Ο σημερινός τίτλος του άρθρου που ακολουθεί δεν είναι δικός μου. Ανήκει σε έναν μεγάλο δάσκαλο που πολλοί μαθητές του τον προσέγγισαν, τον έφτασαν και τον ξεπέρασαν σε γνώσεις, στον Μενέλαο Παρλαμά. Χρόνια αρκετά τον θυμάμαι να κάθεται στο γραφείο του στη Βικελαία Βιβλιοθήκη, προτού αυτή ενισχυθεί δομικά, στον δεύτερο όροφο του μεγάρου Αχτάρικα, δίπλα στο γραφείο του αείμνηστου εφόρου της Βικελαίας Βιβλιοθήκης, του Νίκου Γιανναδάκη.
Πάντοτε ο κύριος Μενέλαος, έτσι τον αποκαλούσαμε, με συμβούλευε ή μάλλον μας συμβούλευε να προσέχουμε τη λέξη και την σημασία της. Ήταν πολύ αυστηρός μαζί μου, όταν τολμούσα να κάνω τον διαχωρισμό μεταξύ της γενικής κτητικής και της γενικής υποκειμενικής σύμφωνα με τους συντακτικούς κανόνες. Ας είναι. Πολλά κανείς μπορεί να βρει στο βιβλίο του Μενέλαου Παρλαμά, με τον προαναφερόμενο τίτλο: Που η πρώτη του έκδοση έγινε το 1985.
Ίσως κάποιοι από τους μαθητές του, στο Λύκειο «Ο Κοραής» να φέρνουν στο μυαλό τους το μάθημα των ελληνικών που δίδασκε ο Παρλαμάς στην τελευταία Τάξη του Λυκείου, με στόχο να γνωρίσουν οι μαθητές του τον κόσμο των λέξεων. Σημαντική αυτή η προσπάθεια, αλλά και πολύ ενδιαφέρουσα. «Κάθε λέξη που χάνεται σε κάποιο χωριό σημαίνει έναν θάνατο τον ίδιο θλιβερό, όσο και να πεθαίνει ένας άνθρωπος».
Αυτά τα λόγια ήταν μια σοφή και σύνθετη διαπίστωση ενός μεγάλου των ελληνικών γραμμάτων, του Ιωάννη Φ. Κακριδή. Επανέρχομαι όμως στη σημασία των λέξεων και στη ζωή τους κατά τα γραφόμενα του Παρλαμά. Όλοι γνωρίζουμε την Ιερά Μονή Βωσάκου και την περιοχή της, που είναι μια ορεινή τοποθεσία στον Μυλοπόταμο, στα Ταλαία Όρη και για άλλους στον Κουλούκουνα.
Γνωρίζουμε ότι οι Δωριείς προτιμούσαν να χρησιμοποιούν το ω στη θέση του ου. Π.χ. αντί για μούσα έλεγαν μώσα, αντί για κούρος έλεγαν κώρος και άλλα πολλά. Οι Κρητικοί, ως γνήσιοι απόγονοι των Δωριέων, κράτησαν αρκετά, όπως η λέξη που προαναφέραμε: «Βώσακος». Το πρώτο συνθετικό είναι ο «βους» με τη δωρική του μορφή και το δεύτερο είναι ο σακός (στην αττική διάλεκτο σηκός) που θα πει μάντρα.
Άραγε, Βώσακος σημαίνει μάντρα των βοδιών. Η τοποθεσία και η περιοχή σίγουρα πληρεί όλα αυτά, βλέποντάς την σήμερα. Ο Παρλαμάς κάνει και μια σκέψη για ένα άλλο γνωστό τοπωνύμιο, αφού ήταν φίλος και συχνός επισκέπτης της Ιεράς Μονής Βροντησίου, στον Ζαρό. Αναφέρεται στην προέλευση της λέξης Βώτομος.
Στο λεξικό Σουΐδα, βούτομον σημαίνει «φυτάριον παραπλήσιον καλάμω, όπερ εσθίουσιν οι βόες». Κάτι τέτοιο, όπως γνωρίζουμε, θέλει υγρά μέρη. Η λέξη είναι σύνθετη από το βους + τέμνω (κόβω). Βώτομος λοιπόν, αντί για Βούτομος από το καλαμόχορτο που φυτρώνει, το οποίο κόβουν και αποτελεί τροφή των βοδιών.
Στα γραφόμενα όμως του Μενέλαου Παρλαμά, θέλω να προσθέσω και κάποια δική μου ακουστική εμπειρία, μία φωνή, μία λέξη που έχει δωρική βάση. Πολλές φορές, τα πρώτα χρόνια που ήρθα στην Κρήτη και συγκεκριμένα όταν πήγαινα στις Μοίρες, περνούσα αρκετές ώρες στο παντοπωλείο του μακαρίτη του πεθερού μου του Μύρου, βοηθώντας τον, Θεός σχωρέστον.
Μια μέρα ήρθε ένας συγγενής του πεθερού μου από τα Πηγαϊδάκια, πήρε αρκετά πράγματα, τον εξυπηρέτησα στα περισσότερα και αφού τα έβαλε πάνω στον μακρύ πάγκο, σε τρία μπακαλίκια, αδυνατούσα να τα βρω που μου ζητούσε. Τη λύση την έδωσε ο πεθερός μου αμέσως, αφού γνώριζε την ονομασία τους!
Ο πελάτης μού ζητούσε μία νταρένια παρασύρα, ένα βώτυρο και μία αγαστέρα. Μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση αυτές οι ονομασίες και ειδικά η λέξη βώτυρος αντί για βούτυρος, μία ονομασία σίγουρα της δωρικής διαλέκτου, από αυτές που έχουν απομείνει, που έχουν μέσα στοιχεία αρχαιοπρέπειας, κόρες της Δωρικής μάνας.
Για την νταρένια παρασύρα και για την αγαστέρα, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα σε μένα να προσεγγίσω τις ονομασίες τους. Αγαστέρα είναι η κοιλιά των αμνοεριφίων γάλακτος, μέσα στην οποία υπάρχει πηγμένο γάλα που χρησιμεύει σαν μαγιά τυροκομίας.
Γαστέρα είναι η κοιλιακή χώρα. Αγαστέρα, σε τελευταία ανάλυση, σημαίνει τη σκόνη που μετατρέπει το γάλα σε τυρί, την πητιά όπως την έλεγαν. Όσο για την παρασύρα είναι η σκούπα που παρασέρνει, σκουπίζει, τις οποίες κατασκεύαζαν από το φυτό νταρί ή κέγχρος, γι’ αυτό τον λόγο λέγεται νταρένια.
Λέξεις, φράσεις μίας περασμένης εποχής που δυστυχώς μέρα με τη μέρα παραμερίζονται, ξεχνιούνται, εξαφανίζονται μέσα στον κατακλυσμό των νέων ρευμάτων του πολιτισμού μας! Ας αντισταθούμε και ας τις διαφυλάξουμε.