Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος είναι ένας καταξιωμένος συγγραφέας που χαίρομαι να διαβάζω, γιατί διαθέτει μια μεγάλη λογοτεχνική αρετή και η γραφή του συνεχώς εμπλουτίζεται και εξελίσσεται.
Οι θεματικοί πυρήνες των έργων του αλλάζουν και συγκροτούν μια φιλοσοφία ζωής, ενώ οι κεντρικοί του ήρωες παραμένουν πρόσωπα της καθημερινότητας.
Το χάρισμά του είναι η αφηγηματική άνεση που διέθεταν σπάνιοι άνθρωποι, οι οποίοι με γνώση και τρόπο, μέσα από συνεχείς εκπλήξεις, κρατούσαν ζωντανό το ενδιαφέρον των ακροατών.
Από τις εκδόσεις «Κέδρος» κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Εφιάλτες με γυναίκες», όπου εντάσσονται τρεις νουβέλες, που έχουν δημοσιευτεί σε διαφορετικούς χρόνους: «Ο εργένης», «Η απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας» και «ο μαύρος γάμος».
Και οι τρεις είναι γραμμένες με κέφι και έχουν ορισμένες ομοιότητες, αλλά και πολλές διαφορές. Στην πρώτη, κεντρικό πρόσωπο είναι ένας άνδρας που τον εγκαταλείπει η γυναίκα του και αλλάζει εντός του ο ρυθμός του κόσμου. Και οι δυο είναι τραπεζικοί υπάλληλοι και ενώνουν την ζωή τους.
Κάποια χρόνια περνούν καλά, καθένας με τα ενδιαφέροντά του, αλλά η φθορά της σχέσης τους μετατρέπει τον γάμο σε μια συμβατική σχέση, ώσπου εκείνος διαπιστώνει ότι η γυναίκα του τον εγκατέλειψε.
Εδώ το ύφος της αφήγησης ανατρέπεται και παρακολουθούμε έναν εφιάλτη με κάποια αστυνομική πλοκή. Κάποιος επαγγελματίας προαγωγός την έχει παρασύρει και έχει γίνει πόρνη πολυτελείας.
Εκείνος βιώνει τραγικά τον χωρισμό, προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή του, αποτυγχάνει, το ρίχνει στο πιοτό και χάνει το νόημα της ζωής. Έχουμε κάποιες τολμηρές σκηνές με λέξεις και εκφράσεις που, αν τις πούμε, θα μας βάλουν «πιπέρι στο στόμα». Φυσικά, είναι μια καθημερινή ιστορία.
Η ομορφιά της είναι ο τρόπος που επεξεργάζεται τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του τραγικού ήρωα, που αδυνατεί να αποδεχτεί τον ρόλο του εργένη. Η συνάντηση με έναν φίλο από τα παλιά τονίζει ακριβώς την αδυναμία του ήρωά μας, που έχει άσχημη κατάληξη.
Η δεύτερη νουβέλα είναι εμπνευσμένη από την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη, ένα έργο που αποτελεί σταθμό στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων. Ο Ροΐδης, με τη λεπτή του ειρωνεία και την εμπνευσμένη γλώσσα του, αποκαθήλωσε κάποια ιερά σύμβολα και, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε την οργή της Εκκλησίας.
Ο Ραπτόπουλος παραμένει πιστός στα βασικά σημεία του μύθου, αλλά ζωντανεύει με τον δικό του τρόπο κάποιες λεπτομέρειες και δημιουργεί ένα άρτιο έργο. Το ίδιο άλλωστε έχει κάνει και με τον Νίκο Καζαντζάκη με επιτυχία, αλλά και με τον Στάινμπεκ. Η Ιωάννα μεταμορφώνεται σε άνδρα και, με διαδοχικούς εραστές σε μοναστήρια, κατακτά τον σκοπό της. Ανεβαίνει στον παπικό θρόνο.
Όταν μένει έγκυος, αρνείται να απομονωθεί και να κρυφτεί μέχρι τον τοκετό και χάνει και την εξουσία και τη ζωή της. Φυσικά, δεν συγκρίνω το ύφος του Ροΐδη με τον Ραπτόπουλο, αλλά φαίνεται πόσο γόνιμα μπορεί ένα λογοτεχνικό έργο να εμπνεύσει έναν άξιο συγγραφέα, για να στήσει τον δικό του μύθο με επάρκεια σε μια σύγχρονη γλώσσα που τέρπει και συγκινεί.
Η τρίτη νουβέλα ως θέμα της έχει πάλι έναν αποτυχημένο γάμο. Εκείνη, φοιτήτρια φιλολογίας, ερωτεύεται έναν όχι ιδιαίτερα χαρισματικό τραγουδοποιό που, χωρίς δισταγμό, την απατά και δημιουργεί διάφορες σχέσεις και, τελικά, την εγκαταλείπει.
Στην απελπισία της, εκείνη αρνείται να του δώσει διαζύγιο, συλλαμβάνει και εφαρμόζει ένα σχέδιο εκδίκησης που μας παραπέμπει στη «Μήδεια» του Ευριπίδη, που δολοφονεί τα παιδιά της, για να τιμωρήσει εκείνον που την εγκατέλειψε.
Με εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο περιγράφεται το ραντεβού, όπου θα συνευρεθούν για να μείνει έγκυος και, στη συνέχεια, να εκδικηθεί. Του ζητά να συναντηθούν δήθεν για να συζητήσουν το διαζύγιο.
Οι σελίδες αυτές είναι από τις πιο δυνατές της λογοτεχνίας μας. Εναλλάσσεται ο πόθος και το μίσος, καθώς καθένας αναλογίζεται την περασμένη ζωή. Εκείνη αγωνίζεται να επιτύχει τον σκοπό της και να συνευρεθεί μαζί του. Είναι τολμηρή, προκλητική και αδίστακτη. Το μίσος και η ερωτική επιθυμία εναλλάσσονται, αλλά ιδιαίτερα διαγράφεται η δύναμη της ζήλειας που δεν έχει όρια.
Αν δεχτούμε ότι η ποιότητα ενός λογοτεχνικού έργου δεν είναι ο μύθος, αλλά κυρίως ο τρόπος που τον επεξεργάζεται ο συγγραφέας, θα διαπιστώσουμε στις τρεις αυτές νουβέλες του Δημήτρη Ραπτόπουλου την κατακτημένη τεχνική της γραφής.
Ξέρει να πλάθει και να οργανώνει το κείμενό του, να κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη του και, τελικά, δικαιώνει τη λογοτεχνία που περισσότερο από κάθε άλλο τρόπο εμπλουτίζει τη ζωή μας και μας επιτρέπει να διεισδύσουμε στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής.
Ο συγγραφέας μας, πραγματικά, επιβεβαιώνει την άποψη ότι και στη χώρα μας η πεζογραφία έχει βρει τον δρόμο της και η γλώσσα μας την ωριμότητα και την εκφραστική της δύναμη.
Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος