Η ιστορία των Κρητικών Επαναστάσεων γράφτηκε στα πεδία των συγκρούσεων, στις συνελεύσεις και στις διπλωματικές διασκέψεις. Γράφτηκε όμως και στους καταλόγους των δωρητών, στα φορτία τροφίμων και εξοπλισμών που έφθαναν στο νησί και στα λιμάνια όπου αποβιβάζονταν οικογένειες προσφύγων. Πίσω από κάθε εξέγερση υπήρχε η ανάγκη για χρήματα, όπλα και εφόδια. Πίσω από κάθε σφαγή ή καταστροφή υπήρχαν άνθρωποι που αναζητούσαν καταφύγιο.
Από το 1821 έως το τέλος του 19ου αιώνα, οι Κρήτες εξεγέρθηκαν επανειλημμένα κατά της οθωμανικής κυριαρχίας. Η Επανάσταση του 1866-1869, το κίνημα του 1878 και η κρίση του 1895-1898 αποτελούν κορυφαίους σταθμούς. Η σφαγή του Ηρακλείου της 25ης Αυγούστου 1898 δεν ήταν νέα επανάσταση, αλλά η αιματηρή κορύφωση μιας μακράς σύγκρουσης. Η διεθνής αντίδραση σε αυτήν επιτάχυνε την αποχώρηση του οθωμανικού στρατού και τη δημιουργία της Αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας.
Η Κρήτη συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, χωρίς τελικά να ενταχθεί στο Κράτος που προέκυψε. Οι συγκρούσεις, οι σφαγές αμάχων στα Χανιά και στο Ηράκλειο και οι μετακινήσεις πληθυσμών άφησαν βαθιές πληγές. Το νησί εξακολούθησε να αγωνίζεται, ενώ η μοίρα του εξαρτιόταν και από τις διεθνείς αποφάσεις για τα σύνορα του νέου ελληνικού κράτους.
Η δράση δεν περιοριζόταν στα όρια της Κρήτης. Στα τέλη του 1840, Κρήτες που είχαν καταφύγει στην Αθήνα και στο Ναύπλιο συγκρότησαν την επιτροπή «Κρητών Πολιτεία». Συνέβαλαν έτσι στην προετοιμασία του κινήματος του 1841, που ζητούσε την ένταξη της Κρήτης στην Ελλάδα. Η παρουσία εκπατρισμένων Κρητών στην ελεύθερη Ελλάδα ήταν συγχρόνως αποτέλεσμα των προηγούμενων αναταραχών και μέσον πολιτικής οργάνωσης για τον επόμενο αγώνα.
Η Μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 έκανε το Κρητικό Ζήτημα διεθνώς γνωστό. Το ολοκαύτωμα της Μονής Αρκαδίου, τον Νοέμβριο του 1866, συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Η εξέγερση διατηρήθηκε επί χρόνια, αλλά δεν πέτυχε τότε την Ένωση. Ο Οργανικός Νόμος του 1868 αναγνώρισε ορισμένα προνόμια στους χριστιανούς κατοίκους, ενώ η επανάσταση έσβησε το 1869 αφήνοντας νεκρούς και μεγάλες υλικές απώλειες.
