Η παραβίαση του άβατου ταμπού που κυριαρχεί στην πολιτικο-κοινωνική σκηνή της Τουρκίας, για την ιστορική παρουσία του αρχαιοελληνικού και ελληνορθόδοξου πολιτισμού στη Μικρά Ασία, αποδεικνύεται ότι εν τέλει δεν θα οδηγήσει και στην… «κατάρρευση του τουρκικού έθνους!»
Με καθυστέρηση 103 χρόνων
Αν θεωρήσουμε πως το σύγχρονο τουρκικό κράτος ιδρύθηκε το 1923 από τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ ως κοσμική, ενιαία κοινοβουλευτική δημοκρατία στις «στάχτες» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χρειάστηκαν να περάσουν 103 χρόνια για να υπάρξει η παρακάτω αναγνώριση και παραδοχή, όπως, μόλις πριν λίγες ημέρες, στις 8 Ιουνίου του 2026, εμφανίστηκε σαν είδηση στα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία:
Το τουρκικό Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού ανακοίνωσε ότι κηρύχθηκε «διατηρητέος ιστορικός και αρχαιολογικός χώρος» το πεδίο της μάχης του Γρανικού, όπου ο Μέγας Αλέξανδρος σημείωσε την πρώτη μεγάλη νίκη του κατά των Περσών. Μάλιστα, ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού της Τουρκίας, Μεχμέτ Νουρί Ερσόι, δήλωσε ότι:
«Θέσαμε υπό προστασία την περιοχή όπου έλαβε χώρα μία από τις μάχες που άλλαξαν τη ροή της παγκόσμιας ιστορίας. Η περιοχή της “Μάχης του Γρανικού”, όπου ο Μέγας Αλέξανδρος σημείωσε την πρώτη μεγάλη νίκη του κατά των Περσών και άνοιξε τον δρόμο της εκστρατείας προς την Ασία, πλέον έχει χαρακτηριστεί ως “ιστορικός τόπος”.
Αυτό το μοναδικό ιστορικό μνημείο, που βρίσκεται στη Μπίγκα του Τσανάκαλε, ανακηρύσσεται επισήμως διατηρητέος υπό το φως αρχαιολογικών ευρημάτων και επιστημονικών ερευνών.
Πάλι καλά, έστω και μετά από ένα αιώνα
Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική ιστορία, από την εποχή της Αρχαίας Ιωνίας και της Αρχαίας Αιολίδας, από τον 4ο και 5ο αιώνα π.Χ., τουλάχιστον στον σύγχρονο πολιτισμένο κόσμο της Τουρκίας, πάντα δημιουργούσε και δημιουργεί μια κατάσταση αφάνταστης αμηχανίας.
Ένα μεγάλο και ως σήμερα αναπάντητο ερώτημά μας είναι το τι διδάσκονται στα δημοτικά σχολεία αλλά και στα λύκεια της Τουρκίας για τους αρχαιολογικούς χώρους, της Εφέσου, της Μιλήτου, της Περγάμου της Αλικαρνασσού, της Φώκαιας και όλων των δεκάδων ή και εκατοντάδων άλλων αρχαιολογικών χώρων που βρίσκονται κατεσπαρμένοι σε όλη την επικράτεια της Μικράς Ασίας.
Αλλά και στις μετέπειτα ιστορικές περιόδους κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι επαρχίες της Καππαδοκίας, της Τραπεζούντας, της Βιθυνίας, με τις σημαντικές πόλεις της Νίκαιας, της Φιλαδέλφειας, της Προύσας, της Σμύρνης, της Χαλκηδόνας και πολλές άλλες, κατοικούνταν κατεξοχήν από ελληνορθόδοξους πληθυσμούς. Επίσης, υπήρξαν οι κοιτίδες των χριστιανικών Οικουμενικών Συνόδων, βάσει των οποίων καθιερώθηκε η θρησκεία του Χριστιανισμού ως οικουμενική.
