προτροπή του αγαπημένου της να μην τον ξεχάσει («να του βαστά χατίρι»), όσο αυτός θα πολεμά στα πεδία των μαχών. Είναι η καταγραφή μιας εσωτερικής μάχης που διεξαγόταν παράλληλα με τον πόλεμο: της μάχης για την καρτερική αναμονή και τη διατήρηση του βαθιού συναισθηματικού δεσμού που τους ενώνει, παρά τις αντίξοες συνθήκες του πολέμου.

Το ποίημα αποτελείται από επτά στροφές που φέρουν τους ακόλουθους τίτλους:

  1. Ο πόλεμος, 2. Ο μισεμός, 3. Η προσμονή, 4. Η καρτερία, 5. Η αφοσίωση, 6. Το χρέος, 7. Ο όρκος. Οι τίτλοι αναφέρονται εδώ και δεν έχουν ενσωματωθεί στο ποίημα, ώστε να μην παρεμποδίζεται η ροή της ανάγνωσης. Η αφήγηση ξεκινά λίγες μέρες αφότου η φωτογραφία έχει φτάσει στα χέρια της κοπελιάς, η οποία αποκρίνεται νοερά στον αγαπημένο της:

Οι πόλεμοι ’ναι των αντρώ, τω γυναικώ οι θρήνοι,

Θε μου και πάρε μονομιάς του κόσμου την οδύνη.

 

Εμίσεψες κι αλαργινά αποχαιρέτησά σε·

εις τη φωτογραφία σου, και ’ποκαμάρωσά σε.

Σ’ είδα ντυμένο στο χακί, διάβασα το γραφτό σου,

στη Παναγία προσευχή έκαμα για δικό σου.

Στην εκκλησά εκατέβηκα κι άναψα ’να γ-κεράκι,

στη μ-πουλιτσά που μου ’δειξες είδα χελιδονάκι.

Τη μ-πεθυμιά σου έμαθα- να σου βαστώ χατίρι,

φοβούμαι μην η αγάπη σου στο δέτη μασε σύρει·

που ’ναι περίσσα δυνατή μα απερίσκεφτη ’ναι,

του κόσμου η γι-αθιβολή συχνιά κι αυτή πολλή ’ναι.

Επάντηξέ μου ο κύρη σου οψές πρωί Δευτέρας,

πλια ύστερα κι η μάνα σου· στο σταύρωμα τση μέρας.

Υγιαίνου κι ευκές κάνουσι για επί γης ειρήνη,

για να γιαγείρεις γλήγορα να βρούνε τη γαλήνη.

 

Έφυγες πρίχου να σε ιδώ μα μέσα μου βαστώ σε,

και με τα μάθια τση ψυχής θωρώ ξαναθωρώ σε.

Εκειονά το χαμόγελο που μοιάζει με τ’ αστέρι,

αστροφεγγάτο λάμπει μου στση μνήμης το λημέρι.

Σε παραθύρι ανοιχτό το γιορντάνι μου τ’ αφήνω,

και τη φωτογραφία σου, το μ-πόνο μου να σβήνω.

Κάθα που φαίνω και περνώ σαΐτα στο στημόνι,

στρίβγω ζερβά τη γ-κεφαλή, θωρώ πέρ’ απ’ τ’ αλώνι.

Κι όποιον κι α ιδώ να φαίνεται εις τη στροφή από πέρα,

πάλι θαρρώ πως είσαι ’σύ, πως έφταξεν’ η μέρα.

Αφήνω το τελάρο μου κι ο νους αναθιβάλλει,

να’ σαι κειοσάς που στο Σταυρό με τ’ άλογο προβάλλει.

 

Είν’ ώρες που η προσμονή λώπως θα με ρημάξει,

κι άλλες που ντύνω υπομονή με πέπλο από μετάξι.

Οψάργας σ’ είδα στ’ όνειρο που γύριζες στσι ρούγες,

γιατί ’χεις πόδια του λαγού και τ’ αετού φτερούγες.

Ξύπνησα κι η γ-εικόνα σου στη θύμηση ’πομένει,

και η θωριά σου τη γ-καρδιά σα φλόγα τη ζεσταίνει.

Το νιώθω, έχεις μου έρωντα-φωθιά απού δε σβήνει,

μα κι η δική μου η καρδιά καίει σα ντο καμίνι.

Όσο η φύση ξαγρυπνά κι ο ήλιος ξεπροβάλλει,

με την ελπίδα σου θα ζω στσ’ αναμονής τη ζάλη.

 

Κι αν είν’ η στράτα σκοτεινή και ο καημός μεγάλος,

ο δρόμος μας είναι κοινός και δεν υπάρχει άλλος.

Δε φεύγεις ’πού το λογισμό, στη λήθη δε σ’ αφήνω,

δύναμη με τη σκέψη σου στον απατό μου δίνω.

Θα ’μαι η ρίζα που κρατεί δεντρί που μεγαλώνει,

τσ’ αγάπη μας καρπούς γλυκούς τρέφει και δυναμώνει.