Για τη συνέχισή της χρειάστηκαν δίκτυα στήριξης εκτός Κρήτης. Στην Αθήνα ιδρύθηκε η Κεντρική υπέρ των Κρητών Επιτροπή και στη Σύρο η Επιτροπή Αποστολών. Συγκέντρωναν χρήματα, όπλα και εφόδια και οργάνωναν τις αποστολές στο νησί. Το έργο της Επιτροπής ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε επιβάλει στενό ναυτικό αποκλεισμό στην Κρήτη. Η Επιτροπή Αποστολών Σύρου κατέγραφε σε ειδικά τετράδια τα μυστικά δρομολόγια, τα φορτία με τα όπλα και τα ονόματα των καπετάνιων. Χρηματοδότησε και συντόνισε τα θρυλικά καταδρομικά (ατμόπλοια) «Αρκάδι», «Κρήτη», «Πανελλήνιον» και «Ένωσις». Αυτά τα πλοία (γνωστά στους Οθωμανούς ως «Σεϊτάν Παπόρ» – διαβολικά βαπόρια), έσπαγαν τον τουρκικό αποκλεισμό για να ξεφορτώσουν εθελοντές και πολεμοφόδια στις απόκρημνες ακτές του νησιού και να επιστρέψουν στην Ελλάδα, μεταφέροντας γυναικόπαιδα και πρόσφυγες. Πίσω από αυτά τα πλοία κρυβόταν μια τεράστια οργανωτική μηχανή στη Σύρο, με επικεφαλής τον Κρητικό έμπορο Μίνωα Μπογιατζόγλου. Ο Μπογιατζόγλου ήταν ο άνθρωπος που συντόνιζε το δίκτυο της Επιτροπής Αποστολών Σύρου. Μετέτρεψε τη Σύρο σε μια πολεμική βιομηχανία μετόπισθεν, ιδρύοντας τοπικά εργοστάσια παρασκευής αλεύρων, υποδημάτων, ρουχισμού, ακόμα και αυτοσχέδια πυροτεχνουργεία για σφαίρες και βλήματα. Διαχειριζόταν τη διεθνή βοήθεια, καθώς προσωπικότητες όπως ο Βίκτωρ Ουγκώ και ο Αμερικανός φιλέλληνας ιατρός Σάμιουελ Χάου έστελναν χρήματα και εφόδια μέσω της Σύρου.
Ανάμεσα στους επώνυμους υποστηρικτές ξεχωρίζει ο Γεώργιος Αβέρωφ. Βιογραφική μελέτη αναφέρει προσφορά 5.000 λιρών για την Επανάσταση του 1866. Ο ομογενής της Ρωσίας Δημήτριος Βερναρδάκης αναφέρεται επίσης ως οικονομικός αρωγός, χωρίς να έχει εξακριβωθεί εδώ το ποσό της συνεισφοράς του. Οι προσφορές δεν προέρχονταν μόνο από πλούσιους ομογενείς. Στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκεντρώθηκαν χρήματα και εφόδια. Ο φιλέλληνας Samuel Gridley Howe διαχειρίστηκε ποσά από αμερικανικούς εράνους για τρόφιμα και ενδύματα που αποστέλλονταν στην Κρήτη. Ήταν ο οργανωτής αυτής της βοήθειας. Οι πόροι προήλθαν από πολλούς δωρητές. Η διάκριση είναι ουσιώδης, γιατί η ιστορία των αγώνων περιλαμβάνει τόσο τις μεγάλες ατομικές δωρεές όσο και τη συλλογική συνεισφορά.
Η υλική ενίσχυση είχε και πολιτική σημασία. Μια αποστολή προς την Κρήτη έκανε ορατό ότι ο αγώνας δεν διεξαγόταν σε απομόνωση, ακόμη και όταν το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να επέμβει ανοιχτά όπως θα επιθυμούσαν οι επαναστάτες. Οι επιτροπές ένωναν διαφορετικούς χώρους: το κρητικό χωριό, τα εμπορικά κέντρα της διασποράς, τον ελληνικό Τύπο και τα ευρωπαϊκά φιλελληνικά δίκτυα. Δεν πρέπει, βέβαια, να υποθέτουμε ότι κάθε δωρητής επιδίωκε την ίδια πολιτική λύση ή ότι κάθε ποσό έφθασε στους μαχητές. Οι πηγές χρειάζονται έλεγχο ως προς τον αποστολέα, τον διαχειριστή και τον τελικό προορισμό της δωρεάς.