Οι Οικουμενικές αυτές Σύνοδοι, οι οποίες αριθμούν 8 τον αριθμό, όλες οργανώθηκαν στις περιοχές αυτές της Μικρά Ασίας, με την πρώτη το 325 μ.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο στη Νίκαια της Βιθυνίας και την 8η το 880 μ.Χ. στη Κωνσταντινούπολη από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Βασίλειο τον Μακεδόνα.
Εκείνο μάλιστα που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι οι αποφάσεις των Οικουμενικών αυτών Συνόδων, αν και αναφέρονταν σε αμιγή εκκλησιαστικά θέματα της χριστιανικής πίστης, υπογράφονταν από τον εκάστοτε Βυζαντινό αυτοκράτορα και δημοσιεύονταν ως αυτοκρατορικοί νόμοι.
Στα πανεπιστήμια της Τουρκίας
Κι αν τους μικρούς μαθητές των δημοτικών σχολείων ή και των λυκείων της Τουρκίας καταφέρνει το τουρκικό Υπουργείο Παιδείας να τους «ξεγελάσει» ή να τους αφήσει εντελώς απληροφόρητους για τους αρχαιολογικούς και τους ιστορικούς θρησκευτικούς χώρους της Μικράς Ασίας, η επίσης μεγάλη απορία μας ήταν το τι διδάσκονται για αυτά οι φοιτητές των Ιστορικών και Αρχαιολογικών Τμημάτων των πανεπιστημίων τους!
Ιδού όμως τι μας αποκαλύπτει η ΑΙ (Τεχνητή Νοημοσύνη), που μέχρι πρόσφατα δεν είχαμε αυτή τη δυνατότητα να πληροφορηθούμε!
Η ακριβής εγγραφή της Wikipedia στο λήμμα: «Τι διδάσκονται οι τούρκοι φοιτητές στα αρχαιολογικά και ιστορικά τμήματα των πανεπιστημίων» μάς αποκαλύπτει ότι η θεώρηση της τουρκικής πλευράς περί ιστορίας και πολιτισμών στη Μικρά Ασία έχει επακριβώς ως εξής :
- Η θεωρία της «Συνέχειας της Ανατολίας» (Anatolianism)
Αυτή είναι η πιο κεντρική διαφοροποίηση σε σχέση με τη δυτική ή την ελληνική ιστοριογραφία.
- Τοπική ενσωμάτωση: Οι αρχαίοι ελληνικοί και ρωμαϊκοί πολιτισμοί δεν αντιμετωπίζονται ως «ξένοι» ή εισαγόμενοι. Αντίθετα, διδάσκονται ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της ίδιας της Ανατολίας.
- Υβριδικοί πολιτισμοί: Δίνεται τεράστια έμφαση στο πώς οι ντόπιοι πληθυσμοί (Λύκιοι, Κάρες, Λυδοί, Φρύγες) επηρέασαν την ελληνική τέχνη και αρχιτεκτονική. Για παράδειγμα, οι φοιτητές διδάσκονται ότι η ιωνική αρχιτεκτονική ή η λατρεία της Αρτέμιδος στην Έφεσο δεν είναι απλώς «ελληνικές», αλλά προϊόντα της πολιτισμικής σύνθεσης της Ανατολίας.
- Η κληρονομιά του Κεμαλισμού και η «Τουρκική Θέση της Ιστορίας»
Η ιστοριογραφία «κουβαλά» τις βάσεις που τέθηκαν τη δεκαετία του 1930 από τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
- Αποσύνδεση από την οθωμανική ταυτότητα: Όταν ιδρύθηκαν τα πρώτα τμήματα αρχαιολογίας (π.χ. στην Άγκυρα το 1935), ο στόχος ήταν να στραφεί η έρευνα στους προ-ισλαμικούς πολιτισμούς. Το κράτος ήθελε να αποδείξει ότι η νέα Τουρκική Δημοκρατία είναι ο νόμιμος κληρονόμος και θεματοφύλακας όλων των μεγάλων αρχαίων πολιτισμών που αναπτύχθηκαν στα εδάφη της.