 

Παραλοϊσμός, ξεριζωμός, σφαγές και εκατόμβες,

φρίκη και βαρβαρότητα, θρήνος, πένθος και βόμβες.

Πόσοι νεκροί και μισεροί, και στη μ-ψυχή σημάδια,

πολλά βαθιά κι αγιάτρευτα, σε μέρες και σε βράδια!

Είν’ μ-πόλεμος! Μα χρέο(ς) μας, ομάδι με τσι τάφους,

να μη χαθεί μουδέ σπιθαμή του πάτριου εδάφους.

Αναμεσίς στο γ-κουρνιαχτό, το αίμα και το μ-πόνο,

θα ’χεις ογιά σκουτάρι σου τον ίσκιο τω μ-προγόνω.

Κι α σου σιμώσει ο θάνατος με δίχθυα απλωμένα,

το νήμα θα ’ν’ η γι-αγάπη μου να σ’ οδηγεί σε μένα.

 

Μαντάτο πίστης πέμπω σου, ψυχή μου, απού την Κρήτη,

στη σοφεγγάδα θα το ιδείς γή στον αποσπερίτη:

Προβαίρνω, φως μου, και θωρώ όξω το παραθύρι,

τάσσω σου κι όρκο δίδω σου να σου βαστώ χατίρι.

Σημ.: Η γυναικεία μορφή της εικόνας είναι προϊόν Τεχνητής Νοημοσύνης, καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη αυθεντική φωτογραφία. Δεν αντιστοιχεί σε υπαρκτό πρόσωπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική. Η φωτογραφία με το τοπίο, στην οποία απεικονίζεται μέρος ενός αλωνιού, το οποίο ανήκε στον Γερώνυμο Κ. Βοσκάκη, είναι τραβηγμένη στ’ Απανωχώρι Κουρουτών και περιλαμβάνει την τοποθεσία Σταυρός που αναφέρεται στο ποίημα, στο βάθος, απέναντι από το δεξί άκρο του αλωνιού. Από την τοποθεσία αυτή διέρχεται ο επαρχιακός δρόμος που συνδέει τις Κουρούτες με τη Νίθαυρη.

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

α=αν

(η) αθιβολή= η συζήτηση, θύμηση

αλλαργινά=από μακριά

αναθιβάλλω=συζητώ, θυμάμαι

(ο) απατός=ο εαυτός

απομένω (’πομένω)=παραμένω

απού (’πού)=από

(ο) αστροφεγγάτος= ο ακτινοβολών αγνή φωτεινότητα και εσωτερική ηρεμία

βαστώ χατίρι=κρατώ χάρη. Εδώ: τηρώ υπόσχεση, δεν ξεχνώ αγαπημένο πρόσωπο.

γή=ή

γιαγέρνω=επιστρέφω

γλήγορα=γρήγορα

γυρίζω=γυρνάω, περιδιαβαίνω

(ο) δέτης=ο γκρεμός

(τα) δίχθυα=τα δίκτυα

εκεινά=εκείνο

(η) ευκή=η ευχή

ζερβά=αριστερά

θαρρώ=νομίζω

θωρώ=βλέπω

κάθα=κάθε φορά, κάθε

κάνουσι=κάνουν

κειοσάς=εκείνος

(ο) κύρης=ο πατέρας

λώπως=λέω πως

(το) μαντάτο=το μήνυμα (και η είδηση)

μασε=μας

(ο) μισερός=ο τραυματίας

μισεύγω= φεύγω (εμίσεψα=έφυγα)

(ο) μίτος=το νήμα, η κλωστή

μουδέ (μούδε)=ούτε

ογιά=για

ομάδι=μαζί

οψάργας (οψές)=χθες

παντήχνω=συναντώ

(ο) παραλοϊσμός=ο παραλογισμός

πέμπω=στέλνω

περίσσα=υπερβολικά, παραπανίσια

πλια=πιο

πολλά=πολύ

(η) πουλιτσά=η φωλιά των πουλιών

πρίχου=πριν

προβαίρνω=προβάλλω, εμφανίζομαι

(η) ρούγα=το σοκάκι, η γειτονιά

(η) σαΐτα=το ξύλινο εξάρτημα με μορφή βάρκας, για ύφανση σε αργαλειό

(το) σκουτάρι=η ασπίδα

(η) σοφεγγάδα=η φεγγαράδα

(το) σταύρωμα τση μέρας=το μεσημέρι

(το) στημόνι=τα παράλληλα τοποθετημένα νήματα του αργαλειού ανάμεσα στα οποία πλέκεται το υφάδι

στρίβγω=στρίβω

στσι=στις

συχνιά=συχνά

τάσσω=υπόσχομαι

(το) τελάρο=ο αργαλειός

τση=της

τσι=τις

υγιαίνου=είναι υγιείς

φαίνω=υφαίνω

Ο Μιχάλης Γ. Βοσκάκης είναι ιστορικός ερευνητής-λογοτέχνης (προσωπικός ιστότοπος: https://michalisgvoskakis.wordpress.com)