Η άλλη όψη της επανάστασης ήταν η προσφυγιά. Οικογένειες εγκατέλειψαν τις εστίες τους για ασφαλέστερα μέρη της Κρήτης ή πέρασαν στην ελληνική επικράτεια. Η άφιξη σε ένα λιμάνι δεν έλυνε το πρόβλημα, επειδή απαιτούνταν στέγη, τροφή, ένδυση και ιατρική φροντίδα. Για τους πρόσφυγες του 1866-1869 η κρατική περίθαλψη συμπληρώθηκε από ιδιωτικές δωρεές και εράνους. Η φροντίδα των αμάχων αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της προσπάθειας να αντέξει η κρητική κοινωνία στον πόλεμο.
Το προσφυγικό πρόβλημα είχε και χρονική διάρκεια. Οι οικογένειες δεν μπορούσαν πάντα να επιστρέψουν μόλις τελείωνε μια μάχη. Έπρεπε να εξακριβώσουν αν ο τόπος τους ήταν ασφαλής, αν διατηρούνταν η κατοικία τους και αν υπήρχαν μέσα βιοπορισμού. Όταν οι πρόσφυγες εγκαθίσταντο στην Αθήνα ή σε άλλα μέρη της ελληνικής επικράτειας, η κρατική αρχή και οι ιδιωτικές επιτροπές καλούνταν να διαχειριστούν μια παρατεταμένη ανάγκη, όχι απλώς τη μεταφορά τους. Αυτό εξηγεί γιατί στους απολογισμούς της βοήθειας συνυπάρχουν δαπάνες για εφόδια του αγώνα και δαπάνες για ανθρώπους που είχαν χάσει τη δυνατότητα να ζήσουν από την εργασία τους. Τι έγινε όμως με τη μόρφωση των παιδιών; Για τους Κρήτες πρόσφυγες της περιόδου 1866-1869 υπάρχουν συγκεκριμένες μαρτυρίες. Οι ιστορικοί Αντώνιος Σμυρναίος και Εμμανουήλ Χαλκιαδάκης μελέτησαν σχολεία που ίδρυσαν στην Αθήνα Έλληνες και Αμερικανοί προτεστάντες ιεραπόστολοι. Σκοπός τους ήταν να προσφέρουν στα προσφυγόπουλα στοιχειώδη και πρακτική εκπαίδευση, μαζί με τροφή και ρούχα. Στην προσπάθεια συμμετείχαν ο John και η Frances Hill και ελληνικές ιεραποστολικές οικογένειες, σε συνεργασία με την Αμερικανοελληνική Επιτροπή, στην οποία είχε δραστήριο ρόλο ο Howe.
Η απάντηση, λοιπόν, είναι ότι ορισμένα παιδιά πράγματι φοίτησαν σε σχολεία που λειτούργησαν γι’ αυτά στην πρωτεύουσα. Δεν διατίθενται όμως στοιχεία που να αποδεικνύουν φοίτηση όλων των παιδιών των προσφύγων. Η ίδια μελέτη επισημαίνει μια δυσάρεστη όψη του εγχειρήματος: στις αναφορές των ιεραποστόλων διακρίνεται και επιδίωξη προσηλυτισμού. Οι ελληνικές Αρχές επέτρεψαν τη λειτουργία των σχολείων λόγω των έκτακτων περιστάσεων. Κάποια συνέχισαν με δίδακτρα και μετά την επιστροφή προσφύγων στην Κρήτη, ώσπου έκλεισαν το 1877. Η φροντίδα για την εκπαίδευση συνυπήρξε έτσι με θρησκευτικές επιδιώξεις και διαφωνίες για τη νομιμότητα των σχολείων.
Το κίνημα του 1878 απέδειξε ότι το Κρητικό Ζήτημα παρέμενε ανοιχτό. Ακολούθησαν νέα πολιτικά αιτήματα και μια εύθραυστη περίοδος, πριν από το κίνημα του 1889 και την κρίση της επόμενης δεκαετίας. Δεν πρόκειται για μία αδιάκοπη επανάσταση αλλά για διαδοχικές εξεγέρσεις, συμβιβασμούς και νέες συγκρούσεις. Κάθε φάση διατηρούσε την ελπίδα της Ένωσης και δημιουργούσε ταυτόχρονα νέες ανάγκες στους κατοίκους.