- Ιδιοκτησία της κληρονομιάς: Η ρητορική αυτή εκδημοκρατίστηκε με τα χρόνια, αλλά η βασική ιδέα παραμένει: τα μνημεία της Εφέσου, της Περγάμου ή της Μιλήτου ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της Τουρκίας και των ανθρώπων που κατοικούν σήμερα εκεί, ανεξάρτητα από τη γλώσσα που μιλούσαν οι δημιουργοί τους.
- Τοπικές ταυτότητες: Αντί για τον όρο «Αρχαία Ελλάδα» ως ενιαία οντότητα, προτιμάται η μελέτη περιφερειακών ταυτοτήτων (π.χ. «Η Αρχαιολογία της Ιωνίας», «Η Αρχαιολογία της Πισιδίας»).
- Η πολιτική των ανασκαφών και ο «Εθνικισμός της Κληρονομιάς»
Τα τελευταία χρόνια, η ιστοριογραφική προσέγγιση συνδέεται άμεσα με την κρατική πολιτική διαχείρισης των αρχαιοτήτων.
- «Τουρκοποίηση» των ανασκαφών: Ιστορικά, οι μεγάλες κλασικές ανασκαφές γίνονταν από ξένα ινστιτούτα (γερμανικό, αυστριακό, γαλλικό). Σήμερα, η ιστοριογραφική τάση (και η κρατική πίεση) απαιτεί οι ανασκαφές να περνούν σε Τούρκους αρχαιολόγους.
Οι φοιτητές διδάσκονται να αναπτύσσουν αυτόνομη εγχώρια επιστημονική θεωρία, αμφισβητώντας ενίοτε τις «ευρωκεντρικές» ερμηνείες των ξένων σχολών.
Το εθνικιστικό αφήγημα
Βλέπουμε λοιπόν με πόσο μελετημένο τρόπο καταφέρνει το εθνικιστικό αφήγημα της γείτονος χώρας να προσπερνά και να διαφοροποιεί την ιστορική πραγματικότητα.
Όμως, αυτός ο τρόπος κρίθηκε ως ο αναγκαίος για να καταφέρουν να δομήσουν μια κατά τη γνώμη τους «ευγενή εθνική συνείδηση» για τους πολίτες τους, ώστε να μπορούν να σταθούν και στις επικρατούσες σύγχρονες γεωπολιτικές συνθήκες.
Στην πραγματικότητα, όμως, η θεώρησή τους αυτή για την «εθνική τους συνείδηση», κατά τη γνώμη μας, υστερεί κατά πολύ της πραγματικότητας και πολύ δύσκολα θα μπορούσε να σταθεί, ή μάλλον σε καμία περίπτωση δεν θα μπορέσει να σταθεί, σε ένα σύγχρονο εξωστρεφές πολιτισμικό ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Ένα από τα εμπόδια για την ένταξη στην Ε.Ε.
Πράγματι, εξετάζοντας με νηφαλιότητα τα παραπάνω στοιχεία, θεωρούμε ότι για να μπορέσει η Τουρκία να γίνει εταίρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πέραν των οικονομικών δεικτών και των πολλαπλών συμμορφώσεων που θα πρέπει να πετύχει στο θέμα της απόδοσης Δικαιοσύνης, τη θέσπιση δημοκρατικών θεσμών και στο κεφάλαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα πρέπει να αναθεωρήσει και όλη την παραπάνω κοσμοθεωρία της περί καταγωγής του λαού και του πολιτισμού του.