Από το 1895 η ένταση αυξήθηκε εκ νέου. Η επανάσταση, η παρουσία των Μεγάλων Δυνάμεων και ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897 άλλαξαν τους πολιτικούς συσχετισμούς. Η Ελλάδα ηττήθηκε, όμως η αυτονομία της Κρήτης προωθήθηκε ως διεθνής λύση. Όσο αναζητούνταν πολιτικό καθεστώς, οι συγκρούσεις και η ανασφάλεια δεν σταματούσαν. Παράλληλα λειτουργούσε ένα εκτεταμένο δίκτυο αρωγής.
Τη χρηματοδότηση της περιόδου 1896-1897 φωτίζει η δημοσιευμένη το 1898 Έκθεση πεπραγμένων της Κεντρικής των Κρητών Επιτροπής. Οι πίνακές της καταγράφουν χρηματικές εισφορές από την Ελλάδα και το εξωτερικό, καθώς και αποστολές ειδών και χρηματικών τίτλων. Η ίδια η Επιτροπή εξαίρει ιδιαίτερα τους Έλληνες της Αιγύπτου. Καταχωρίζονται επίσης προσφορές από την Κύπρο, τη Ρουμανία, τη Ρωσία, τη Βρετανία και άλλες παροικίες. Οι επιτροπές της Λεμεσού και της Λάρνακας εμφανίζονται χωριστά στους καταλόγους.
Η Έκθεση έχει μια επιπλέον σημασία: μας επιτρέπει να δούμε όχι μόνο ποιος έδωσε κάτι, αλλά και πώς η προσφορά μετατρεπόταν σε πράξη. Περιλαμβάνει στοιχεία για την αγορά και αποστολή όπλων και τροφίμων, ναύλους πλοίων και οικονομικές συναλλαγές. Ορισμένοι πρόσφεραν χρήματα, άλλοι έστελναν ήδη αγορασμένα αγαθά ή τίτλους που η Επιτροπή εκποιούσε. Η ίδια δημοσίευε τότε στους αθηναϊκούς τίτλους ονόματα και ποσά, εκτός όταν οι δωρητές επιθυμούσαν ανωνυμία. Η δημόσια αυτή λογοδοσία καλλιεργούσε εμπιστοσύνη στο δίκτυο ενίσχυσης και διατηρεί σήμερα για τον ιστορικό ένα πολύτιμο ίχνος των ανθρώπων που συμμετείχαν.
Η συνεισφορά δεν ήταν μόνο οικονομική. Ο Σ. Παπαδάκης, ιδιοκτήτης ατμόμυλου στην Οδησσό, απέστειλε εκατό σάκους αλεύρι. Ο Σ. Χατζόπουλος και ομογενείς του Μάντσεστερ συγκέντρωσαν υφάσματα για Κρήτες πρόσφυγες. Η Έκθεση αναφέρει την παράδοσή τους σε επιτροπή κυριών για διανομή σε οικογένειες. Η αδελφότητα Κρητών της Αιγύπτου απέστειλε, σε άλλη καταχώριση, μεγάλη ποσότητα αλεύρου και ρυζιού. Το ψωμί και τα ρούχα αποτελούσαν άμεσες μορφές βοήθειας, διαφορετικές από τον εξοπλισμό των μαχητών αλλά εξίσου αναγκαίες για τους αμάχους.
Οι ήδη εγκατεστημένοι Κρήτες πρόσφυγες στην περιοχή της πρωτεύουσας αντιμετώπιζαν στερήσεις. Τον Ιούνιο του 1898, στον Πειραιά, πρόσφυγες διαμαρτυρήθηκαν όταν διακόπηκαν προσωρινά η διανομή άρτου και το βοήθημα ώσπου να συνταχθούν νέοι κατάλογοι δικαιούχων. Το περιστατικό συνέβη πριν από τη σφαγή του Ηρακλείου και δεν αφορά τους επιζώντες της. Δείχνει όμως ότι Αθήνα και Πειραιάς είχαν ήδη ένα απαιτητικό προσφυγικό ζήτημα όταν επρόκειτο να καταφθάσουν νέοι άνθρωποι από το νησί.
Στις 25 Αυγούστου 1898, κατά την απόπειρα εγκατάστασης υπαλλήλων του «Εκτελεστικού Κρήτης» στα φορολογικά γραφεία του Ηρακλείου, οπλισμένος όχλος επιτέθηκε στους Βρετανούς που επέβλεπαν τη διαδικασία. Η βία επεκτάθηκε στους χριστιανούς κατοίκους. Σκοτώθηκαν άμαχοι, λεηλατήθηκαν περιουσίες και πυρπολύθηκαν σπίτια και καταστήματα. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν Βρετανοί στρατιώτες και ο Βρετανός υποπρόξενος Λυσίμαχος Καλοκαιρινός. Οι πηγές διαφωνούν ως προς τον ακριβή αριθμό των χριστιανών θυμάτων. Η καταστροφή της κοινότητάς τους στην πόλη είναι αδιαμφισβήτητη. Είναι εξακριβωμένο ιστορικά, ότι οι πιο άγριοι Τούρκοι της Κρήτης κατοικούσαν στην πόλη του Ηρακλείου και αποτελούσαν πάντα μια αιμοσταγή και απειλητική μάζα. Τα γεγονότα του Ηρακλείου που εκτυλίχτηκαν τον Αύγουστο του 1898 και βύθισαν στο πένθος την πόλη, συντέλεσαν όμως καθοριστικά στην αποδίωξη του τουρκικού στοιχείου από το νησί, με αποτέλεσμα να οδηγήσουν στην απελευθέρωση της Κρήτης από τον πολυετή οθωμανικό ζυγό.
Οι επιζώντες ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές. Κάποιοι κατέφυγαν σε πλοία, άλλοι στα γύρω χωριά. Οι ανακοινώσεις των πρώτων ημερών δίνουν διαφορετικούς αριθμούς διασωθέντων, καθώς οι πληροφορίες συγκεντρώνονταν σε κατάσταση σύγχυσης. Δεν μπορούμε από αυτούς τους αριθμούς να υπολογίσουμε πόσοι έφθασαν τελικά στην Αθήνα. Εφημερίδες της εποχής περιγράφουν, πάντως, την αγωνία Κρητών εγκατεστημένων στην πρωτεύουσα που περίμεναν στον Πειραιά τα πλοία με επιζώντες και τραυματίες για να μάθουν την τύχη συγγενών τους.
Οι πρώτες ειδήσεις από το Ηράκλειο ήταν αποσπασματικές. Τα ονόματα των διασωθέντων δεν μπορούσαν να συγκεντρωθούν αμέσως. Όσοι διέφευγαν προς τα χωριά δεν καταγράφονταν κατ’ ανάγκην μαζί με εκείνους που επιβιβάζονταν σε πλοία. Γι’ αυτό οι αρχικές ανακοινώσεις της Κρητικής Εκτελεστικής Επιτροπής και οι αριθμοί που αποδίδονται σε βρετανικά τηλεγραφήματα δεν συμπίπτουν πάντοτε. Η αναζήτηση συγγενών ήταν η πρώτη μορφή βοήθειας που χρειαζόταν μια οικογένεια, δηλαδή, να μάθει ποιοι ζούσαν, ποιοι είχαν τραυματιστεί και πού μπορούσε να τους συναντήσει. Στο λιμάνι του Πειραιά η προσφυγιά έπαιρνε έτσι τη μορφή της αναμονής πριν ακόμη αρχίσει η αναζήτηση στέγης ή τροφής.