Κατά την εκτίμησή μας, αυτό είναι κάτι που ξεπερνά τις πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες της Τουρκίας, γιατί θα καταστραφεί ολόκληρο το οικοδόμημα στο οποίο έχει βασιστεί η ιστορική διαδρομή των Τούρκων και η δόμηση της εθνικής τους συνείδησης.
Σε ανάλογες περιπτώσεις και σε περίπου τις ίδιες χρονικές περιόδους, τον 15ο και τον 16ο μ.Χ. αιώνα, όταν οι Ολλανδοί, οι Ισπανοί, οι Γάλλοι οι Αγγλοσάξωνες αλλά και οι Πορτογάλοι, όντες αποικιοκράτες κατακτητές, κατέλαβαν τις χώρες όπου ζούσαν οι ιθαγενείς της Αμερικής και τους οποίους εξαφάνισαν ως λαούς με πολέμους και με βία.
Έτσι, δημιουργήθηκαν οι επικράτειες των ΗΠΑ, του Καναδά, της Βραζιλίας αλλά και άλλων χωρών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής.
Όμως, οι νέοι αυτοί λαοί, τουλάχιστον δεν προσπάθησαν να σφετεριστούν την ιστορία και τον πολιτισμό των προκατόχων τους. Οι πολιτισμοί των Αζτέκων, των Μάγιας, των Ολμέκων και των Ίνκας παρέμειναν ως ιστορικές αλήθειες και αναγνωρίζονται από όλες αυτές τις νέες χώρες, ως οι λαμπροί πολιτισμοί που προηγήθηκαν της δικής τους ύπαρξης ως εθνότητες.
Οι εθνικιστικές κορώνες
Όπως η Τουρκία κρατάει σαν προμετωπίδα στη ιστορική της διαδρομή την άμεση συσχέτισή της με τον πολιτισμό τόσο της Αρχαίας Ελλάδας όσο και εκείνης της ελληνορθόδοξης περιόδου του Βυζαντίου, μας φέρνει στο μυαλό τις επίσης εθνικιστικές δοξασίες κάποιων ανιστόρητων ακραίων κύκλων της πολιτικού φάσματος της χώρας μας περί του θρύλου της «Κόκκινης Μηλιάς».
Το ότι δηλαδή οι εθνικές επιδιώξεις της Ελλάδας θα ικανοποιηθούν και μόνον όταν τα σύνορα της χώρας μας προς τα ανατολικά φτάσουν ως τον φαντασιακό μυθικό τόπο στα «βάθη της Ανατολής», στην «Κόκκινη μηλιά», μετά βέβαια την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης!
Η ελάχιστη παραδοχή και η παραβίαση του άβατου
Πάντως, η πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού της Τουρκίας για την αναγνώριση της ιστορικής σημασίας της τοποθεσίας του Γρανικού ποταμού, αποτελεί μια ένδειξη ότι θα μπορούσε η Τουρκία να προχωρήσει σε αποκατάσταση και σε άλλων ιστορικών αληθειών που αφορούν τον Ελλαδικό χώρο.
Βέβαια, η παραδοχή αυτή υστερεί στην πλήρη αφήγησή της, αφού αποσιωπάται η ελληνική ταυτότητα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των στρατευμάτων του.
Ωστόσο, η παραβίαση του άβατου ταμπού που κυριαρχεί στην πολιτικο-κοινωνική σκηνή της Τουρκίας, για την ιστορική παρουσία του αρχαιοελληνικού και ελληνορθόδοξου πολιτισμού στη Μικρά Ασία, αποδεικνύεται ότι εν τέλει δεν θα οδηγήσει και στην… «κατάρρευση του τουρκικού έθνους!»
Αυτό που σίγουρα είναι απαραίτητο, είναι το να επικρατήσει πολύ σύνεση και να επαναπροσδιοριστεί το εθνικο-ιστορικό αφήγημα του τουρκικού λαού. Πράγμα όντως δύσκολο και ίσως ακατόρθωτο ακόμη, με τις σημερινές πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες στην Τουρκία.