Η κινητοποίηση στην Αθήνα αποτυπώνεται σε μια επώνυμη προσφορά. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Εστίας της 31ης Αυγούστου 1898, όπως το παραθέτει μεταγενέστερα η εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» (25 Αυγούστου 2006, https://archive.patris.gr/articles/92465), η Ελμίνα Νάζου προσήλθε στα γραφεία της εφημερίδας με πένθιμο ύφασμα για χήρες και ορφανά των προσφύγων του Ηρακλείου. Ζήτησε επίσης πληροφορίες για άλλες ανάγκες τους. Η Ε. Νάζου ανέπτυξε ευρύτερη φιλανθρωπική δράση και συνδέθηκε αργότερα με οργανώσεις περίθαλψης. Η δωρεά της προσφέρει ένα τεκμηριωμένο παράδειγμα αθηναϊκής βοήθειας μετά τη σφαγή.
Η συγκεκριμένη μαρτυρία δεν μας δίνει πλήρη κατάλογο όσων στεγάστηκαν, σιτίστηκαν ή νοσηλεύτηκαν στην Αθήνα. Ούτε πρέπει οι δαπάνες της Κεντρικής Επιτροπής κατά το 1896-1897 να παρουσιάζονται ως περίθαλψη των θυμάτων του Αυγούστου 1898. Μας δείχνει, ωστόσο, πως ένα προϋπάρχον δίκτυο επιτροπών, εφημερίδων, δωρητών και οικογενειακών δεσμών μπορούσε να κινητοποιηθεί όταν έφθασαν οι νέοι πρόσφυγες. Η ιστορική ακρίβεια απαιτεί να κρατούμε χωριστά τις περιόδους, ακόμη και όταν αφηγούμαστε τη συνέχειά τους.
Για τα παιδιά που σώθηκαν από τη σφαγή του Αυγούστου 1898 και έφθασαν στην Αθήνα, οι διαθέσιμες εδώ μαρτυρίες δεν κατονομάζουν σχολεία, μαθητές ή οργανωμένο πρόγραμμα φοίτησης. Δεν θα ήταν ορθό να μεταφέρουμε αυτούσιο το τεκμηριωμένο παράδειγμα των σχολείων του 1866-1869 στη διαφορετική συγκυρία του 1898. Η προσφορά της Νάζου δείχνει φροντίδα για τις άμεσες ανάγκες των ορφανών. Η σχολική τους πορεία όμως χρειάζεται χωριστή αρχειακή έρευνα.
Ο ρόλος του αθηναϊκού Τύπου ήταν πρακτικός και όχι μόνο συγκινησιακός. Οι εφημερίδες μετέδιδαν ειδήσεις, δημοσίευαν εκκλήσεις και μπορούσαν να λειτουργούν ως τόπος συγκέντρωσης προσφορών. Η δωρεά πένθιμου υφάσματος αναδεικνύει μια ειδική ανάγκη που δύσκολα διακρίνεται σε συγκεντρωτικούς λογαριασμούς, δηλαδή την ένδυση των χηρών και των ορφανών έπειτα από την απώλεια των οικείων τους. Η ερώτηση της Νάζου για πρόσθετες ανάγκες υποδηλώνει ότι η περίθαλψη δεν εξαντλούνταν σε μία κίνηση. Για να γνωρίσουμε, πάντως, την πλήρη έκταση και τη διάρκεια της βοήθειας, χρειάζεται συστηματική έρευνα σε διαδοχικά φύλλα εφημερίδων και στα αρχεία των επιτροπών.
Η διεθνής αντίδραση στη σφαγή επιτάχυνε την αποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων. Τον Νοέμβριο του 1898 η στρατιωτική παρουσία τους είχε τερματιστεί και τον Δεκέμβριο έφθασε ο πρίγκιπας Γεώργιος ως ύπατος αρμοστής. Η Κρητική Πολιτεία απέκτησε αυτόνομη διοίκηση, ενώ η επίσημη Ένωση με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε το 1913. Για τους ανθρώπους που είχαν χάσει συγγενείς, σπίτια και περιουσίες, η πολιτική μεταβολή δεν εξαφάνιζε αμέσως το κόστος της βίας.
Οι Κρητικές Επαναστάσεις θα πρέπει να μελετηθούν συνολικά. Εκτός από τους γενναίους οπλαρχηγούς και μαχητές που αντιμετώπισαν τον κατακτητή, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες. Τις Επαναστάσεις στήριξαν δωρητές, ομογενειακές κοινότητες, επιτροπές και φιλέλληνες. Το τίμημα ήταν βαρύ για τις οικογένειες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Η σφαγή της 25ης Αυγούστου 1898 θυμίζει την τελευταία μεγάλη τραγωδία της οθωμανικής περιόδου στο Ηράκλειο. Οι πρόσφυγες και όσοι τους βοήθησαν θυμίζουν ότι ο αγώνας για την ελευθερία είχε ανθρώπινο κόστος και ότι η αλληλεγγύη υπήρξε μέρος της ίδιας ιστορίας.
Σύντομη βιβλιογραφία και τεκμηρίωση:
- Περιφέρεια Κρήτης, «Χρονολόγιο περιόδου», https://www.crete.gov.gr/chronologio-periodoy/· Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», «1864–1909»,
https://www.venizelos-foundation.gr/el/1864-1909/.
- Περιφέρεια Κρήτης, «Η Κρήτη στην Επανάσταση του 1821», https://1821.crete.gov.gr/.
- «Πλοηγός ιστορίας της Κρήτης», χρονολόγιο, https://www.crete-modernhistory.gr/timeline/.
- «Ο Μέγας Εθνικός Ευεργέτης Γεώργιος Αβέρωφ», https://hellenicdiaspora.com/wp-content/uploads/2015/05/averof_final_may_2015.pdf· Κρήτη, 1898–1913,
Πανεπιστήμιο Κρήτης, αναφορά στον Δημήτριο Βερναρδάκη.
- Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης, «Ο Samuel Howe και η κρητική επανάσταση του 1866», https://data.apdkritis.gov.gr/resource/o-samuel-howe-kai-i-kritiki-epanastasi-toy-1866.
- Μελέτη για την ιδιωτική φιλανθρωπία και τους Κρήτες πρόσφυγες του 1866–1869, ψηφιακό αποθετήριο ΕΚΠΑ, https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2943304
- Έκθεσις των πεπραγμένων υπό της εν Αθήναις κεντρικής των Κρητών επιτροπής. Πρώτη και δευτέρα περίοδος 1896–1897 (Αθήνα, 1898), ψηφιακό αντίτυπο Δημοτικής Βιβλιοθήκης Χανίων,
https://repository.librarychania.gr/tekmirio/bi00208/.
- Γιάννης Κοκκινάκης, «Φιλανθρωπία και εργατικά ατυχήματα στον Πειραιά», Μνήμων 21 (1999),
https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/article/download/8424/8646.pdf.
- Αποθετήριο Αρχανών, χρονολόγιο, https://archanes-archives.gr/archanes-timeline/· ιστορική παρουσίαση δημοσιευμάτων της Σκριπ για τον Πειραιά
- Εστία, 31 Αυγούστου 1898, όπως παρατίθεται από τον Γιώργο Παναγιωτάκη, «25η Αυγούστου: Μια αποφράδα μέρα του 1898 για το Ηράκλειο», Πατρίς, 25 Αυγούστου 2006, https://archive.patris.gr/articles/92465.
- Αντώνιος Λ. Σμυρναίος-Εμμανουήλ Χαλκιαδάκης, «Τα σχολεία των Κρητών προσφύγων στην Αθήνα (1866–1869)», στο Αθ. Καραφύλλης- Ι. Ταταρίδης (επιμ.), Εκπαίδευση, Κρίσεις και Πόλεμοι, πρακτικά 8ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ιστορίας της Εκπαίδευσης, Τζιόλας, 2020, σ. 515–522.
*Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας – ιστορικός